07. Ακρίβεια


Είναι υψηλές οι τιμές ή είναι χαμηλοί οι μισθοί;
Ηλίας Ιωακείμογλου, οικονομολόγος, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Θέσεις

Ακρίβεια και πληθωρισμός
Σπύρος Λαπατσιώρας, μαθηματικός, διδάσκει στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης

Για τον πληθωρισμό των φτωχών
Γιώργος Ιωαννίδης, οικονομολόγος, υπ. διδάκτορας στο Τμ. Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης

Advertisements

του Ηλία Ιωακείμογλου

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και των άλλων εισαγομένων πρώτων υλών, αποτελεί σημαντικό παράγοντα όξυνσης του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων και των εργαζομένων για την διανομή του προϊόντος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διατίθεται, πλέον, ένα αυξημένο μερίδιο του ΑΕΠ για την πληρωμή των εισαγομένων πρώτων υλών, αφήνοντας προς διανομή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ένα μικρότερο μέρος του εγχωρίου προϊόντος. Κάθε πλευρά θα πρέπει τώρα να υπερασπιστεί το εισοδηματικό της μερίδιο σε μια μάχη που μόλις άρχισε.

Η πρώτη κίνηση έχει ήδη γίνει από τις επιχειρήσεις, που αυξάνουν τις τιμές τους προσπαθώντας να διατηρήσουν την κερδοφορία τους στα υψηλά επίπεδα προηγουμένων ετών. Η άνοδος των τιμών σχετίζεται και με το γεγονός ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα επιβραδύνεται από το 2004, περιορίζοντας έτσι τις δυνατότητες μείωσης του κόστους παραγωγής.

Η «ακρίβεια», λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο από την απόπειρα των επιχειρήσεων να ανακτήσουν τα «απολεσθέντα» κέρδη από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου και των άλλων πρώτων υλών. Την απόπειρα αυτή μπορεί να την ακυρώσει μια άνοδος των μισθών ανάλογη προς την αύξηση των τιμών.

Μια τέτοια αύξηση των μισθών είναι καταφανώς ανεπιθύμητη από την κυβέρνηση και από την αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό εξηγεί τις μεγάλες συζητήσεις περί περιορισμού των καρτέλ και των δυνατοτήτων των επιχειρήσεων να αυξάνουν τις τιμές, και την σιωπή σχετικά με το ύψος των μισθών.

Η όλη συζήτηση ακούγεται κάπως έτσι: «Οι τιμές είναι υψηλές, δεν είναι οι μισθοί χαμηλοί. Ας μειώσουμε, λοιπόν, τις τιμές».

Και όμως, το 40% των μισθωτών στην Ελλάδα είχαν, το 2007, ακαθάριστες αποδοχές μικρότερες των 1080 ευρώ, και το 22% μικρότερες των 830 ευρώ. Οι μισοί μισθωτοί είχαν αποδοχές μικρότερες των 1250 ευρώ. Από τις αποδοχές αυτές θα πρέπει να αφαιρέσουμε τις εισφορές των εργαζομένων στα ασφαλιστικά τους ταμεία και τον φόρο εισοδήματος που καταβάλλουν. Εάν συγκρίνουμε τον μέσο μισθό που καταβάλλεται στην Ελλάδα με τους αντίστοιχους μέσους μισθούς στις 15 πιο προηγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών σε άλλες χώρες είναι υψηλότερες και σε άλλες χαμηλότερες, θα βρούμε ότι το 2007, η αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού στην Ελλάδα υστερεί κατά 17% του μέσου όρου της ΕΕ-15. Βεβαίως, θα είχε δίκαιο κάποιος να ισχυρισθεί πως η παραγωγικότητα είναι χαμηλότερη στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτόν είναι λογικό να είναι χαμηλότερη και η αγοραστική δύναμη του δικού μας μέσου μισθού. Η παραγωγικότητα της εργασίας, όμως, έχει αυξηθεί σημαντικά μετά το 1995, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σήμερα στο 91% του μέσου όρου της ΕΕ-15 και άρα δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια διαφορά 17% στην αγοραστική δύναμη.

Αυτά ακούγονται κάπως έτσι: «Δεν είναι οι τιμές υψηλές, είναι οι μισθοί χαμηλοί. Ας αυξήσουμε, λοιπόν, τους μισθούς».

Εδώ, συναντάμε τον φόβο όσων ανησυχούν για τις ισορροπίες του οικονομικού μας συστήματος: δικαιολογημένα θα ισχυριστούν ότι οι αυξήσεις των μισθών σε απάντηση των αυξήσεων των τιμών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πληθωριστική χιονοστιβάδα καθώς κάθε πλευρά (οι επιχειρήσεις και οι μισθωτοί) θα επιχειρούσαν να ανακτήσουν το χαμένο τους εισόδημα.

Ο κίνδυνος της πληθωριστικής έξαρσης είναι, πράγματι, υπαρκτός. Ας υποχωρήσουν, λοιπόν, οι επιχειρήσεις, ας αποδεχθούν ότι τα εισοδηματικά μερίδια του κεφαλαίου και της εργασίας θα παραμείνουν σταθερά, και τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα υπάρξει έξαρση του πληθωρισμού.

Κάθε πλευρά θα πρέπει τώρα να υπερασπιστεί το εισοδηματικό της μερίδιο. Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη μπει στην μάχη και είναι απίθανο, αν όχι αδύνατο, να υποχωρήσουν οικειοθελώς. Τι θα κάνει, άραγε, η Αριστερά για να οργανώσει τις δικές μας δυνάμεις, τις δυνάμεις της εργασίας;

Ο Ηλίας Ιωακείμογλου είναι οικονομολόγος, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Θέσεις

του Σπύρου Λαπατσιώρα

Τις τελευταίες μέρες έχει πλέον πάψει ακόμη και από τα δελτία των 8 να θεωρείται ότι η αύξηση των τιμών (την οποία ονομάζουμε πληθωρισμό) ισοδυναμεί με ακρίβεια. Πλέον έχει αρχίσει να γίνεται κοινός τόπος: ακρίβεια σημαίνει οι τιμές των εμπορευμάτων να αυξάνουν περισσότερο από την όποια αύξηση του εισοδήματος. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη δικαιολόγηση: αν οι μισθοί από 100 αυξηθούν σε 200 και η τιμή από 100 γίνει 150 δεν έχω καμία κατάσταση ακρίβειας, μάλλον το αντίθετο. Για να έχω κατάσταση ακρίβειας πρέπει το εισόδημα από 100 να γίνει 150 και η τιμή από 100 να γίνει 200. Επομένως η αύξηση των τιμών δεν σημαίνει ακρίβεια: πρέπει και τα εισοδήματα να αυξηθούν λιγότερο από τις τιμές και να συνεχίσω να αγοράζω αυτά που αγόραζα για τα οποία αυξήθηκαν οι τιμές.

Οι πολιτικές που ασκούνται τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια θέτουν ως στόχο τη σταθερότητα των τιμών. Για την υπηρέτηση αυτού του στόχου επιστρατεύουν μια ιδέα: αιτία της αύξησης των τιμών είναι η αύξηση των μισθών. Έχει προπαγανδιστεί τόσο πολύ που έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος. Ωστόσο δεν ισχύει.

Τιμή, μισθός, κέρδος

Πρώτη σκέψη. Στην τιμή ενός προϊόντος, ας πούμε ενός πακέτου ζυμαρικών, περιλαμβάνονται το κόστος των πρώτων υλών και οι μισθοί που πληρώθηκαν για να παραχθεί αυτό το πακέτο καθώς και τα κέρδη που αντιστοιχούν στη πώληση αυτού του πακέτου. Είναι άμεσα φανερό ότι όταν αυξάνει ο μισθός που αντιστοιχεί στη παραγωγή μίας μονάδας του προϊόντος δεν έχουμε αναγκαία αύξηση της τιμής. Μπορεί το κέρδος να μειωθεί ανάλογα και η τιμή να μείνει σταθερή. Μόνο εφόσον έχουμε ως «κρυφή» σκέψη ότι τα κέρδη οφείλουν να παραμένουν ανεπηρέαστα ή να αυγαταίνουν μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι η αύξηση των μισθών οδηγεί σε αύξηση των τιμών.

