05. Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο β΄


Εισαγωγικό σημείωμα

Εθνικός χωροταξικός σχεδιασμός και «εκτός σχεδίου δόμηση»
Μάρω Ευαγγελίδου, πολεοδόμος-χωροτάκτης, μέλος του Τμήματος Οικολογίας του ΣΥΝ

Πολιτική αποκέντρωση: μια αναγκαιότητα
Γιάννης Αλαβάνος, πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ)

Μνημειακός χώρος
Νικόλας Φαράκλας, αρχαιολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Η χωροταξική οργάνωση των νησιωτικών συμπλεγμάτων
Παύλος Λουκάκης, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου και εκπρόσωπος του ΣΕΠΟΧ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας

Advertisements

Το πρώτο μέρος του αφιερώματος μας για το Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο (ΕΧΣ) επικέντρωσε σε αυτό καθαυτό το Σχέδιο ΚΥΑ (Κοινής Υπουργικής Απόφασης) που έχει καταθέσει ήδη το ΥΠΕΧΩΔΕ στην Επιτροπή της Βουλής για συζήτηση, και το οποίο στη συνέχεια θα τεθεί στην ολομέλεια προς κύρωση. Με αφορμή τη θεσμοθέτηση του ΕΧΣ άνοιξε, όμως, μια ευρύτερη δημόσια συζήτηση γύρω από ζητήματα που έχουν να κάνουν με την οργάνωση του χώρου στον τόπο μας – τους στόχους, τις αρχές, τα προβλήματα, τις ανάγκες, τις προτεραιότητες που χρειάζεται να τεθούν με σαφήνεια. Στο δεύτερο μέρος, λοιπόν, επιλέξαμε να φωτίσουμε όψεις του ΕΧΣ, και συγκεκριμένα να δούμε ποιος ακριβώς είναι ο ειδικός προβληματισμός πάνω σε τέσσερα ζητήματα: τη γεωγραφική και διοικητική ανασυγκρότηση της χώρας, τη χωρική οργάνωση και ανάπτυξη του νησιωτικού χώρου, την εκτός σχεδίου δόμηση και, τέλος, την έννοια του πολιτιστικού περιβάλλοντος και της προστασίας και αξιοποίησης του.

της Μάρως Ευαγγελίδου

Το θέμα της εκτός σχεδίου δόμησης και της κατάργησής της απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινή γνώμη με αφορμή το εθνικό χωροταξικό. Έτσι γίνεται πάντα, τα ΜΜΕ εντοπίζουν αυτά που κρίνουν ότι αφορούν τον πολίτη, κυρίως ως ιδιοκτήτη γης και κάνουν παιχνίδι, δίνοντας πάσα στον Υπουργό να καθησυχάσει «τον Έλληνα που είναι δεμένος με τα 4 στρέμματα»…

Έχει σχέση το Εθνικό Χωροταξικό με την εκτός σχεδίου; Κανονικά όχι, με την έννοια ότι πρόκειται για στρατηγικό σχέδιο γενικών κατευθύνσεων που θα όφειλε να επικεντρώνεται στις αναπτυξιακές επιλογές και τη χωρική τους έκφραση με όρους αειφορίας και να μην εισέρχεται σε θέματα με τόσο εξειδικευμένο ρυθμιστικό χαρακτήρα. Επειδή όμως στην Ελλάδα η εκτός σχεδίου δόμηση λειτουργεί σαν μια γενικευμένη χωρική ρύθμιση που επιτρέπει την ανοργάνωτη χωρική ανάπτυξη, δεν θα μπορούσε να μην αντιμετωπιστεί στο πρώτο εγχείρημα εθνικού χωροταξικού. Η άνευρη και γενικόλογη διατύπωση: «σταδιακός περιορισμός και βαθμιαία υποκατάσταση της εκτός σχεδίου δόμησης με κατάλληλες σχεδιαστικές ρυθμίσεις …» που περιείχε το σχέδιο που δόθηκε σε διαβούλευση δέχθηκε την κριτική πολλών φορέων (ΕΝΑΕ, ΚΕΔΚΕ, ΣΕΒ ΣΕΠΟΧ, Αρκτούρος) ως ελλιπής, αόριστη και χωρίς χρονοδιάγραμμα. Το επόμενο σχέδιο συμπληρώθηκε με υποδείξεις «σχεδιαστικών ρυθμίσεων», οι οποίες προβλέπουν π.χ. τη δημιουργία ζωνών στον εξωαστικό χώρο (για παραγωγικές χρήσεις, προστασίας της φύσης και του τοπίου, περιορισμού της κατάτμησης κ.ά ). Επί των νέων αυτών διατυπώσεων δεν έχει υπάρξει τοποθέτηση φορέων οι οποίοι, σύμφωνα με δηλώσεις, θα κληθούν να τοποθετηθούν στη Βουλή.

Ο διάλογος στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας έδειξε ότι ωριμάζει πλέον μια συνείδηση σχεδιασμού στην κοινωνία. Η νομολογία του ΣτΕ, επίσης, ενισχύει τις συνταγματικές επιταγές και παρέχει μια γερή βάση παρέμβασης, εισάγοντας τη διάκριση μεταξύ φυσικού προορισμού του ακινήτου και νομικού: ο φυσικός προορισμός δεν είναι η δόμηση, αλλά η αγροτική εκμετάλλευση – δηλαδή αυτό που απλά λέγεται στα συμβόλαια «αγροτεμάχιο», πρέπει να νοείται και ως τέτοιο. Η ιδιοκτησία αποκτά άλλον προορισμό (οικόπεδο) και προστατεύεται ως τέτοια από το Σύνταγμα με τη θεσμοθέτηση σχεδίων που ρυθμίζουν δικαιώματα και περιορισμούς δόμησης, θέση που συνδέεται με τη συνταγματική αναγνώριση του ρόλου του σχεδιασμού, ο οποίος κυρίαρχα αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος. Μια άλλη συνταγματική διάσταση, λιγότερο συζητημένη, συνδέεται με τους υψηλούς συντελεστές δόμησης που παρέχει η εκτός σχεδίου, ιδίως στις παραγωγικές χρήσεις (βιομηχανία 0,9 ως 1,2 και ξενοδοχεία 0,2). Λόγω αυτών, δεν είναι «συμφέρουσα» η ένταξη των περιοχών στο σχέδιο, δηλαδή ο σχεδιασμός που επιβάλλει το Σύνταγμα, διότι αφαιρουμένης της αναγκαίας εισφοράς σε γη για κοινόχρηστους χώρους, προκύπτει «οικόπεδο» που οικοδομείται λίγο περισσότερο από ό,τι αν έμενε εκτός σχεδίου. Η εκτός σχεδίου δηλαδή λειτουργεί αποτρεπτικά για την εφαρμογή των συνταγματικών προβλέψεων υποχρέωσης της ιδιοκτησίας.

Παρόλο που η ιδιοκτησία στην Ελλάδα λειτουργεί ως μηχανισμός συμπληρωματικού εισοδήματος, άρα μοχλός μιας ιδιότυπης κοινωνικής πολιτικής –γεγονός που είναι δύσκολο να αγνοηθεί– θα ανέμενε κανείς ότι τα δύο ανωτέρω δεδομένα θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας στην αντιμετώπιση της εκτός σχεδίου δόμησης.

Στον μέχρι τώρα δημόσιο διάλογο έχουν διαφανεί οι εξής προσεγγίσεις (1):

  • Η αδιάλλακτη, που θεωρεί αναγκαία την άμεση και πλήρη κατάργησή της, θέση που υποτιμά, όμως, όχι μόνο την πολιτική δυσκολία επιβολής ενός μέτρου αντίθετου σε μια χρόνια διακομματική ανοχή, αλλά και μια ενδεχόμενη συνταγματική εμπλοκή (λόγω της φερεγγυότητας που οφείλει το κράτος στη σχέση του με τον πολίτη), που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την πολιτική βούληση. Η εμπειρία ρυθμιστικής πολιτικής αποδεικνύει ότι τέτοιες ακραίες θέσεις νομιμοποιούν μια καταστροφική πολιτική διγλωσσία, διάσταση μεταξύ λόγων και έργων ή νόμων και εφαρμογής τους ή προγραμματικών προθέσεων και προεκλογικών ρυθμίσεων, που εντέλει συντελεί στην παγίωση της πολιτικής ανοχής.
  • Η ρεαλιστική, που προκρίνει την υποκατάσταση της γενικευμένης εκτός σχεδίου δόμησης με σχέδια χρήσεων γης – θέση που υιοθετείται τόσο από τη Μελέτη Εθνικού Χωροταξικού όσο και από το Σχέδιο του ΥΠΕΧΩΔΕ, με τη διαφορά όμως ότι το δεύτερο δεν θέτει πρόγραμμα /χρονοδιάγραμμα εφαρμογής ούτε και ως στόχο την τελική κατάργηση της εκτός σχεδίου.
  • Η ολοκληρωμένη, συνδέει την κατάργηση με πιο πλήρη μέτρα πολιτικής για τη γη από τα κανονιστικά, όπως χρηματοδότηση, φορολογία κλπ, που αποσκοπούν στη δικαιότερη κατανομή των ωφελειών/απωλειών από το σχεδιασμό και σε σύνδεση των ρυθμίσεων με επικείμενη επένδυση, ώστε να μη οδηγούν σε αύξηση των τιμών γης. Η προσέγγιση αυτή έχει μελετηθεί σε ερευνητικό επίπεδο από το ’97, αλλά υπάρχει μια ατολμία περαιτέρω επεξεργασιών.

Ας δούμε το ποτήρι μισογεμάτο: αν θεσμοθετηθούν ακόμα και οι άτολμες διατυπώσεις του νομοσχεδίου, που συνιστούν στοιχειώδεις μεθοδολογικούς κανόνες σχεδιασμού, μπορούν να λειτουργήσουν θετικά και να αξιοποιηθούν από τις τοπικές κοινωνίες στα πλαίσια των επόμενων βημάτων σχεδιασμού από τα ΓΠΣ/ΣΧΟΟΑΠ (τοπικά χωροταξικά σχέδια με ρυθμίσεις χρήσεων γης). Μετατίθεται, δηλαδή, στους τοπικούς θεσμούς η ανάληψη της ελλείπουσας από το ΥΠΕΧΩΔΕ πολιτικής βούλησης και ανοίγεται στα κινήματα πολιτών και την οικολογική αριστερά ένα επίπονο πεδίο αγωνιστικής διεκδίκησης, που μπορεί να τους αποδώσει έναν ηγεμονικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης των πολιτών και στην επίτευξη κοινωνικών κατακτήσεων.

Τα προβλήματα είναι τρία. Πρώτον, ότι τα ΓΠΣ/ΣΧΟΟΑΠ εγκρίνονται ανά Δήμο και ο ρυθμός θεσμοθέτησής τους είναι αργός, οπότε θα αργήσει πολύ να καλυφθεί ο εξωαστικός χώρος με σχέδια χρήσεων γης. Δεύτερον, ότι μια άτολμη επιτελική πολιτική κατεύθυνση δυσχεραίνει την υιοθέτηση περιοριστικών ρυθμιστικών μέτρων απέναντι στα αντιστεκόμενα τοπικά συμφέροντα και, τρίτον, ότι, παρά τις κατά καιρούς συζητήσεις, δεν έχουν θεσμοθετηθεί δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της αγροτικής χρήσης γης ούτε μηχανισμοί συγκέντρωσης/μεταφοράς των δικαιωμάτων δόμησης μιας περιοχής στις οργανωμένες προς πολεοδόμηση ζώνες υποδοχής, λύση που θα συνέβαλλε στην κοινωνική αποδοχή του μέτρου της κατάργησης (2).

Τούτων δεδομένων γίνεται αναγκαία, ως ύστατη λύση, η βελτιωτική προσθήκη στο ΕΧΣ μιας σαφούς διατύπωσης που θα ανέθετε, με δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, στα περιφερειακά χωροταξικά, το έργο της επίσπευσης και εξειδίκευσης του χρονοδιαγράμματος υιοθέτησης χρήσεων γης, αξιοποιώντας τις προτάσεις της μελέτης. Για να υπάρχει αποτέλεσμα όμως, θα πρέπει ως πρώτο βήμα, μαζί με τη κατάργηση των παρεκκλίσεων, να γίνει δραστική μείωση των συντελεστών εκμετάλλευσης και των ορίων αρτιότητας σε όλες τις χρήσεις (κατοικία και παραγωγικές). Η ρύθμιση αυτή θα λειτουργούσε ως επίσπευση του σχεδιασμού, στο βαθμό που τα τοπικά σχέδια μπορούν να διαμορφώνουν ανά ζώνη νέους όρους επιτρέποντας ευνοϊκότερη δόμηση στις θεσμοθετούμενες «ζώνες χρήσεων γης».

Είναι δυνατή η διαμόρφωση ενός ενιαίου διεκδικητικού μετώπου φορέων για την υιοθέτηση ανάλογης θέσης στη συζήτηση στη Βουλή;

(1) Βλ. ενδιαφέρουσα ημερίδα στο Συνήγορο του Πολίτη και παρουσίαση της στο περιοδικό Γεωγραφίες, τ.6/2003-4.

(2) Επί Τρίτση η ιδέα αυτή είχε ονομαστεί «πολεοδομικό εισιτήριο» και σήμερα προτάθηκε από την ΚΕΔΚΕ η υιοθέτηση ανάλογων μηχανισμών.

H Μάρω Ευαγγελίδου είναι πολεοδόμος-χωροτάκτης, μέλος του Τμήματος Οικολογίας του ΣΥΝ.

του Γιάννη Αλαβάνου

Διαβάζοντας τις προτάσεις του ΕΜΠ για την αποκατάσταση από τις πυρκαγιές του Νομού Ηλείας και την αποτροπή επανάληψης του κύκλου της καταστροφής (οι θεμελιώδεις αιτίες που την υποθάλπουν υποβόσκουν πολύ πριν αυτή συμβεί), διαπιστώνει κανείς μία βασική πρόταση: να λειτουργήσει το μοντέλο της «συμπαγούς πόλης». Δηλαδή οι επεκτάσεις των πόλεων και των οικισμών να είναι απόλυτα ελεγχόμενες, να υπάρχει σεβασμός στην αγροτική γη, στο τοπίο, τις περιοχές πολιτιστικής κληρονομιάς και φυσικού κάλους, να προστατευθεί το δάσος· οι επενδύσεις να γίνουν κατά τέτοιον τρόπο που να μην υπάρξει μονόπλευρη ανάπτυξη-εκμετάλλευση της παράλιας ζώνης, τα έργα να μην συγκεντρωθούν μόνο κατά μήκος του «δυτικού» οδικού άξονα. Στην αγωνία να υπάρξουν θέσεις εργασίας, ώστε να παραμείνει αλλά και να προσελκυσθεί νέος κόσμος, η απάντηση είναι μέτρα μακροπρόθεσμης προοπτικής, που θα διατηρήσουν τις συνέργιες οικισμών ορεινών, ημιορεινών, πεδινών και παράλιων, χωρίς την επέκταση του φαινόμενου της εκτός σχεδίου δόμησης.

Με λίγα λόγια έχουμε ένα σχεδιαστικό πρότυπο, τις επιπτώσεις του οποίου άμεσα κατανοούμε και, αν εφαρμοσθεί, θα αντιληφθούμε. Η αφετηρία αυτών των μέτρων, ως γενικές προγραμματικές κατευθύνσεις, θα έπρεπε να προέρχεται από ένα Εθνικό Χωροταξικό (ο επίσημος τίτλος «Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης» – ΓΠΧΣΑΑ). Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο στο Νομό Ηλείας, όπου μέχρι τώρα έχουμε μια από τις πλέον ισόρροπες χωροταξικές διευθετήσεις, αλλά σε όλη την Ελλάδα θα έχουμε ένα παρεμφερές μοντέλο.

Αναφέρεται στο ΓΠΧΣΑΑ η συμπαγής πόλη ως επιδιωκόμενο πρότυπο. Όπως αναφέρονται και μια σειρά όρων, ορισμών και εννοιών που, χωρίς να προσδιορίζονται τυπικά σε ένα άρθρο, είναι θετικοί. Δεν υποστηρίζεται όμως αυτό από τις βασικές κατευθύνσεις του ΓΠΧΣΑΑ, αυτές που τελικά το προσδιορίζουν. Το ΓΠΧΣΑΑ δεν στερείται «ονείρου». Μόνο που δεν μοιάζει παραμυθένιο (αν και οραματίζεται την Ελλάδα μετά από δεκαπέντε χρόνια), αλλά ρεαλιστικότατα αποτυπώνει τις προθέσεις μιας κυβέρνησης, που δεν συμπαθεί το σχεδιασμό, εξυπηρετείται από την «αταξία» αλλά, ταυτόχρονα, θέλει και να την ανατρέψει στις μορφές που δεν της είναι αρεστή.

Το ΓΠΧΣΑΑ θεωρεί ότι το 50% της έκτασης της Ελλάδας δεν έχει προοπτικές ανάπτυξης. Και ας περιλαμβάνεται σ’ αυτό μέρος από τους 13.000 οικισμούς της Ελλάδας, και σημαντικό κομμάτι οικοτόπων. Οι ορεινές και μειονεκτικές περιοχές θα πρέπει να προσδοκούν πιθανά οφέλη όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα των μεγάλων έργων. Οι νησιωτικές περιοχές εξαρτώνται, κατά κύριο λόγο, από τα μητροπολιτικά κέντρα. Η ενδοχώρα προσδοκά από τα παράπλευρα οφέλη της ανάπτυξης κατά μήκος των οδικών αξόνων, οι οποίοι έχουν μετατραπεί ουσιαστικά σε άξονες ανάπτυξης (οι θαλάσσιοι άξονες χαρακτηρίζονται άξονες σύνδεσης, οι οδικοί, άξονες ανάπτυξης). Όπου δεν υπάρχουν ισχυρά άκρα, υπάρχουν διακοπές και δύο μητροπολιτικά κέντρα: της Αθήνας, για να μεγεθύνει τα πλεονεκτήματα της «έναντι» των μητροπολιτικών κέντρων της ΕΕ και της Μεσογείου, και της Θεσσαλονίκης, για τον ίδιο λόγο «έναντι» αυτών των Βαλκανίων και ταυτόχρονα για να εξισορροπήσει σταδιακά προς την Αθήνα (αναφέρεται ακριβώς έτσι). Πουθενά δεν προκύπτει ότι επιδιώκεται να σπάσει ένα μοντέλο, που καταγράφεται με δεκάδες τρόπους. Όπως στην τελευταία ανακοίνωση της ΕΣΥΕ για το επίπεδο της ανεργίας. Στην Αττική είναι πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο, τη χρονιά που οι Ολυμπιακοί αγώνες γίνονται στο Πεκίνο. Οι πόροι των τριών ΚΠΣ δεν στάθηκαν ικανοί να δημιουργήσουν οπουδήποτε στην Περιφέρεια παραγωγικές δράσεις και μηχανισμούς, ανά- και αυτοτροφοδοτούμενους. Στις προβλέψεις του ΕΣΠΑ αναφέρεται ότι το 80% των πόρων θα κατευθυνθούν στην Περιφέρεια, αλλά το 50% αυτών θα κατανεμηθούν με αποφάσεις κεντρικές και με σαφείς τις ενδείξεις πως σε σημαντικούς τομείς, όπως αυτός της έρευνας, τεχνολογίας, καινοτομίας, δεν θα μπορέσουν να απορροφηθούν.

Αυτό το «υδροκεφαλικό» μοντέλο αναπαράγεται και ενισχύεται από τις προβλέψεις επιμέρους πολιτικών στο ΓΠΧΣΑΑ. Πώς θα επιτύχουμε την ισόρροπη ανάπτυξη της Ελλάδας; Με τις πολιτικές για τη πριμοδότηση της αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας και την εξειδικευμένη τοπικά αλλά σύγχρονη βιομηχανία; Δεν υπάρχουν. Με την πολιτική που αφορά τους μετανάστες; Δεν αναφέρεται. Με την πολιτική για την παραθεριστική κατοικία; Αυτή ονομαστικά προσδιορίζεται μόνο στην Αττική και συνδέεται, ανορθόδοξα, με την αξιοποίηση των μεγάλων τουριστικών επενδύσεων. Με την υπαγωγή των μεγάλων επενδύσεων σε κανόνες που συνδιαμορφώνονται με τις χωροταξικές επιλογές; Αυτές εξαιρούνται ρητά των δεσμεύσεων του ΓΠΧΣΑΑ (αντίθετα υπόκειται στις προοπτικές και προτεραιότητες τους κάθε χωροταξικό εργαλείο). Με την περιφερειακή διάρθρωση; Αγνοείται ότι η μορφή της είναι κυρίως θεσμική – πολιτική και οικονομική, ότι τα περιφερειακά όργανα κάθε μορφής πρέπει να είναι αυτοδιοικούμενα, ισχυρά, με αρμοδιότητες και πόρους. Όλη η «συζήτηση» περιορίζεται στη μείωση του αριθμού τους.

Είναι φανερό λοιπόν ότι η κυβέρνηση προτείνει το «συγκεντρωτικό μοντέλο» ως μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Αντίθετα, το ΤΕΕ υποστηρίζει ότι στόχος πρέπει να είναι η άμβλυνση των διαπεριφερειακών και ενδοπεριφερειακών διαφορών και η ενίσχυση της διαρκούς και ισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Τόσο το μοντέλο χωρικής ανάπτυξης όσο και η διάταξη του οικιστικού πλέγματος οφείλουν να προσανατολίζονται στην απελευθέρωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων των Περιφερειών, στην πολυκεντρική δομή αλληλοσυμπληρούμενων δυναμικών αστικών κέντρων και στην εξασφάλιση ισόρροπης σχέσης μεταξύ αστικού, περιαστικού και αγροτικού χώρου.

Ο Γιάννης Αλαβάνος είναι πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ).

του Νικόλα Φαράκλα

Ένα χωροταξικό σχέδιο πρέπει αυτονόητα να περιλαμβάνει και τις προτάσεις για τη στρατηγική που αποβλέπει στη διάσωση, διατήρηση, ανάπτυξη και την αξιοποίηση, οικονομική και κοινωνική, του περιβάλλοντος (1). Η συνήθης διάκριση τούτου σε φυσικό και τεχνητό είναι ασφαλώς αποπροσανατολιστική. Σε ιστορικούς τόπους όπως είναι κατά κύριο λόγο η Ελλάδα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τού θεωρούμενου φυσικού περιβάλλοντος είναι ανθρωπογενές, για να μη θυμηθούμε πως τα ιστορικά γεγονότα μετασχηματίζουν και γεωγραφικά στοιχεία σε μνημεία συνδεόμενων με αυτά γεγονότων. Πέρα από αυτά, μνημεία κανονικά θεωρούνται τα όποια κατάλοιπα του παρελθόντος, όποιου παρελθόντος, ή και σύγχρονες κατασκευές που σκόπιμα δημιουργούνται για να υπενθυμίζουν το παρελθόν. Ακόμα μνημεία μπορούν να θεωρηθούν και άλλες σύγχρονες κατασκευές που σκόπιμα παραπέμπουν στο παρελθόν και συχνά αποβλέπουν να το κάνουν συνειδητό στο μέλλον. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι το μνημειακό περιβάλλον δεν είναι άλλο από το περιβάλλον γενικά ως προς τη μνημειακή πραγματικότητα, λειτουργία και διαχείρισή του.

Κάθε πρόταση σχετική με την διατήρηση, προστασία και αξιοποίηση των μνημειακών στοιχείων πρέπει να περιλαμβάνει προτάσεις δύο διαφορετικών κατευθύνσεων. Εκείνης που έχει ως στόχο τα ίδια τα μνημεία, και εκείνης που κυρίως αποβλέπει στους χρήστες τους.

Στην πρώτη εντάσσονται πολιτικές που σχετίζονται κατά κύριο λόγο με μεγάλα μνημειακά σύνολα που πέρα από την όποια «παιδευτική» ή ιδεολογική βαρύτητά τους κινούν το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού και συνδεόμενα ή όχι και με άλλα στοιχεία έλξης προσελκύουν ή μπορούν να προσελκύσουν επισκέπτες, τουρίστες (όχι αναγκαστικά μόνο με την στενή έννοια). Το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι κατά κύριο λόγο οικονομικό καθώς, φυσικά, και κοινωνικό-οικονομικό, αφού η προσέλκυση επισκεπτών συνεπιφέρει και προοπτικές (ή και πραγματικότητες) επιχειρηματικού χαρακτήρα, επενδύσεων, υπηρεσιών και της άλλης όψης τους, δηλαδή τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη συνακόλουθη συγκράτηση και αύξηση του πληθυσμού. Οι σχετικές προτάσεις εκκινούν από την αποτίμηση της εμβέλειας των μνημειακών αυτών συνόλων, δηλαδή της ελκτικής δυναμικότητάς τους, αν αυτή είναι υπερεθνική, εθνική, περιφερειακή ή τοπικού χαρακτήρα, πρέπει να προχωρούν σε εκτίμηση των αντικειμενικών δυνατοτήτων αναβάθμισης αυτής της εμβέλειας, καθώς πιο πέρα και με τις προτάσεις δράσεων που μπορούν να επιτύχουν τούτη την αναβάθμιση. Οι σχετικές προτάσεις ξεφεύγουν από τη γενικότητα ενός εθνικού χωροταξικού, αλλά σε αυτό μπορούν να περιλαμβάνονται κάποιες σχετικά γενικότερες κατευθύνσεις, για παράδειγμα η βελτίωση και η δημιουργία μνημειακών πλεγμάτων εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, που τείνουν να συμπέσουν με τα τουριστικά δίκτυα.

Τα μεγάλα μνημειακά σύνολα έχουν επίσης σημασία για την προσέγγιση που θέτει ως κέντρο τον χρήστη, αλλά σε αυτή παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο και τα πάρα πολύ περισσότερα στοιχεία που συνθέτουν το μνημειακό περιβάλλον. Όλα μαζί συγκροτούν τον θησαυρό μνημειακής επίπλωσης του χώρου, οικισμένου και υπαίθριου που δημιουργούν στον χρήστη του, κυρίως τον κάτοικο, την αυτόματη αντίληψη για τον χαρακτήρα κάθε περιοχής, από την μικρότερη ως τη μεγαλύτερη κλίμακα, από τη γειτονιά ως τη συνολική χώρα, την αντίληψη της ιδιαιτερότητας και των ομοιοτήτων της με άλλες, που κυρίως οφείλονται στην ταυτότητα και τις ιδιαιτερότητες της ιστορικής της διαδρομής. Η διαδικασία αυτή παρέχει ουσιώδη στοιχεία για την αυτόματη ανάπτυξη της αίσθησης διακριτής ταυτότητας και των διαφορών και συγγενειών της με τις άλλες, ταυτότητας κλίμακας τοπικής, περιφερειακής και εθνικής. Με αυτόν τον τρόπο εμπλουτίζεται και βελτιώνεται η ποιότητα ζωής και καθημερινότητας του κατοίκου, ενισχύεται η αίσθηση της κοινότητας, τοπικής, αλλά και του ευρύτερου εθνικού χώρου, ο υγιής πατριωτισμός, που, επειδή δεν βασίζεται σε ψευδοϊδεολογήματα ανωτερότητας, αποτελεί ασπίδα απέναντι σε ψευδείς, φυλετικού χαρακτήρα αναπαραστάσεις του ιστορικού παρελθόντος και την (ανα)παραγωγή (υπερ)εθνικιστικής και μισαλλόδοξης συνείδησης. Και αυτή είναι σήμερα πραγματικό πρόβλημα για τη χώρα μας. Η επίτευξη του στόχου αυτού είναι δυνατή μόνο με τη διάσωση και ανάδειξη όλων των στοιχείων του χώρου, μέσα και έξω από τον οικισμένο, που παραπέμπουν σε οποιοδήποτε από τα πολλαπλά παρελθόντα, παλαιότερα ή νεώτερα, αλλά και την ένταξή τους σε δίκτυα και πλέγματα με τρόπο που ο χρήστης να βρίσκεται σε επαφή με αυτά όχι όταν αποφασίζει να τα επισκεφτεί (βγαίνοντας κατά τη ρομαντική αντίληψη από την τύρβη του παρόντος και της καθημερινότητας και αναλογιζόμενος το «ένδοξο» παρελθόν), αλλά κατά κάποιον τρόπο αναγκαία, στον καθημερινό του βίο και τις λοιπές δραστηριότητές του. Η μνημειακή παρουσία στην καθημερινότητα προφανώς δεν διδάσκει από μόνη της την ιστορική διαχρονία. Οι χρήστες του χώρου δεν αναγνωρίζουν σε ποια περίοδο και με ποια διαδοχή παραπέμπει κάθε ένα μνημειακό στοιχείο. Μέσω του συνόλου τους προσλαμβάνουν το ιστορικό παρελθόν συγχρονικά, αλλά αυτό ακριβώς διαμορφώνει την ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα κάθε τόπου, κάθε περιφέρειας και του συνολικού ελληνικού χώρου.

Η προσέγγιση αυτή φυσικά δεν σημαίνει ότι κάθε σημαντικό μνημείο χρήζει και ειδικής προστασίας, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι η διαμόρφωση των μικρότερων ή μεγαλύτερων μνημειακών πλεγμάτων σε συνδυασμό με άλλες δράσεις και προσφορές υπηρεσιών και προϊόντων ασφαλώς μπορεί να αποτελεί και στοιχείο έλξης επισκεπτών, με τη συνακόλουθη δυνατότητα επενδύσεων και άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη βελτίωση της καθημερινότητας και τη συγκράτηση ή και αύξηση του πληθυσμού.

(1) Υπενθυμίζουμε ότι από το τελευταίο Σχέδιο της ΚΥΑ, όπως κατατέθηκε στη Βουλή, αφαιρέθηκαν οι αναφορές στην πολιτιστική κληρονομιά και τα μνημεία, που περιλαμβάνονταν στην αρχική Μελέτη του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού.

Ο Νικόλας Φαράκλας είναι αρχαιολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

του Παύλου Λουκάκη

Βασικές αρχές για την νησιωτική χωροταξία

Επιχειρώντας να αντιμετωπίσουμε την χωροταξική οργάνωση νησιωτικών συμπλεγμάτων είναι απαραίτητο να επισημάνουμε προεισαγωγικά τα ακόλουθα:

α. O χαρακτηρισμός ενός συνόλου νησιών ως «συμπλέγματος» απορρέει από ένα σύνολο κριτηρίων όπως γεωγραφικά, φυσικά, ιστορικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και εν τέλει διοικητικά. Η έννοια «νησιωτικό σύμπλεγμα» υποδηλώνει ότι το σύνολο των νησιών που το απαρτίζουν διέπεται από κοινά χαρακτηριστικά, ανάγκες και προοπτικές (πληθυσμός, οικονομικές δομές, ιστορικές καταβολές, φυσικά χαρακτηριστικά κ.α.). Ταυτόχρονα όμως, μέσα από τα κριτήρια αυτά, είναι αναγκαίο να αναδειχτούν και οι ιδιαιτερότητες κάθε νησιού.

β. Το κυρίαρχο στοιχείο που ενοποιεί τα νησιά ως συμπλέγματα και συγχρόνως τα διαχωρίζει είναι η θάλασσα. Το γεγονός αυτό αποκλείει ένα σημαντικό παράγοντα στις διακινήσεις και επικοινωνίες (δηλαδή τα χερσαία δίκτυα μεταφορών), ενώ συγχρόνως επιτείνει όσες δυσμενείς συνθήκες συνδέονται με τα υπόλοιπα δίκτυα μεταφορών (θαλασσίων και εναέριων). Θα πρέπει εντούτοις να επισημανθεί ότι στη σύγχρονη εποχή η τεχνολογική βελτίωση των μέσων μεταφοράς και στις θαλάσσιες και στις εναέριες μεταφορές έχει βελτιώσει τις χωρητικότητες, την ασφάλεια, το χρόνο μετακίνησης.

γ. Η χωροταξική οργάνωση των νησιωτικών συμπλεγμάτων παρουσιάζει ορισμένες ιδιαίτερες δυσκολίες και ιδιομορφίες, γιατί δεν αντιμετωπίζουμε έναν ενιαίο χερσαίο χώρο, αλλά επιμέρους χώρους (τα νησιά), οι οποίοι αφενός πρέπει να εντάσσονται σε γενικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις, αφετέρου διατηρούν τη λειτουργική, οικονομική και κοινωνική αυτονομία τους. Αντίστοιχα, η «χωρική ασυνέχεια» δεν επιτρέπει αναλογικές κατανομές. Τέλος, ένα νησιωτικό σύμπλεγμα είναι περισσότερο ευαίσθητο σε επιρροές και φαινόμενα εξαρτήσεων ή απεξαρτήσεων από ηπειρωτικές περιοχές, έτσι ώστε να επηρεάζεται η εσωτερική συνοχή του ίδιου του συμπλέγματος.

Τέτοια φαινόμενα, διαφορετικού κάθε φορά τύπου, θα τα διαπιστώσουμε π.χ. και στα Ιόνια νησιά, και στις Σποράδες, και στα νησιά του βορείου Αιγαίου, και στα Δωδεκάνησα, και στις Κυκλάδες.

Σήμερα έχουμε ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που μας επιτρέπει να δούμε την υπερτοπική κλίμακα διαφορετικά απ’ ό,τι στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Σε θεωρητικό επίπεδο τα εργαλεία που διαθέτουμε παρέχουν τη δυνατότητα να παρέμβουμε στη χωροταξική οργάνωση, όχι αμυντικά, κατασταλτικά, αλλά επιθετικά, συνολικά από το κοινωνικο-οικονομικό μέχρι το χωρικό επίπεδο ρυθμίσεων.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι επιβάλλεται να προσδιοριστούν και να ελεγχθούν οι επιθυμητές εισροές επισκεπτών και οι επιθυμητές δραστηριότητες, και να υπάρξει μια πολιτική διάχυσης των δραστηριοτήτων και των εισροών στο σύνολο των νησιών. Στην αντίθετη περίπτωση, οι ανεξέλεγκτες εισροές και εισαγωγές ενδιαφερομένων θα συνεχίσουν να αναπαράγουν το σημερινό αδιέξοδο στις προσπάθειες χωρικής αναδιάρθρωσης και οργάνωσης.

Σκέψεις για την ένταξη του νησιωτικού χώρου στο Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού κα Αειφόρου Ανάπτυξης

Το μεγαλύτερο και πιο κρίσιμο ζήτημα ένταξης της συνολικής και ειδικότερα της χωρικής ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου στο υπό θεσμοθέτηση ΓΠΧΣΑΑ εντοπίζεται στα μεγάλα συμπλέγματα του αιγιακού χώρου, γιατί δεν φαίνεται πώς αυτά εντάσσονται στο συνολικό πρότυπο χωρικής ανάπτυξης που, με τους πόλους και άξονες, επικεντρώνεται στο ηπειρωτικό τμήμα της χώρας. Το πρότυπο αυτό ενσωματώνει και συμπαρασύρει, με τις όποιες αδυναμίες του, όσα νησιά ή νησιωτικές ενότητες βρίσκονται σε εγγύτητα με την ηπειρωτική χώρα (Σαμοθράκη, Θάσος, Σποράδες, Αργοσαρωνικός, Ιόνια νησιά), με εξαίρεση την Κρήτη, που λόγω μεγέθους αντιμετωπίζεται ούτως ή άλλως σε συνάρτηση με το ηπειρωτικό τμήμα.

Όμως, ο τρόπος αντιμετώπισης των Κυκλάδων, των Δωδεκανήσων και των ανατολικών νησιών από το ΕΧΣ, παρ’ όλες τις βελτιώσεις στο τελικό σχέδιο νόμου, συνεχίζει να είναι προβληματικός, τόσο για κάθε ένα από τα παραπάνω νησιωτικά συμπλέγματα όσο και για το σύνολο του νησιωτικού χώρου. Ο νησιωτικός χώρος δεν εντάσσεται επαρκώς σε άξονες ανάπτυξης, ούτε εξασφαλίζονται επαρκείς διασυνδέσεις με άλλες πόλεις του ηπειρωτικού χώρου. Η Αττική παραμένει, όπως και σήμερα, το βασικό σημείο αλληλεξάρτησης των νησιών με την ηπειρωτική χώρα.

Η ουσιαστική προσκόλληση στο δίπολο Αθήνα-Θεσσαλονίκη, που δεν αναδεικνύει το λιμάνι του Βόλου (και τη Θεσσαλία), της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης (την Άνω Μακεδονία και τη Θράκη), αλλά ούτε και άλλα αεροδρόμια –εν ολίγοις μελλοντικούς διευρωπαϊκούς κόμβους συνδυασμένων μεταφορών και δίπολα ή τρίπολα ως πραγματικά ανταγωνιστικά συμπληρωματικά στο σύνολο της χώρας– δεν οδηγεί σε μια νέα οργανική διαπεριφερειακή ένταξη του αιγιακού χώρου στο σύνολο της επικράτειας.

Κυκλάδες

Τα νησιά των Κυκλάδων αναπτύχθηκαν αυτοτελώς ως «βίοι παράλληλοι» στο πλαίσιο μια τουριστικής πολιτικής και μιας ανερμάτιστης οικιστικής πολιτικής που δεν φρόντισαν για τις απαιτήσεις σε υποδομές, σε κοινωνικό εξοπλισμό, στη διαφύλαξη των ακτών και του φυσικού περιβάλλοντος, ούτε των νησιών που υπεραναπτύχθηκαν, πολύ δε περισσότερο των ελλειμματικών. Η χωροταξική πολιτική που ασκήθηκε, χωρίς να συνοδεύεται από μια συνολικότερη οικονομική και οικιστική πολιτική, χωρίς να προβλέπει μηχανισμούς προγραμματισμού, κινητοποίησης τοπικών πόρων, έχει οδηγήσει σε μια συνεχή προσπάθεια να περισωθεί όση γεωργική, ορεινή, δασική και μη γη έχει απομείνει από τις συνεχείς πιέσεις για οικοπεδοποίηση.

Πολύ επιγραμματικά διατυπώνονται ορισμένες σκέψεις για ένα πλαίσιο συνολικής χωροταξικής οργάνωσης των Κυκλάδων.

Μια πρώτη σκέψη αναφέρεται στην ανάγκη απεξάρτησης των Κυκλάδων, σε όποιο βαθμό είναι εφικτό, από την κυριαρχία της πρωτεύουσας. Θα μπορούσαν για παράδειγμα να εξεταστούν οι δυνατότητες διασύνδεσης των Κυκλάδων με την Κρήτη και με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Μια δεύτερη σκέψη είναι να αποκατασταθούν οι κάθετες διασυνδέσεις των γεωγραφικών ενοτήτων. Εν προκειμένω, οι γεωγραφικές ενότητες Σερίφου-Σίφνου-Μήλου, Πάρου-Νάξου, Ίου-Θήρας και Σύρου-Τήνου-Μυκόνου, πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά τον πληρέστερο δυνατό τρόπο από πλευράς οικονομικών δραστηριοτήτων και κοινωνικών αναγκών.

Μια τρίτη σκέψη είναι να αντιμετωπιστούν οι υποενότητες της Ίου-Θήρας και Φολέγανδρου-Σίκινου-Ανάφης ως υποσύστημα που θα λειτουργούσε κατά ένα συνολικό τρόπο. Αναφερόμαστε στις τεχνικές και κοινωνικές υποδομές, στις εσωτερικές μεταφορές, στην ενιαία αναπτυξιακή αντιμετώπιση, στον τουρισμό, στην αναψυχή, στην αλιεία, στα βιοτεχνικά προϊόντα.

Δωδεκάνησα – Ανατολικά νησιά Αιγαίου

Τα συμπλέγματα αυτά πρέπει να επιδιωχθεί να συγκροτήσουν τον ανατολικό νησιωτικό άξονα της χώρας. Εγχείρημα δύσκολο, γιατί είναι αποκομμένα από τον ιστορικό, γεωγραφικό ηπειρωτικό χώρο αλληλεξάρτησης, της Αιολίας, της Ιωνίας και της Μικράς Ασίας. Σήμερα έχουν αναπτυχθεί περιορισμένες σχέσεις λόγω του τουρισμού, αλλά δεν επαρκούν. Πρέπει να επιδιωχτεί η συνεργασία και σε άλλους τομείς: στο εμπόριο, στην ποιοτική γεωργία, στη μεταποιητική παραγωγή, στις μεταφορές, στους τομείς του πολιτισμού, της τεχνολογίας, της γνώσης. Πρέπει όμως [τα ανατολικά νησιά] να συνδεθούν με όλο το εύρος του ηπειρωτικού τόξου του Αιγαίου. Υπ’ αυτή την έννοια δεν αρκούν οι υποδηλούμενες ακτοπλοϊκές συνδέσεις που περιλαμβάνονται στο ΓΠΧΣΑΑ.

Σχηματικά ο ανατολικός νησιωτικός άξονας ανάπτυξης που προαναφέρθηκε, ή ακόμη και η σύνδεση με τον Βόλο και συνεπώς με τον άξονα Θεσσαλία-Ήπειρος-Γιάννενα- Ηγουμενίτσα, είναι μια ιδέα που ίσως οδηγήσει στο να αποτελέσει το Αιγαίο ένα νέο ενιαίο οργανικό τμήμα του εθνικού χώρου.

Ο Παύλος Λουκάκης είναι ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου και εκπρόσωπος του ΣΕΠΟΧ στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας.