06. Σύμφωνο Ελεύθ. Συμβίωσης


Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης

Σκοπός και περιεχόμενο του προσχεδίου νόμου περί του Σύμφωνου Ελεύθερης Συμβίωσης
Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτορας στο Τμ. Νομικής του Παν. Αθήνας

Συνέντευξη του Θανάση Κ. Παπαχρίστου, καθ. Αστικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλους της επιτροπής που συνέταξε το προσχέδιο νόμου για το «Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης»

Ρυθμίσεις μορφών μόνιμης συμβίωσης σε άλλες χώρες της Ευρώπης
Αναστασία Λαμπροπούλου, επιμελήτρια, μεταφράστρια

Το Σύμφωνο Συμβίωσης και οι διακρίσεις
Κωστής Παπαϊωάννου, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Η εμπειρία από την εφαρμογή του Συμφώνου Συμβίωσης στη Γαλλία
Eva Glesser, LL.M. δικηγόρος Αθηνών και Στρασβούργου

Advertisements

Εφ’ όσον το Δίκαιο έχει ως αποστολή να ρυθμίζει με δεσμευτικό τρόπο τις κοινωνικές σχέσεις, ο νομοθέτης είναι πάντα αναγκασμένος να παρακολουθεί τις κάθε είδους αλλαγές, οικονομικές ή ιδεολογικές, στο εσωτερικό μιας κοινωνίας και να προσαρμόζει αναλόγως σε αυτές τους κανόνες δικαίου. Από τη στιγμή που ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας έχει φιλελευθεροποιηθεί τα τελευταία χρόνια και επιλέγει πλέον να συμβιώνει και να δημιουργεί οικογένεια χωρίς να ακολουθεί την παραδοσιακή οδό της τέλεσης του γάμου, η πολιτεία εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε να ρυθμίσει, έστω και με καθυστέρηση, τη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Κάθε φορά βέβαια που μία μειονότητα κατορθώνει να αναγνωρισθεί θεσμικά και να κατοχυρώσει μια σειρά δικαιωμάτων, ξεκινά μία πολεμική από τις συντηρητικές εκείνες δυνάμεις της κοινωνίας που θεωρούν ότι απειλούνται από τις εξελίξεις. Στη χώρα μας οι πιο οξείες αντιδράσεις απέναντι στο προσχέδιο νόμου περί του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης προήλθαν, όπως αναμενόταν, από ένα μειοψηφικό φονταμενταλιστικό κομμάτι της ιεραρχίας, το οποίο έσπευσε να απαξιώσει ηθικά την κάθε μορφής μόνιμη σχέση, η οποία αναγνωρίζεται από το Κράτος χωρίς να έχει λάβει την ευλογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι δηλώσεις περί πορνείας του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης έδωσαν το έναυσμα για τη διεξαγωγή ενός δημόσιου διαλόγου περί του περιεχομένου των εννοιών της οικογένειας, της αυτονομίας, των ατομικών δικαιωμάτων, του φιλελευθερισμού.

Επειδή φιλοδοξία του Μαχητού Τεκμηρίου δεν αποτελεί η επίλυση ηθικών ή φιλοσοφικών ζητημάτων, αλλά η παράθεση στοιχείων και πληροφοριών επί πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων της επικαιρότητας, η δική μας συμβολή στο διάλογο θα περιορισθεί αφ’ ενός στην παρουσίαση και την κριτική των ρυθμίσεων του προσχεδίου του ελληνικού νόμου και αφ’ ετέρου στη σύγκριση του περιεχομένου του με τα αντίστοιχα νομοθετήματα άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Ως προς το προσχέδιο νόμου που πρόκειται να κατατεθεί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στο ελληνικό Κοινοβούλιο δύο είναι τα θέματα που παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον: το πρώτο σχετίζεται με τα μειωμένα δικαιώματα που προβλέπει για όσους πρόκειται να συνάψουν το σύμφωνο σε σύγκριση με τα αντίστοιχα των συζύγων, ενώ το δεύτερο αφορά τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγαριών από τις σχετικές ρυθμίσεις. Η αναφορά που γίνεται στη συνέχεια σε ανάλογους κανόνες δικαίου που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ σε αρκετά κράτη της Ευρώπης φανερώνει από τη μία πλευρά ότι η θεσμοθέτηση μιας εναλλακτικής προς το γάμο μορφής μόνιμης συμβίωσης αποτελεί ήδη κεκτημένο σε μεγάλο τμήμα της ηπείρου μας, ενώ από την άλλη ότι οι πρωτοβουλίες του Έλληνα νομοθέτη ήταν συγκριτικά μάλλον άτολμες.

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Α) Μία νομοθετική πρόταση που απαντά σε μια υπαρκτή κοινωνική ανάγκη

Η επικείμενη κατάθεση στο Κοινοβούλιο του σχεδίου νόμου, που αφορά τη θεσμοθέτηση μίας εναλλακτικής μορφής μόνιμης συμβίωσης, έρχεται με αρκετή καθυστέρηση να καλύψει ένα σοβαρό κενό της ελληνικής έννομης τάξης. Όπως αναφέρεται στο ενημερωτικό σημείωμα που απέστειλε στους βουλευτές και τους ευρωβουλευτές όλων των κομμάτων ο Υπουργός Δικαιοσύνης, σκοπό της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας αποτελεί η ρύθμιση μίας κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία αφορά το 5% των παιδιών που γεννιούνται σήμερα στην Ελλάδα εκτός γάμου καθώς και τις χιλιάδες απροστάτευτες μονογονεϊκές οικογένειες. Η νομοθετική αυτή πρόβλεψη πρόκειται να δώσει τη δυνατότητα σε εκείνους τους ανθρώπους, που δεν επιθυμούν για λόγους ιδεολογικούς ή θρησκευτικούς να συνάψουν γάμο, αφ’ ενός να ορίσουν με δεσμευτικό τρόπο ένα πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, το οποίο θα διέπει τις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις, και αφ’ ετέρου να κατοχυρώσουν μία σειρά δικαιωμάτων για τα τέκνα τους. Μετά την ψήφιση, μάλιστα, του νομοσχεδίου αυτού από το ελληνικό Κοινοβούλιο αναμένεται να ακολουθήσει και μια σειρά ευρύτερων νομοθετικών αλλαγών, καθώς πρόθεση της Κυβέρνησης αποτελεί η εξίσωση των εννόμων αποτελεσμάτων του γάμου με εκείνα της υπογραφής του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό έχει διαρκέσει τουλάχιστον 5 έτη, στα πεδία του εργατικού, ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού και δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου.

Από την άλλη, όμως, πλευρά πρέπει να επισημανθεί ότι το εν λόγω σύμφωνο συνδέεται με λιγότερα δικαιώματα σε σχέση με το θρησκευτικό και τον πολιτικό γάμο, ενώ επίσης λύεται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν. Εν όψει των παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση εμπεριέχει πολλές πτυχές, οι οποίες κρίνεται προτιμότερο να εξετασθούν χωριστά, ώστε να αναδειχθούν πέρα από τα αναμφισβήτητα προοδευτικά της χαρακτηριστικά, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και τα σημεία εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντιπαραθέσεις αναφορικά με τη σκοπιμότητά τους.

Β) Τρόπος σύναψης και λύσης του συμφώνου

Ως προς τον τύπο της σύναψης του σ.ε.σ. τα δύο μέρη οφείλουν απλά να συνυπογράψουν μια συμβολαιογραφική πράξη, η οποία θα καταχωρίζεται σε ειδικό ληξιαρχικό βιβλίο και θα προβλέπει τη ρύθμιση των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων.

Το σύμφωνο θα μπορεί να λυθεί είτε κατόπιν συμφωνίας των δύο συντρόφων είτε χωρίς καμία μεταξύ τους συνεννόηση, αφού αρκεί η μονομερής δήλωση του ενός εξ αυτών και η κοινοποίησή της με δικαστικό επιμελητή στον άλλον. Η ρύθμιση αυτή, που περιέχεται στο άρθρο 4 του προσχεδίου του νόμου, χρήζει τροποποίησης, καθώς δεν προβλέπει ένα εύλογο χρονικό περιθώριο, κατά τη διάρκεια του οποίου θα είναι δυνατή για τους δύο συντρόφους η υπαναχώρηση από την αρχική τους απόφαση να λύσουν το σύμφωνο. Κατά τη γνώμη μας, θα έπρεπε να απαιτούνται δύο δηλώσεις, είτε συναινετικές είτε μονομερείς, που να απέχουν μεταξύ τους ένα διάστημα ολίγων μηνών, μετά την παρέλευση του οποίου να επέρχεται το έννομο αποτέλεσμα της παύσης της ισχύος του συμφώνου.

Εγείρει, επίσης, ερωτήματα η σκοπιμότητα της ρύθμισης για την αυτοδίκαια λύση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης στην περίπτωση κατά την οποία το ένα από τα δύο μέρη τελέσει γάμο με κάποιο τρίτο πρόσωπο. Η πρόβλεψη αυτή υποβαθμίζει υπέρμετρα το σύμφωνο έναντι του γάμου.

Γ) Διαφορές από το γάμο

i) Κληρονομικά δικαιώματα

Διαφορετικά ρυθμίζονται από το άρθρο 11 του προσχεδίου οι κληρονομικές σχέσεις των προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης σε σχέση με τις αντίστοιχες των συζύγων. Σε περίπτωση, λοιπόν, που ο κληρονομούμενος δεν έχει συντάξει διαθήκη, ο σύντροφός του δικαιούται το 1/6 της κληρονομιάς, εάν υπάρχουν τέκνα, και το 1/3 εάν δεν υπάρχουν. Τα αντίστοιχα ποσοστά του συζύγου, σε περίπτωση που έχει τελεσθεί γάμος, είναι 1/4 και 1/2 βάσει του άρθρου 1820 του Αστικού Κώδικα. Η σκοπιμότητα αυτής της απόκλισης είναι συζητήσιμη.

ii) Μη αναγνώριση του τεκμηρίου συμβολής του ενός συντρόφου στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης

Το άρθρο 1400 του ΑΚ προβλέπει ότι εάν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος τεκμαίρεται ότι έχει συμβάλει κατά το1/3 στην αύξηση αυτή και, επομένως, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους αυτού. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, καθώς μπορεί να αποδειχθεί τελικά ενώπιον του δικαστηρίου μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης συμβολή.

Ανάλογο τεκμήριο δεν αναγνωρίζει το άρθρο 6 του προσχεδίου του νόμου για το σ.ε.σ., αφού προβλέπει ότι, σε περίπτωση που δεν υφίσταται σχετική διάταξη στο σύμφωνο, η ύπαρξη οπιασδήποτε συμβολής του ενός συντρόφου στα αποκτήματα του άλλου πρέπει να αποδεικνύεται.

iii) Μη αναγνώριση του δικαιώματος της υιοθεσίας στο ζεύγος που έχει υπογράψει το σ.ε.σ.

Δ) Κριτική επί των παραλείψεων του προσχεδίου νόμου

Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης είναι αναμφισβήτητο ότι εναρμονίζεται κατ’ αρχήν με την αρχή της αυτονομίας του ατόμου, καθώς έρχεται να κατοχυρώσει μια σειρά δικαιωμάτων προς όφελος εκείνων που επιλέγουν να μην επισφραγίσουν τη σχέση τους με την τέλεση ενός γάμου. Το φιλελεύθερο, όμως, πνεύμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης φαίνεται να έχει στενούς ορίζοντες, καθώς από τη μία πλευρά δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτών που έχουν υπογράψει το σύμφωνο να αποκτήσουν θετά τέκνα και από την άλλη αποκλείει πλήρως από το πλαίσιο της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης τα ομόφυλα ζευγάρια. Το ελληνικό κράτος, δηλαδή, σε αντίθεση με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο σε άλλες χώρες της Ευρώπης, θεωρεί ότι οφείλει να μεριμνήσει μόνο για εκείνες τις κοινωνικές ομάδες των οποίων οι επιλογές δεν αποκλίνουν σημαντικά από τα κυρίαρχα στερεότυπα. Με άλλα λόγια, η αυτονομία της βούλησης του προσώπου γίνεται σεβαστή από τον Έλληνα νομοθέτη υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι πλήρως αυτόνομη.

Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος είναι δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτορας στο Τμ. Νομικής του Παν. Αθήνας

Ο Θ. Κ. Παπαχρίστου είναι καθηγητής Αστικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της επιτροπής που συνέταξε το προσχέδιο νόμου για το «Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης». Οι απαντήσεις του στο «Μαχητό Τεκμήριο» στηρίζονται στις ρυθμίσεις του προσχεδίου της επιτροπής και όχι σε κάποιο τελικό σχέδιο νόμου, άγνωστο στον ίδιο.

Ποιές είναι οι κοινωνικές ανάγκες τις οποίες φιλοδοξεί να καλύψει το Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης; Θεωρείτε τις ρυθμίσεις του επαρκείς ή θα τις χαρακτηρίζατε ως ένα πρώτο βήμα σε μια προοδευτική κατεύθυνση;

Το «Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης» προορίζεται για τα ζεύγη που επιθυμούν την αναγνώριση από το δίκαιο της συμβίωσης, αλλά με βάση ρυθμίσεις που, κατά κύριο λόγο, θα βασίζονται στην ελεύθερη βούλησή τους. Για τούτο και το σύμφωνο καταρτίζεται και λύνεται χωρίς παρέμβαση πολιτειακού οργάνου ή θρησκευτικού λειτουργού, ενώ και οι σχέσεις των συντρόφων ρυθμίζονται καταρχήν συμβατικά. Το συμβατικό αυτό μόρφωμα ανταποκρίνεται στο αίτημα εκείνων που αντιμετωπίζουν τη συμβίωση ως κατά βάση ιδιωτική υπόθεση. Η βαρύνουσα σημασία που αποδίδεται στην ιδιωτική αυτονομία και, επομένως, στην ελεύθερη βούληση, εξηγεί και την ονομασία της συμβίωσης ως «ελεύθερης». Σε μια κοινωνία δημοκρατική και πλουραλιστική η ικανοποίηση του αιτήματος αυτού είναι επιβεβλημένη. Αυτή είναι και η απάντηση στην ένσταση «τι χρειάζεται το σύμφωνο, αφού τα ετερόφυλα πρόσωπα μπορούν να συνάψουν γάμο».

Από μία άλλη οπτική γωνία, πιο πραγματιστική, το Σύμφωνο καλύπτει σοβαρές κοινωνικές ανάγκες. Κατά πρώτο λόγο, κατοχυρώνει απολύτως τα παιδιά που θα γεννηθούν από τη συμβίωση, τα οποία αυτομάτως έχουν θεμελιωμένη πατρότητα –όπως ακριβώς συμβαίνει με την έγγαμη συμβίωση- χωρίς την αβεβαιότητα της εκούσιας αναγνώρισης ή την ταλαιπωρία της δικαστικής, ενώ είναι και πλήρως εξομοιωμένα με τα παιδιά που προέρχονται από γάμο. Επιπλέον, το σχέδιο νόμου διασφαλίζει ένα minimum δικαιωμάτων στους συντρόφους (κληρονομικά δικαιώματα, διατροφή μετά τη λύση, αποκτήματα), έστω και σε μικρότερη κλίμακα από ό,τι στο γάμο, αφού αυτό είναι το τίμημα του συμβατικού χαρακτήρα του Συμφώνου. Θα είναι επίσης υποχρεωτική η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, την οποία αρνήθηκε, εν έτει 2007(!) ο Άρειος Πάγος, για τον οποίο οι εξώγαμοι σύντροφοι δεν αποτελούν οικογένεια! Τέλος, η δυνατότητα κοινής υιοθεσίας από το ζεύγος ετερόφυλων προσώπων –που προβλέπεται από το προσχέδιο της επιτροπής, αλλά την οποία με δηλώσεις του απέρριψε ο κύριος Υπουργός της Δικαιοσύνης- συνιστά σημαντική καινοτομία.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές οι ρυθμίσεις του προσχεδίου είναι επαρκείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν επιδέχονται βελτιώσεις.

Γιατί δεν έχουν συμπεριληφθεί τα ομόφυλα ζευγάρια στο προσχέδιο του νόμου;

Η αναγνώριση από το δίκαιο της συμβίωσης ομόφυλων προσώπων αποτελεί ασφαλώς κοινωνική αναγκαιότητα και ανταποκρίνεται στο αίτημα για προσαρμογή του νόμου στην πολλαπλότητα των προτύπων συμπεριφοράς, πέρα από ηθικολογικές κοινοτοπίες, φοβικά σύνδρομα και ιδεοληπτικές αγκυλώσεις. Η διαφορετικότητα όμως της συμβίωσης των ομόφυλων προσώπων επιβάλλει, κατά τη γνώμη μου, διαφορετική -όχι μειονεκτική- ρύθμιση, με την υπαγωγή της σε ένα άλλο παραπλήσιο μόρφωμα. Το αμφιλεγόμενο και ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα της υιοθεσίας από ομόφυλα ζεύγη –στο οποίο η θετική ή αρνητική απάντηση δεν πρέπει να εγκλωβίζεται στο απλουστευτικό σχήμα «προοδευτικό ή αντιδραστικό»- δεν είναι παρά μια πτυχή του ζητήματος.

Η ενιαία, λοιπόν, αντιμετώπιση των ομόφυλων και ετερόφυλων συμβιώσεων αντιφάσκει σε τελική ανάλυση, με το δικαίωμα στη διαφορά των ομόφυλων συντρόφων, για τους οποίους η αναγνώριση και κατοχύρωση από το δίκαιο της σχέσης τους δεν μπορεί να «μιμείται» αυτή των ετερόφυλων. Παρόμοια «μίμηση» καταλήγει στη γραφικότητα, με συνέπεια να αδυνατίζει το δίκαιο του αιτήματος και να διακυβεύεται η πραγματοποίησή του.

της Αναστασίας Λαμπροπούλου

Από την παραπάνω συγκριτική επισκόπηση της ισχύος του Συμφώνου Συμβίωσης σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, προκύπτει ότι το σχετικό ελληνικό νομοσχέδιο εισάγει μια καινοτομία, καθώς, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στα υπόλοιπα κράτη, ρυθμίζει αποκλειστικά σχέσεις ετερόφυλων ζευγαριών. Με εξαίρεση την Αγγλία, την Τσεχία και τη Φινλανδία, όπου το σύμφωνο συμβίωσης κανονίζει τις σχέσεις αποκλειστικά ομόφυλων ζευγαριών, όλα τα υπόλοιπα κράτη προβλέπουν τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης τόσο μεταξύ ομόφυλων όσο και ετερόφυλων. Στην Ισπανία μπορεί να μην ισχύει το σύμφωνο, αλλά η κυβέρνηση Θαπατέρο θεσμοθέτησε κατά την προηγούμενη θητεία της το γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών.

Σημαντικές αποκλίσεις παρουσιάζουν οι ρυθμίσεις που προβλέπει το σύμφωνο συμβίωσης σε σχέση με το γάμο σε διάφορες χώρες. Οι διαφορές αυτές εντοπίζονται σε θέματα όπως τα κληρονομικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα, το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, το ζήτημα του κοινού ονόματος, η δυνατότητα μετανάστευσης αλλοδαπού συντρόφου, η δυνατότητα κατάθεσης κοινής φορολογικής δήλωσης κ.ά. Ενώ σε πολλές χώρες παρατηρούμε πλήρη εξίσωση του συμφώνου με το γάμο (σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα και η λύση του γίνεται με δικαστική απόφαση), σε άλλες χώρες, όπως στην Ελλάδα, τα δικαιώματα που προβλέπει το νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης είναι σαφώς περιορισμένα.

Ακανθώδες ζήτημα για πολλές χώρες αποτελεί και το ζήτημα της υιοθεσίας, καθώς μόνο στην Ολλανδία και την Ισπανία, στις οποίες έχει θεσπιστεί ο γάμος ομόφυλων ζευγαριών, προβλέπεται το δικαίωμα κοινής υιοθεσίας. Στις υπόλοιπες χώρες, είτε απαγορεύεται ρητά τόσο για τα ομόφυλα όσο και για τα ετερόφυλα ζευγάρια που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης, είτε προβλέπεται το δικαίωμα της κηδεμονίας του ενός στο παιδί του/ της συντρόφου του. Παρόλα αυτά, επειδή το ζήτημα της υιοθεσίας ή της κηδεμονίας τέκνου είναι σύνθετο και ρυθμίζεται από πολλές παραμέτρους, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι πληροφορίες που δίνονται στον πίνακα είναι ενδεικτικές και ισχύουν υπό προϋποθέσεις.

του Κωστή Παπαϊωάννου

Όπως είναι γνωστό πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε η πρόθεση του Υπουργείου Δικαιοσύνης να προχωρήσει στην κατάθεση νομοσχεδίου περί Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης.

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) επεσήμανε αμέσως στο Υπουργείο πως ενώ το προτεινόμενο Σύμφωνο σαφώς απαντά σε ρεαλιστικές κοινωνικές ανάγκες, η μη συμπερίληψη των ζευγαριών ιδίου φύλου στις ρυθμίσεις του συνιστά εξαρχής σημείο αδυναμίας του όλου εγχειρήματος, καθώς επιλέγει αφενός να μην θεραπεύσει πραγματικές και διαπιστωμένες εκκρεμότητες αστικής και οικογενειακής φύσεως, και αφετέρου να μην συμμορφωθεί με σειρά δεσμευτικών και για την χώρα μας ρυθμίσεων που απαγορεύουν τις διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Υπενθύμισε μάλιστα ότι ήδη από τον Δεκέμβριο του 2004 είχε τοποθετηθεί συνολικά επί των θεμάτων που άπτονται των εν λόγω διακρίσεων και έχει καταθέσει σειρά προτάσεων προς τους αρμόδιους φορείς, εκ των οποίων η πρώτη αφορά την νομική αναγνώριση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου: «Η ΕΕΔΑ υποστηρίζει τη νομική αναγνώριση της πραγματικής συμβιωτικής σχέσης μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, ούτως ώστε να αρθούν οι δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος τους σε κληρονομικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, υγειονομικό, συνταξιοδοτικό, προνοιακό και εργασιακό επίπεδο. Προτείνεται η σύσταση Ομάδας Εργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία θα διερευνήσει όλες τις όψεις αυτής της αναγνώρισης, αξιοποιώντας την υπάρχουσα διεθνή πρακτική και το υφιστάμενο εγχώριο νομικό πλαίσιο, και προσμετρώντας τις τοποθετήσεις μιας σειράς φορέων που μπορούν να συνεισφέρουν προς την κατεύθυνση του αποτελεσματικού χειρισμού του ζητήματος».

Η θετική ανταπόκριση του Υπουργείου στο διαδικαστικό σκέλος της παρέμβασης, δηλαδή τη σύσταση ομάδας εργασίας, είναι ευπρόσδεκτη. Ωστόσο, η ΕΕΔΑ αμέσως επεσήμανε πως δε θα συμφωνούσε σε μια κλιμακωτή ρύθμιση του ζητήματος, δηλαδή άμεση αναγνώριση της συμβίωσης ετεροφύλων και μελλοντική μελέτη (όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος παραπομπής στις ελληνικές καλένδες) της συμβίωσης ομοφύλων. Με τον τρόπο αυτόν η πολιτεία θα θεσμοθετούσε σήμερα μια διάκριση σε βάρος μιας κατηγορίας συμπολιτών μας και θα τους υποσχόταν πως ίσως η διάκριση αυτή αρθεί αύριο. Μια τέτοια εξέλιξη πρέπει να αποφευχθεί.

Συνοψίζοντας, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από ορισμένα ερωτήματα. Πρώτον, είναι απαραίτητο ένα σύμφωνο συμβίωσης; Καλύπτει πραγματικές ανάγκες μέρους της ελληνικής κοινωνίας; Η απάντηση δε μπορεί παρά να είναι καταφατική. Η κοινωνική πραγματικότητα υποδεικνύει την ανάγκη να προβλεφθούν ρυθμίσεις για τον όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που επιλέγουν να συμβιώσουν χωρίς την τυπική δέσμευση του γάμου. Δεύτερον, είναι ορθή η εισαγόμενη νομοθετική ρύθμιση; Ναι, είναι ορθή αφού διευκολύνει δύο πρόσωπα να ασκούν το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα να ορίζουν τη ζωή τους επιλέγοντας ελεύθερα τον ή την σύντροφό τους και προσφέρει ευελιξία στην επιλογή της μορφής που θέλουν να έχει αυτή η σχέση. Ταυτόχρονα όμως όχι, δεν είναι ορθή η νέα ρύθμιση, αφού αυτό το δικαίωμα δεν παρέχεται σε κάθε άτομο, καθώς αποκλείονται τα ομόφυλα ζευγάρια. Αγνοούνται έτσι οι δεσμευτικές για την χώρα μας ρυθμίσεις που απαγορεύουν τις διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Για τον λόγο αυτόν, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ζήτησε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης να επεκτείνει το συζητούμενο σύμφωνο συμβίωσης και για τα ομόφυλα ζευγάρια.

Εντέλει, η πατερναλιστικού τύπου ηθική καθοδήγηση στον τρόπο που διάγουμε τον αυστηρά ιδιωτικό μας βίο είναι αναμενόμενη όταν εκπορεύεται από έναν θεσμό όπως η εκκλησία. Δεν είναι όμως θεμιτό να διεκδικεί αυτόν το ρόλο μια δημοκρατική πολιτεία.

Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

της Eva Glesser

Το Γαλλικό Ιδιωτικό Σύμφωνο Συμβίωσης (Pacte civil de solidarité-PACS) είναι ένα συμβόλαιο το οποίο δίνει τη δυνατότητα σε δύο ενήλικα άτομα ανεξαρτήτως φύλου, που δε μπορούν ή δεν επιθυμούν να συνάψουν γάμο, να οργανώσουν την κοινή τους ζωή.

Το PACS εισήχθη στο γαλλικό δίκαιο μέσω ενός νόμου της 15ης Νοεμβρίου 1999, ο οποίος ψηφίστηκε επί κυβερνήσεως του Λιονέλ Ζοσπέν. Το κείμενο του νόμου γεννήθηκε από την προσπάθεια κάλυψης του νομικού κενού σχετικά με τα ανύπαντρα ζευγάρια, συμπεριλαμβανομένων και των ομοφυλοφίλων. Απαιτήθηκε πολύς χρόνος και προσπάθεια για την παγίωση του γαλλικού Ιδιωτικού Συμφώνου Συμβίωσης. Ο πολιτικός διάλογος που προηγήθηκε της υιοθέτησης του νόμου δεν είχε προηγούμενο σε ένταση. Αυτό εξηγείται κυρίως από το γεγονός ότι ορισμένοι πολιτικοί εξέφρασαν το φόβο ότι το PACS δε θα ήταν παρά μόνο ένα βήμα για την νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων και της υιοθέτησης παιδιών από αυτούς.

Η διαδικασία σύναψης του Συμφώνου Συμβίωσης είναι σχετικά απλή. Αρκεί η εγγραφή μίας σύμβασης PACS στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου (Tribunal d’ Instance). Απαγορεύεται η σύναψη Συμφώνου Συμβίωσης μεταξύ συγγενών εξ αίματος και εξ αγχιστείας.

Οι σημαντικότεροι λόγοι που οδηγούν στη σύναψη του PACS είναι αφενός το περιουσιακό καθεστώς που επιτρέπει τη δημιουργία κοινής περιουσίας και αφετέρου η προνομιακή φορολογική μεταχείριση, η οποία σταδιακά εξομοιώθηκε με αυτή που απολαμβάνουν τα παντρεμένα ζευγάρια. Επιπλέον, η σύναψη ενός ιδιωτικού Συμφώνου Συμβίωσης υποχρεώνει τους συντρόφους να παρέχουν αμοιβαίως οικονομική υποστήριξη.

Παρόλα αυτά, με τη σύναψη του PACS, οι σύντροφοι δεν καθίστανται ο ένας κληρονόμος του άλλου. Εξάλλου το Σύμφωνο δεν επιφέρει καμία μεταβολή στο επίθετό τους, δεν επηρεάζει τις σχέσεις γονέων-τέκνων και δεν μεταβάλλει τον τρόπο άσκησης της επιμέλειας των τέκνων που αποκτήθηκαν εκτός του PACS. Το Σύμφωνο Συμβίωσης δεν παρέχει το δικαίωμα από κοινού υιοθέτησης τέκνων από τα μέρη, ενώ επίσης δεν νομιμοποιεί την δια ιατρικής υποβοήθησης απόκτηση τέκνων.

Το Σύμφωνο λήγει με την κοινή βούληση των μερών, αλλά και μονομερώς.

Από τη δημιουργία του το PACS έγινε ευρέως αποδεκτό. Έτσι, τα πρώτα 6 χρόνια εφαρμογής του θεσμού, υπογράφτηκαν περισσότερα από 200.000 PACS (τo 2006 συνήφθησαν 275.000 γάμοι και 75.000 PACS). Επιπλέον, κάθε χρόνο ο αριθμός των συμφώνων που συνάπτονται αυξάνεται σημαντικά. Χαρακτηριστικά, κατά το χρονικό διάστημα 2000-2006 ο αριθμός των PACS υπερτριπλασιάστηκε. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 25% από τα συναφθέντα σύμφωνα συμβίωσης έλαβαν χώρα στο Παρίσι και στην ευρύτερη περιφέρειά του. Ο μέσος όρος ηλικίας των ατόμων που συνάπτουν PACS μειώθηκε από 37,6 έτη το 1999 σε 31,5 έτη το 2006, πλησιάζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον μέσο όρο ηλικίας των ατόμων που επιλέγουν το θεσμό του γάμου.

Ωστόσο, αν και σύμφωνα με έρευνες τα προηγούμενα χρόνια σημειώθηκε μείωση του αριθμού των γάμων και αντίστοιχη αύξηση των συναφθέντων συμφώνων συμβίωσης, αυτό δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα δύο φαινόμενα σχετίζονται μεταξύ τους. Κι αυτό διότι το PACS φαίνεται να προσελκύει κυρίως ζευγάρια, τα οποία δεν ενδιαφέρουν οι αυστηροί δεσμοί του γάμου.

Μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το 2007 δείχνει ότι τα εν λόγω ιδιωτικά σύμφωνα μεταξύ ομοφυλοφίλων αποτελούσαν το 1999 το 42% του συνόλου, το 2000 το 25% και το 2006 μόνο το 7%.

Οι υποστηρικτές του PACS είναι ικανοποιημένοι σήμερα από την επιτυχία του θεσμού, ο οποίος φανερά ανταποκρίνεται σε μία ανάγκη. Το PACS αποκάλυψε την πραγματικότητα των σύγχρονων ζευγαριών και κυρίως των ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Αποτελεί ένα ακόμα βήμα στον αγώνα κατά της ομοφοβίας, αλλά και μία νομική διέξοδο για εκείνους που θεωρούν το ενδεχόμενο διαζυγίου που ακολουθεί ένα γάμο ιδιαίτερα επιβαρυντικό.

Ωστόσο, ορισμένοι επικαλούνται τις ελλείψεις ενός θεσμού, ο οποίος δεν καλύπτει σημαντικές πτυχές από την κοινή ζωή των ζευγαριών.

Η Eva Glesser, LL.M. είναι δικηγόρος Αθηνών και Στρασβούργου