Δεύτερη σκέψη. Μπορεί οι μισθοί και το κέρδος να αυξάνουν και η τιμή να παραμένει σταθερή ή να μειώνεται. Αν πληρώνεις μισθό 100 και ο εργαζόμενος στο ωράριο φτιάχνει 100 πακέτα, ο μισθός που αντιστοιχεί σε ένα πακέτο είναι 1. Ας πούμε ακόμη ότι κάθε πακέτο έχει τιμή 3 ενώ το κόστος πρώτων υλών και το κέρδος είναι 1 στο πακέτο. Αν αυξηθεί η παραγωγικότητα, δηλαδή στο ωράριο φτιάχνονται 300 πακέτα, τότε μπορείς να αυξήσεις τον μισθό στα 150 και συγχρόνως να έχεις περισσότερο κέρδος. Πραγματικά: για κάθε πακέτο θα πληρώνεις μισθό μισό ευρώ, θα έχει κόστος πρώτων υλών 1 και με τιμή 3, θα κερδίζεις 1,5 στο πακέτο ή μπορεί και να μειωθεί η τιμή και να διατηρήσεις 1 ευρώ κέρδος ανά πακέτο με πολύ υψηλότερα συνολικά κέρδη εφόσον έχουμε 300 πακέτα πλέον.

Οι επιχειρήσεις είναι ένας μηχανισμός παραγωγής κέρδους. Κέρδος μπορούν να έχουν και αυξάνοντας την παραγωγικότητα και αυξάνοντας τις τιμές. Οι επιχειρήσεις όμως έχουν διαφορετικούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας. Επιχειρήσεις που στηρίζονται στην εισαγωγή τεχνολογίας παρουσιάζουν μεγαλύτερη αύξηση παραγωγικότητας από επιχειρήσεις που στηρίζονται μόνο σε εντεινόμενους ρυθμούς εργασίας. Επίσης, η αύξηση των τιμών είναι δυνατή στο βαθμό που δεν κινδυνεύουν να χάσουν μερίδια αγοράς από άλλες επιχειρήσεις: δηλαδή προϋπόθεση είναι μιας μορφής ολιγοπωλιακή δομή (για παράδειγμα, να έχουν ένα προϊόν που διαφέρει από άλλα και δεν υποκαθίσταται εύκολα ή να ελέγχουν σε σημαντικό βαθμό το δίκτυο διανομής του προϊόντος ή οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει μια ολιγοπωλιακή αγορά). Αλλά αυτή η προϋπόθεση ισχύει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις περισσότερες αγορές κάθε ανεπτυγμένης οικονομίας, όχι μόνο της Ελλάδας.

Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις καταλαβαίνουμε ότι οι αυξήσεις του κόστους των πρώτων υλών (τροφίμων, μετάλλων, πετρελαίου) που προέρχονται από την αύξηση των διεθνών τιμών αυτών δεν συνεπάγονται αυτόματα αυξήσεις τιμών. Συνεπάγονται τάση μείωσης των τρεχόντων επιπέδων κερδοφορίας, μεγαλύτερη για της χαμηλής παραγωγικότητας, μικρότερη για της υψηλής παραγωγικότητας επιχειρήσεις.

Η ιερότητα του κέρδους

Με βάση επίσης τις προηγούμενες σκέψεις μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα αυτά που ζούμε τα τελευταία χρόνια.

Πρώτο. Οι επιχειρήσεις υψηλής παραγωγικότητας, ή που έχουν υψηλούς ρυθμούς αύξησής της, παρουσιάζουν αυξημένα κέρδη λόγω της υψηλότερης αύξησης της παραγωγικότητας σε σχέση με τους μισθούς και λόγω του ότι η αύξηση της παραγωγικότητας δε μεταφράζεται πάντα, όπως θα μπορούσε, σε μείωση των τιμών – αντίθετα μάλιστα. Εδώ υπάρχει και μία δεύτερη διάσταση. Μετά το 2004 η ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου (και έναντι του γιέν) καθιστά ακριβότερα τα προϊόντα που εξάγονται εκτός ζώνης του ευρώ. Δηλαδή, οι επιχειρήσεις που εξάγουν, συνήθως υψηλότερης παραγωγικότητας αλλά όχι μόνο, διαπιστώνουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν μερίδια αγοράς στο εξωτερικό. Την πίεση που προκαλεί αυτή η διαπίστωση μπορούμε να την αισθανθούμε και εμείς από τη διαφορά των τιμών που χρεώνουν οι επιχειρήσεις για τα προϊόντα που πωλούνται εγχώρια σε σχέση με αυτά που εξάγονται. (Ό,τι το 2000 πωλούσαν οι επιχειρήσεις πλην κατασκευών και ενέργειας 100, τώρα πωλείται εγχώρια κατά μέσο όρο 135, ενώ τόσο εκτός ζώνης ευρώ όσο και εντός 113 – στις ευρωπαϊκές χώρες γενικά υπάρχει χαμηλότερος πληθωρισμός έναντι του ελληνικού και οι ελληνικές επιχειρήσεις προσπαθούν να κερδίσουν μερίδια αγοράς. Παρατηρούμε επίσης ότι τα ενδιάμεσα και κεφαλαιουχικά αγαθά εγχώρια πωλούνται σε 140 και έξω σε 114 – ο πιο εντυπωσιακός κλάδος είναι της παραγωγής μονωμένων καλωδίων, όπου εγχώρια πωλεί 605 και εκτός 157). Το συμπέρασμα είναι σαφές. Τα ήδη αυξημένα περιθώρια κερδοφορίας, αυτές οι επιχειρήσεις επιχειρούν να τα αυξήσουν ή να τα διατηρήσουν, μετακυλώντας το κίνδυνο που φέρει κάθε επιχείρηση από τις μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή το κόστος από τις αυξήσεις των τιμών των πρώτων υλών στους «ιθαγενείς» μισθωτούς.

Δεύτερο. Οι επιχειρήσεις με χαμηλή ή με χαμηλούς ρυθμούς αυξανόμενη παραγωγικότητα, για να επιτύχουν τα μέσα περιθώρια κέρδους, δεν μπορούν να αποδεχτούν αύξηση μισθών μεγαλύτερη από την όποια αύξηση παραγωγικότητας έχουν επιτύχει χωρίς να αυξήσουν τις τιμές – διότι αν δεν αυξήσουν τις τιμές μειώνεται το κέρδος ανά μονάδα προϊόντος ή και το συνολικό κέρδος. Όπως όμως γνωρίζουμε το κέρδος είναι «ιερό» και «μη μου άπτου». Αυτές οι επιχειρήσεις προσβλέπουν ως εγγύηση στην ικανοποιητική κερδοφορία τους, με μεγαλύτερη ένταση από την προηγούμενη ομάδα, στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο απορύθμισης της εργασίας (ή μίας πιο βάρβαρης ρύθμισης – το περιεχόμενο σχεδόν κάθε «μεταρρύθμισης» που εξαγγέλλεται τα τελευταία χρόνια). Επειδή μία αύξηση μισθών σε ένα κλάδο αφορά όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου και μία γενική συλλογική σύμβαση όλες τις επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας για να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τα κέρδη θα ήθελαν, σε μεγαλύτερο βαθμό από επιχειρήσεις υψηλής παραγωγικότητας, εργαζόμενους που να μην υπάγονται στην κλαδική ή τη γενική σύμβαση. Γενικότερα εργαζόμενους οι οποίοι δεν θα έχουν διαπραγματευτική δύναμη να διεκδικήσουν αυξήσεις μισθών. Η ύπαρξη εργαζομένων χωρίς δικαιώματα, με χαμηλούς μισθούς και ελαστικές σχέσεις εργασίας, γενικά χωρίς συνδικαλιστική έκφραση, αυτή η «δεύτερη αγορά εργασίας», δίνει το «δικαίωμα» «κανονικών» ή και υψηλών περιθωρίων κέρδους σε αυτές τις επιχειρήσεις χωρίς να χρειάζεται να προχωρήσουν σε σημαντικές αυξήσεις τιμών, όπως συνέβαινε σε όλη την περίοδο πριν την ανατίμηση του ευρώ και την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών. Δεν είναι μόνο η γενιά των 700 ευρώ ή μόνο η Μανωλάδα, είναι ένα μεγάλο τμήμα εργαζόμενων που ανήκει σε αυτή τη κατηγορία (εκτιμήσεις της ΓΣΕΕ αναφέρουν πάνω από ένα εκατομμύριο εργαζομένους που δεν υπάγονται στη γενική συλλογική σύμβαση). Πλην όμως, να σημειώσουμε παρεκβατικά, οι πολιτικές στήριξης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων μέσω της συμπίεσης των μισθών δημιουργούν αντικίνητρα για τις επιχειρήσεις στην επιδίωξη της αύξησης των κερδών μέσω των αυξήσεων παραγωγικότητας, δηλαδή στην αναζήτηση κατάλληλου τεχνολογικού εκσυγχρονισμού.

Ακρίβεια χωρίς πληθωρισμό

Σε αυτή την κατηγορία των εργαζομένων έχουμε ακρίβεια ακόμη και χωρίς πληθωρισμό, επειδή τα εισοδήματα βρίσκονται κάτω από ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής. Με άλλα λόγια, το νεοφιλελεύθερο σχέδιο γενικευμένης «ευελιξίας» της αγοράς εργασίας, της εγκατάλειψης της ιδέας κατώτατων μισθών, συλλογικών συμβάσεων, ελάχιστου ποσοστού απολύσεων, συνδικαλιστικών ελευθεριών, περιορισμού γενικότερα των δικαιωμάτων των εργαζομένων και συμπίεσης των μισθών έχει ως περιεχόμενο το εξής δίλημμα: αν δε θέλετε πληθωρισμό αποδεχτείτε χαμηλούς μισθούς και την αδυναμία να τους αυξήσετε, δηλαδή αποδεχτείτε την αύξηση των ανισοτήτων, της φτώχειας και την ακρίβεια χωρίς πληθωρισμό.

Συνάμα λειτουργεί και ο έτερος άξονας του νεοφιλελεύθερου σχεδίου: ιδιωτικοποιήσεις. Στο βαθμό που μία επιχείρηση ιδιωτικοποιείται ή λειτουργεί πλέον με κριτήρια παραγωγής κέρδους, είναι φανερό ότι σε κλάδους που, για λόγους κοινωνικής πολιτικής, οι τιμές ήταν χαμηλές αναμένονται αυξήσεις τιμών. Αυτή την αναμονή η κυβέρνηση την εκπληρώνει με το καλύτερο τρόπο: Σε σημαντικές επιχειρήσεις που οι τιμές εξαρτώνται από αποφάσεις της κυβέρνησης παρατηρούμε αυξήσεις τιμών πάνω από το γενικό επίπεδο πληθωρισμού με σημαντικότερο παράδειγμα τη ΔΕΗ (δεν μπορεί η ΔΕΗ να είναι μετοχική επιχείρηση και να μην παρουσιάζει κέρδη – βεβαίως η αύξηση των τιμών επιτρέπει και την είσοδο άλλων επιχειρηματιών στην αγορά ενέργειας). Επιπρόσθετα στο βαθμό που υποχρηματοδοτούνται τομείς του δημοσίου, όπως για παράδειγμα η υγεία και η παιδεία, οδηγούνται όσοι μπορούν να ανταπεξέλθουν ή όσοι είναι αναγκασμένοι (ακόμη και με δάνεια) στον ιδιωτικό τομέα υγείας και παιδείας. Αυτή η τάση μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα για άλλα αγαθά, επομένως διογκώνει την ακρίβεια.

Κρίση των μισθών και «κρίση»

Μπορούμε να συμπεράνουμε: η εγγύηση της δυνατότητας κερδοφορίας, μέσω της αποδυνάμωσης της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων και επομένως των εισοδημάτων τους, που παρέχουν οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, αποτελεί τον βασικό όρο της ακρίβειας, εντός της οποίας ζει ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, και της εξώθησης στη φτώχεια ενός μεγάλου επίσης υποσυνόλου του. Ο πληθωρισμός, η αύξηση των τιμών, είναι αποτέλεσμα της επιθυμίας των επιχειρήσεων να διατηρήσουν τα ιστορικά υψηλά επίπεδα κερδοφορίας που εμφανίζουν, δηλαδή μετακυλώντας στους μισθωτούς τα αποτελέσματα αύξησης του κόστους. Η ανομοιογένεια των αυξήσεων παραγωγικότητας και των τάσεων πτώσης του κέρδους καθορίζει τις τάσεις αύξησης των τιμών. Και τέλος, αν υπάρχει μία κρίση, αυτή έγκειται στην κρίση που αντιμετωπίζουν οι μισθωτοί (εφόσον κρίση κερδών δεν υπάρχει, τουλάχιστον προς το παρόν) και στους φόβους να διαμορφωθεί η πιθανότητα/δυνατότητα αυτή η κρίση να μετατραπεί σε αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης και αποδιάρθρωση της κοινωνικής βάσης που αντιπροσωπεύεται σε αυτή.

Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης

του Γιώργου Ιωαννίδη

Ο πληθωρισμός είναι ένα στατιστικό μέγεθος που μετρά την μεταβολή του επιπέδου τιμών μέσα σε μία δεδομένη χρονική περίοδο. Ο δείκτης υπολογίζεται βάσει του «καλαθιού της νοικοκυράς». Ωστόσο το «καλάθι της νοικοκυράς» είναι ένας σταθμισμένος μέσος όρος. Συνίσταται, δηλαδή, σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του συνόλου των προϊόντων και υπηρεσιών που καταναλώνονται από το σύνολο των νοικοκυριών. Στην πραγματικότητα όμως ούτε όλα τα νοικοκυριά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, ούτε καταναλώνουν τα ίδια πράγματα και στις ίδιες ποσότητες αφού το καταναλωτικό προφίλ των νοικοκυριών διαφοροποιείται αναλόγως του μεγέθους (αριθμός μελών), της περιοχής (αστικές, ημιαστικές, αγροτικές περιοχές) και φυσικά του εισοδήματός τους. Για παράδειγμα, ένα νοικοκυριό που δαπανά το 20% του μηνιαίου εισοδήματός του σε κρέας, επηρεάζεται πολύ περισσότερο από μια αύξηση της τιμής του κρέατος απ’ ό,τι ένα νοικοκυριό που δαπανά το 7% του μηνιαίου εισοδήματός του στο ίδιο προϊόν. Όταν αναφερόμαστε στον πληθωρισμό, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο τα διάφορα νοικοκυριά.

Το καταναλωτικό προφίλ των νοικοκυριών

Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η ποσοστιαία κατανομή της μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών, αναλόγως του μηνιαίου εισοδήματός τους, στις δώδεκα βασικές κατηγορίες δαπανών.

Όπως φαίνεται τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη διατροφής.

Μεγάλες διαφορές εμφανίζονται και στις δαπάνες για την κατοικία με σημαντικές εσωτερικές διαφοροποιήσεις εντός της κατηγορίας. Για παράδειγμα, τα ενοίκια αποτελούν το 44% των δαπανών για κατοικία των φτωχών νοικοκυριών, έναντι 18% των πλουσιότερων νοικοκυριών (1). Αντίθετα, οι επισκευές αντιπροσωπεύουν το 25% της δαπάνης για κατοικία της ανώτερης ομάδας, έναντι 12% της δαπάνης των φτωχών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή της δαπάνης για θέρμανση. Τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν αναλογικά λιγότερα χρήματα για πετρέλαιο σε σχέση με τα πλουσιότερα (46% οι φτωχοί έναντι 51% οι πλουσιότεροι). Χαρακτηριστικό είναι ότι για τα νοικοκυριά με μηνιαία εισοδήματα έως 750€ (οι φτωχότεροι των φτωχών), το πετρέλαιο θέρμανσης αντιπροσωπεύει μόλις το 44% της δαπάνης για θέρμανση. Αυτά τα νοικοκυριά προσανατολίζουν το 12% των σχετικών δαπανών σε στερεά καύσιμα (έναντι μόλις 2% των πλουσιότερων). Αντίθετα η δαπάνη για φυσικό αέριο, του οποίου οι τιμές είναι ίδιες για όλους, αντιπροσωπεύει το 8% των φτωχότερων, έναντι 2% των πλουσιότερων νοικοκυριών.

Ο ρόλος των τιμών του πετρελαίου φαίνεται στις δαπάνες για μεταφορές, όπου τα πλουσιότερα νοικοκυριά εμφανίζουν υπερδιπλάσια ποσοστά από αυτά των φτωχών. Η μεγάλη διαφορά οφείλεται στα δαπανώμενα ποσά για αγορά και συντήρηση μεταφορικών μέσων (42% και 49% αντίστοιχα για τους πλουσιότερους, έναντι 29% και 44% για τους φτωχούς). Επιπλέον, η μετακίνηση με μέσα μαζικής μεταφοράς αντιπροσωπεύει το 26% των δαπανών μετακίνησης των φτωχών, έναντι 9% των πλουσιότερων.

Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και στις δαπάνες υγείας (και εδώ παρατηρούνται μεγάλες εσωτερικές διαφοροποιήσεις). Για παράδειγμα τα φάρμακα αντιπροσωπεύουν το 32% της σχετικής δαπάνης για τους φτωχούς, έναντι μόλις 13% για τους πλουσιότερους. Αντίθετα οι τελευταίοι προσανατολίζουν το 76% σε αμοιβές ιατρών εκτός των νοσοκομείων (κυρίως σε οδοντίατρούς), έναντι 56% των φτωχών.

Στην εσωτερική κατανομή των υπόλοιπων κατηγοριών τα πράγματα είναι τα αναμενόμενα. Οι φτωχοί μιλάνε λιγότερο στο τηλέφωνο αλλά πληρώνουν αναλογικά περισσότερα, πάνε σινεμά ενώ οι πλούσιοι πάνε ομαδικά ταξίδια, δεν ξοδεύουν μεγάλα ποσά σε φροντιστήρια, δαπανούν λιγότερα σε διασκέδαση, δεν κάνουν ασφάλεια ζωής ή υγείας που κάνουν οι πλουσιότεροι.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι άλλα είναι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που επηρεάζουν τον προϋπολογισμό των φτωχών και άλλα είναι αυτά που επηρεάζουν τον προϋπολογισμό των πλουσιότερων. Το ερώτημα είναι πόσο αυξήθηκαν αυτά τα προϊόντα ή με άλλα λόγια πόσο είναι ο πληθωρισμός των φτωχών και πόσο των πλουσιότερων;

Η εξέλιξη των τιμών και ο πληθωρισμός των φτωχών και των πλουσιότερων νοικοκυριών

Στον Πίνακα 2 παρουσιάζεται ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή για το σύνολο των νοικοκυριών, για τα φτωχά νοικοκυριά και για τα νοικοκυριά που ανήκουν στην ανώτερη εισοδηματική ομάδα (2).

Όπως φαίνεται από το 1999 έως και το 2004, τα φτωχά νοικοκυριά αντιμετώπιζαν έναν πληθωρισμό ελαφρά χαμηλότερο του μέσου όρου. Ωστόσο από το 2005 και μετά ο ΔΤΚ (συνεπώς και ο πληθωρισμός) των φτωχών νοικοκυριών είναι σταθερά υψηλότερος από τον μέσο όρο. Ειδικά κατά τα έτη 2006 και 2008 ο πληθωρισμός των φτωχών είναι αυξημένος κατά μισή μονάδα.

Ειδικά για το 2008, οι κύριες αιτίες υπέρβασης του μέσου όρου προσδιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις δαπάνες για διατροφή και στέγαση (Πίνακας 3). Ο πληθωρισμός των τροφίμων αποτελεί το 1,6% του συνολικού πληθωρισμού των φτωχών, έναντι 1,2% του μέσου όρου και ο πληθωρισμός της δαπάνης για στέγαση (ως αποτέλεσμα της αύξησης κατά 22,2% των δαπανών θέρμανσης) αποτελεί το 1,7% του πληθωρισμού των φτωχών έναντι 1,1% του μέσου όρου. Με αυτά και με εκείνα ο συνολικός πληθωρισμός των φτωχών είναι κατά 0,5% υψηλότερος από τον μέσο όρο.

Τελικά υπάρχει ακρίβεια των φτωχών και πόσο σημαντική είναι;

Στα παραπάνω φάνηκε ότι τα φτωχά νοικοκυριά, από το 2005 και μετά αντιμετωπίζουν υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο. Και πάλι όμως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι διαφορές που καταγράφονται, είναι σημαντικές μεν στις επιμέρους κατηγορίες, αλλά στο σύνολο δεν είναι τεράστιες. Σημαίνει αυτό ότι τα πράγματα για τους φτωχούς δεν είναι τόσο άσχημα όσο δηλώνουν στην τηλεόραση; Το επιπλέον 0,5% είναι μεν σημαντικό ποσοστό, αλλά είναι ικανό να «ρίξει έξω» τον οικογενειακό προϋπολογισμό; Πως συνδυάζεται ο τηλεοπτικός πανικός με τα παραπάνω νούμερα; Εκτός της δεδομένης υστερίας των δημοσιογράφων η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί σε δύο αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία.

Το πρώτο αφορά τις ατέλειες της μεθοδολογίας μέτρησης του πληθωρισμού. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια «συνομωσία» της ΕΣΥΕ, αλλά με τα όρια της όποιας μέτρησης. Για παράδειγμα, η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών, βάσει της οποίας διαμορφώνεται «το καλάθι της νοικοκυράς» πραγματοποιείται περίπου κάθε 5 χρόνια. Αντίθετα, οι καταναλωτικές συνήθειες των νοικοκυριών μπορεί να αλλάζουν συχνότερα (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σημαντικής αύξησης των τιμών). Με άλλα λόγια, το «καλάθι της νοικοκυράς» αντικατοπτρίζει το καταναλωτικό προφίλ του 2005, αλλά υπάρχει το ενδεχόμενο οι καταναλωτικές συνήθειες να έχουν αλλάξει (άρα και οι σταθμίσεις βάσει των οποίων παράγεται ο συνολικός πληθωρισμός). Ένα επιπλέον στοιχείο αφορά την έννοια της ποιότητας. Για παράδειγμα, ο ΔΤΚ δεν διακρίνει ανάμεσα σε εισαγόμενο και ντόπιο κρέας. Εάν οι τιμές του ντόπιου κρέατος αυξηθούν, τότε είναι εύλογη η υπόθεση ότι μέρος της κατανάλωσης θα προσανατολιστεί στο εισαγόμενο κρέας. Σε αυτό το σενάριο η συνολική δαπάνη για κρέας μπορεί να παραμένει η ίδια (π.χ. 100€/μήνα), ο πληθωρισμός να παραμένει σταθερός, η ποιότητά όμως είναι χειρότερη, άρα και η ποιότητα ζωής είναι χαμηλότερη. Το ποιοτικό στοιχείο ο ΔΤΚ δεν μπορεί να το εκφράσει απόλυτα.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά το πραγματικό περιεχόμενο της τηλεοπτικής δήλωσης κάποιου-ας. Έχω την εντύπωση ότι η δήλωση «οι τιμές έχουν φτάσει στα ύψη» στην πραγματικότητα σημαίνει «δεν μου φτάνουν τα λεφτά». Με άλλα λόγια, είτε η ερώτηση γινόταν φέτος, είτε πέρσι, είτε πριν 4 χρόνια, από ένα τμήμα των ερωτώμενων την ίδια απάντηση θα παίρναμε. Η αιτία είναι οι εξαιρετικά χαμηλοί μισθοί και συντάξεις. Αυτό που αναφέρουμε ως «φτωχά νοικοκυριά» είναι τα νοικοκυριά με μηνιαία εισοδήματα έως 1.100€. Τα νοικοκυριά αυτά αποτελούν το 26% του συνόλου και αποτελούνται κατά μέσο όρο από 1,7 άτομα έκαστο. Οικονομικά ενεργοί είναι μόλις το 22%, ενώ το 36% είναι συνταξιούχοι. Στο εσωτερικό αυτής της ομάδας υπάρχουν και τα νοικοκυριά που έχουν μηνιαία εισοδήματα έως 750€ (10,8% του συνόλου), μέσο μέγεθος 1,5 άτομα και 43% συνταξιούχους. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον τα μισά από αυτά αποτελούνται από 2 άτομα, έκαστος των οποίων έχει εισοδήματα 325€ το μήνα!!! Αυτός ο κόσμος βρίσκεται στα όρια της απόλυτης φτώχειας. Είτε το λάδι κάνει 6€ είτε 7€ δεν πρόκειται να το αγοράσουν, γιατί απλά(; ) δεν έχουν. Η άνοδος επομένως των τιμών, έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη υπάρχον πιεστικό πρόβλημα: το γεγονός ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί και οι συντάξεις ανύπαρκτες.

(1) Με τον όρο «πλουσιότερα νοικοκυριά» αναφερόμαστε στα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα άνω των 3.500€ (Πίνακας 4). Παρά το γεγονός ότι αυτά τα νοικοκυριά βρίσκονται αρκετά πάνω από τον μέσο όρο, δύσκολα θα χαρακτηριζόταν ως «πλούσια». Για παράδειγμα ένα νοικοκυριό τεσσάρων μελών όπου εργάζονται οι δύο γονείς (με μισθό π.χ. 1.400€ έκαστος) και το ένα παιδί (με μισθό 850€), ενώ συντηρεί άλλο ένα παιδί (που ακόμη πάει σχολείο) θα κατατασσόταν σε αυτή την κατηγορία. Το παραπάνω νοικοκυριό προφανώς δεν είναι η οικογένεια Βαρδινογιάννη. Δυστυχώς η κατηγορία (3.501€ και άνω) είναι η ανώτερη κατηγορία που δίνει η ΕΣΥΕ.

(2) Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή είναι ένα μέγεθος που λέει πόσο άλλαξαν οι τιμές αναφορικά με ένα έτος βάσης. Το έτος βάσης είναι το 2005 και παίρνει την τιμή 100. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι εάν το 2000 ο ΔΤΚ είναι 84 και το 2007 είναι 106, τότε ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που το 2005 (έτος βάσης) κόστιζε 100€, το 2000 κόστιζε 84€ και το 2007 κόστιζε 106€. Η ετήσια ποσοστιαία μεταβολή του ΔΤΚ μας δίνει τον ετήσιο πληθωρισμό.

Ο Γιώργος Ιωαννίδης είναι οικονομολόγος, υπ. διδάκτορας στο Τμ. Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης