08. Επισφαλής εργασία


Η ευελιξία συναντά την ασφάλεια
Ευκλείδης Τσακαλώτος, πανεπιστημιακός

Επισφάλεια στην εργασία και την εκπαίδευση
Κώστας Παπασπύρου, οικονομολόγος

Πρόταση νόμου του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου

Advertisements

του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Υπάρχει μια άποψη που αντιμετωπίζει τη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής με όρους σουπερμάρκετ. Η όποια κυβέρνηση μπορεί, με το καλαθάκι της, να διασχίσει το διάδρομο όπου εκδίδονται οι διάφορες επιλογές οικονομικής πολιτικής, και να επιλέξει αυτές τις αρεσκείας της – λίγο ευελιξία από τη Λισσαβόνα, λίγη ασφάλεια από την Δανία και πάει λέγοντας. Με αυτό το τρόπο κάθε χώρα μπορεί να έχει τον συνδυασμό πολιτικών που της ταιριάζει. Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι. Από τη μια μεριά έννοιες όπως η ευελιξία και ασφάλεια είναι εξαιρετικά σύνθετες, και από την άλλη το κατά πόσο μπορούν να συνδυαστούν σηκώνει πολύ κουβέντα.

Ας αρχίσουμε με την ευελιξία. Ποιο είναι το ερώτημα στο οποίο η ευελιξία είναι η απάντηση; Τα προηγούμενα χρόνια η πιο συνηθισμένη απάντηση ήταν ότι η ευελιξία είναι το κλειδί να καταλάβουμε τη σχετικά χειρότερη απόδοση των αγορών εργασίας στην Ευρώπη σε σχέση με τις ΗΠΑ. Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι η Ευρώπη δεν έχει μια αγορά εργασίας, με όμοιο θεσμικό πλαίσιο, αλλά πολλά μοντέλα με σημαντικές διαφοροποιήσεις όσο αφορά την ευελιξία. Επί πλέον δεν ισχύει καθόλου ότι οι χώρες με το πιο προστατευτικό περιβάλλον, και το μεγαλύτερο κοινωνικό κράτος, έχουν να επιδείξουν χειρότερη επίδοση σε όρους απασχόλησης ή ανεργίας.

Βέβαια είναι σχετικά εύκολο να υποστηρίξεις το αντίθετο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικά αν είσαι έτοιμος να αποδείξεις κάποια «ευελιξία» με τα στατιστικά στοιχεία. Έτσι αυτοί που πριν από λίγα χρόνια έκαναν κριτική στους Γάλλους φοιτητές, στη μάχη τους κατά το συμβόλαιο πρώτης εργασίας, τους κατηγορούσαν ότι δεν έπαιρναν σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η Γαλλία, σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει πολύ μεγαλύτερη ανεργία στους νέους. Στην ουσία όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Η ανεργία μετριέται ως ποσοστού των απασχολούμενων εργαζόμενων. Με αυτό το μέτρο όντως υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ανεργία στους νέους στη Γαλλία. Αλλά ο λόγος έχει να κάνει με τη γεγονός ότι οι νέοι απασχολούμενοι είναι λιγότεροι στην Γαλλία γιατί σπουδάζουν περισσότερο και δεν δουλεύουν τόσο πολύ στη διάρκεια των σπουδών τους. Δηλαδή ο παρανομαστής του δείκτη ανεργίας είναι μικρότερος στη Γαλλία και έτσι φαίνεται ότι υπάρχει μεγαλύτερο πρόβλημα – αν η σύγκριση γινόταν σε σχέση με των αριθμών των νέων ανέργων ως ποσοστό των νέων γενικώς (και όχι των εργαζόμενων νέων), οι αποδόσεις των δυο χωρών δεν διαφέρανε. Και κάποιος θα μπορούσε να προσθέσει ότι η μακροπρόθεσμη δυναμική της Γαλλικής οικονομίας ενισχύεται από το να έχει περισσότερους φοιτητές και άτομα σε προγράμματα κατάρτισης.

Γενικά παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ορθόδοξων οικονομολόγων δεν έχουμε αξιόπιστες μελέτες που να αποδεικνύουν ότι η έλλειψη ευελιξίας προκαλεί μεγάλο κόστος – οι πιο πολλές μελέτες είτε δεν βρίσκουν ισχυρή σχέση μεταξύ ευελιξίας και αποτελεσματικότητας, είτε βρίσκουν ότι αυτή η σχέση είναι εξαιρετικά ασταθής με την έννοια ότι αλλάζει όταν αλλάξει η χρονική περίοδο της μελέτης, ή αν ενσωματωθούν και άλλοι παράγοντες. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να εξηγηθεί ακόμα και από τη σκοπιά της ορθόδοξης προσέγγισης. Η ευελιξία στις απολύσεις, για παράδειγμα, σημαίνει ότι σε καλούς καιρούς οι επιχειρηματίες είναι πιο έτοιμοι να προσλάβουνε προσωπικό, αλλά όταν οι καιροί αλλάξουν προς το δυσμενέστερο είναι και πιο εύκολο να απολύσουν. Η μια επίδραση εξουδετερώνει την άλλη. Συγχρόνως, η δυνατότητα να προσλάβουν φτηνό εργατικό δυναμικό επιτρέπει τις επιχειρήσεις να βγάζουν κέρδη χωρίς να ασχοληθούν με την τεχνολογική αναβάθμιση, την καινοτομία και όλους τους άλλους παράγοντες που προωθούν την απόδοση μακροπρόθεσμα.

Αλλά βέβαια ότι η ευελιξία αυξάνει τα κέρδη εξηγεί γιατί την προτιμάει το κεφάλαιο. Από τη σκοπιά της αριστεράς οι αγορές εργασίας εξαρτούνται από τη σχέση του κεφαλαίου με την εργασία. Ο λόγος που η ευελιξία μπήκε τόσο δυναμικά στην ημερήσια διάταξη εξηγείται εν πολλοίς από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο συσχετισμός δύναμης έχει αλλάξει υπέρ του κεφαλαίου. Και η προτεινόμενη ασφάλεια που υποτίθεται ότι θα συμπληρώσει την ευελιξία δεν έρχεται να παρέμβει σε αυτό το συσχετισμό, δεν πρόκειται δηλαδή να δυναμώσει το χέρι των εργαζόμενων αφού δεν επηρεάζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απολύσουν εργαζόμενους. Δεν έχουν με τα προτεινόμενα μέτρα οι εργαζόμενοι περισσότερη ασφάλεια να διεκδικήσουν, για παράδειγμα, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Η ασφάλεια έρχεται να ενισχύσει τον ατομικισμό των εργαζόμενων που υποτίθεται αυτοί, και όχι το κράτος, είναι υπεύθυνοι για την απασχόληση τους. Και με αυτό τον τρόπο βέβαια ενισχύει και των ανταγωνισμό μεταξύ εργαζόμενων. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο συνδυασμός της ευελιξίας και της ασφάλειας είναι να ενισχύσει συλλογικές λύσεις. Αυτό θα ήταν εκτός του πλαισίου της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

του Κώστα Παπασπύρου

Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού που ακολούθησε μετά την οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 επέφερε μια σειρά ανακατατάξεις, σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας. Εστιάζοντας στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα, παρατηρείται διαχρονικά η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας με τη διεύρυνση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, την καταστρατήγηση της εργασιακής νομοθεσίας και την καθήλωση των πραγματικών μισθών, ενώ παράλληλα εμφανίζονται υψηλά ποσοστά ανεργίας. Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση έρευνας (1), στο παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί μια σύντομη παρουσίαση της νέας εργασιακής πραγματικότητας που βιώνουν σήμερα οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας και η σύνδεσή της με την εκπαίδευση.

Τα βασικά ευρήματα της έρευνας συνοψίζονται στα εξής: Ενώ η συντριπτική πλειονότητα των πτυχιούχων δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα ανεργίας 5 με 7 έτη μετά την αποφοίτησή τους, σχεδόν οι μισοί από αυτούς δεν είναι ακόμα επαγγελματικά ενταγμένοι – με άλλα λόγια, δεν έχουν σταθερή και ποιοτική απασχόληση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ένα πέμπτο των ερωτηθέντων εργάζεται με σύμβαση έργου σε έναν εργοδότη (που στις επίσημες στατιστικές καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι), ενώ άλλο ένα 20 % εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Στην ουσία, επομένως, το 45 % της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας εργάζεται με ευέλικτες μορφές απασχόλησης και για ένα μεγάλο μέρος τους, η κατάσταση αυτή τείνει να λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά. Ένα επίσης ιδιαίτερα σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι ακόμα και όταν αποκτούν σταθερή απασχόληση, οι νέοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της απουσίας θετικών προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης και της ετεροαπασχόλησης, με την τελευταία να εμφανίζεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, όπου κατά κανόνα, οι θέσεις εργασίας δεν ανταποκρίνονται στα προσόντα του υψηλά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού.

Όσον αφορά τη χρονική διάρκεια της μετάβασης από την εκπαίδευση στην εργασία, καθοριστικός είναι ο ρόλος αφενός των μεταπτυχιακών σπουδών και της κινητικότητας της εργασίας, αφετέρου. Ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων προχωρά στην πραγματοποίησή μεταπτυχιακών σπουδών, επιτείνοντας έτσι και τη διαδικασία μετάβασης. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μόνο ατομική επιλογή των πτυχιούχων αλλά συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας. Το άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οδήγησε σε «υπερπαραγωγή» πτυχιούχων, με αποτέλεσμα την ακύρωση επί της ουσίας της λειτουργίας του πτυχίου ως «φίλτρου» για την επιλογή εργαζομένων από τις επιχειρήσεις. Τα ευρήματα της έρευνας, σε σχέση με την κινητικότητα της εργασίας, δείχνουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πτυχιούχων έχουν αποκτήσει 2 με 3 εμπειρίες εργασίας, κυρίως σε θέσεις στη δευτερεύουσα αγορά εργασίας και με επισφαλείς συνθήκες, με στόχο την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας. Το στοιχείο αυτό ανατρέπει τις διαδεδομένες αντιλήψεις περί «χλιδάνεργων» και νέων που προτιμούν την ανεργία μέχρι να βρουν ικανοποιητική απασχόληση.

Φυσικά, σε όλα τα παραπάνω, όπως και σε κάποιες άλλες παραμέτρους του ζητήματος που δεν θα εξεταστούν εδώ, επιδρούν πολλοί παράγοντες όπως το φύλο, η κοινωνική/ταξική προέλευση, ο επιστημονικός κλάδος σπουδών, η εργασιακή εμπειρία κατά τη διάρκεια των σπουδών κ.α. Τα χαρακτηριστικά αυτά, όμως, καλύπτουν μόνο τη μια πλευρά του ζητήματος. Από την άλλη, η δυνατότητα εξεύρεσης απασχόλησης και η ποιότητά της θέσης εργασίας εξαρτώνται, κατά κύριο λόγο και σε τελευταία ανάλυση, από τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να δημιουργεί νέες και σταθερές θέσεις απασχόλησης. Σε αντίθεση, λοιπόν, με αυτά που συνήθως εκφέρονται από επίσημα χείλη, για την υψηλή ανεργία των νέων δεν φταίει το εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα το πανεπιστήμιο – άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός του.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η έρευνα αφορούσε πτυχιούχους των ετών 1998-2000, δηλαδή πριν από την αποφοίτηση της πρώτης γενιάς φοιτητών που εισήχθη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τη «μεταρρύθμιση Αρσένη» και τη δημιουργία δεκάδων νέων τμημάτων και πανεπιστημίων ανά την επικράτεια. Η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια, ιδίως με τον τρόπο που προωθήθηκε, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εντείνει τις συνέπειες που αναπτύχθηκαν παραπάνω με την περαιτέρω «προλεταριοποίηση» των πτυχιούχων, ιδιαίτερα δε αν ληφθεί υπόψη και η γενικότερη οικονομική συγκυρία και το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Τα δεδομένα που παρουσιάζονται στην έρευνα οδηγούν στην εξαγωγή ορισμένων χρήσιμων συμπερασμάτων. Πρώτο, και ίσως πιο σημαντικό από όλα, είναι ότι η επισφαλής εργασίας τείνει να αποτελεί πλέον τον κανόνα για τους νέους εργαζόμενους, ιδίως στα πρώτα βήματα της επαγγελματικής τους διαδρομής, με πολλές συνέπειες σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Η ανασφάλεια στην εργασία ακυρώνει οποιαδήποτε προσπάθεια προγραμματισμού της κοινωνικής ζωής ενός νέου ανθρώπου. Η ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς και η δημιουργία οικογένειας παραπέμπονται στις καλένδες. Αν συνυπολογιστούν η καταστρατήγηση του 8ώρου, τα ελαστικά ωράρια και η προσωρινή/μερική απασχόληση, επέρχεται η κατάτμηση ή και η εξαφάνιση του ελεύθερου χρόνου. Στο επίπεδο της οργάνωσης της εργασίας, επίσης, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, εκτός του ότι αποσκοπούν στην αύξηση της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας – ή με μαρξιστικούς όρους στην απόσπαση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας οδηγούν και σε μεγαλύτερη ένταση του πολιτικού ελέγχου του κεφαλαίου πάνω στην εργασία κατά την παραγωγική διαδικασία. Όλα τα παραπάνω επιφέρουν στο κοινωνικό επίπεδο μια συνολική μετατόπιση των κοινωνικών αξιών, με κύρια χαρακτηριστικά τη σταδιακή εξαφάνιση των συλλογικών ταυτοτήτων, την υποχώρηση του δημοσίου, την υποβάθμιση των αξιών της ισότητας και της αλληλεγγύης και την ανάδειξη της ατομικότητας και του ανταγωνισμού στις βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής.

(1) Μαρία Καραμεσίνη κ.α (2008), Η Απορρόφηση των Πτυχιούχων Πανεπιστημίου στην Αγορά Εργασίας: Πανελλαδική έρευνα στους αποφοίτους των ετών 1998-2000, Οριζόντια Δράση Υποστήριξης Γραφείων Διασύνδεσης Πανεπιστημίων, Αθήνα: Διόνικος.

Ο Κώστας Παπασπύρου είναι οικονομολόγος

Τα ζητήματα που αφορούν ελαστικές και επισφαλείς εργασιακές σχέσεις, οι οποίες έχουν λάβει μεγάλες διαστάσεις, δεν ειναι δυνατόν να ρυθμιστούν μόνο με μια νομοθετική ρυθμίση, παρά με συνολική πολιτική γύρω από το οικονομικό ζήτημα καθώς και με πολιτικές απασχόλησης που θα δίνουν έμφαση στην σταθερή και μόνιμη εργασία. Παρόλα αυτά η πρόταση νόμου του ΣΥΡΙΖΑ για την διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου συμβάλλει στον έλεγχο και τη ρύθμιση ορισμένων πεδίων που σήμερα βρίσκονται εκτός ελέγχου. Για την ιστορία, η πρόταση νόμου καταψηφίστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ.

«Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου και μέτρα για την αποτροπή καταστρατήγησης των εργασιακών τους δικαιωμάτων στον ιδιωτικό τομέα, στο δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στο ευρύτερο δημόσιο τομέα»

Βασικό χαρακτηριστικό της πρότασης είναι ότι ως προς τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου υιοθετείται το λειτουργικό (και όχι το τυπικό) κριτήριο. Η έμφαση συνεπώς δίνεται στο πραγματικό γεγονός της παροχής εργασίας από κάποιο φυσικό πρόσωπο για ορισμένο χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως του ειδικότερου χαρακτηρισμού της σχέσης και ανεξαρτήτως αν έχει συναφθεί τηρουμένων τυπικών όρων ή μη.

Άρθρο 1: Ορισμοί

«Σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου» κάθε εν τοις πράγμασι παροχή εργασίας από φυσικό πρόσωπο που έχει τα χαρακτηριστικά σχέσης εξαρτημένης εργασίας και που η λήξη της έχει καθοριστεί από αντικειμενικούς όρους όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της ως σύμβασης έργου, παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σχέση κατάρτισης κ.α. και ανεξαρτήτως αν έχει συναφθεί εγκύρως ή ακύρως, εγγράφως ή ατύπως (παρ. 1).

«Πάγιες και διαρκείς ανάγκες» οι ανάγκες που εκ της φύσεώς τους δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιο, ότι θα λήξουν καθώς και οι ανάγκες των οποίων το χρονικό σημείο λήξης δεν είναι εκ των προτέρων ούτε κατά προσέγγιση προβλέψιμο, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για την ολοκλήρωση έργων ή προγραμμάτων, πραγματοποίηση γεγονότων ή άλλες δραστηριότητες (παρ. 2).

«Εργοδότης» το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο παρέχεται εν τοις πράγμασι η εργασία ή/και ανάγκες του οποίου εξυπηρετεί η παροχή της εργασίας. Οι όμιλοι επιχειρήσεων και οι εποπτεύοντες και εποπτευόμενοι φορείς του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα θεωρούνται ενιαίος εργοδότης στον οποίο παρέχεται η εργασία, ανεξαρτήτως της νομικής αυτοτέλειας των επιμέρους επιχειρήσεων ή φορέων και ανεξαρτήτως της παροχής της εργασίας σε διάφορες επιμέρους αυτοτελείς νομικά επιχειρήσεις ή φορείς που υπάγονται στον ίδιο όμιλο ή εποπτεύοντα φορέα. Ειδικά το δημόσιο και τα εποπτευόμενα από αυτό νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου θεωρούνται ως ενιαίος εργοδότης (παρ. 3).

Άρθρο 2: Επιτρεπόμενη σύναψη συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου – Συνέπειες παραβάσεων

Η σύναψη «συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου» επιτρέπεται μόνο εφόσον με αυτές καλύπτονται στην πραγματικότητα πρόσκαιρες ή εποχικές ή απρόβλεπτες ή επείγουσες ανάγκες του εργοδότη.

Τα όργανα του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα που παραβιάζουν την παραπάνω απαγόρευση τιμωρούνται με φυλάκιση (παρ.3).

Οι «συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου» πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως, στο δε σχετικό έγγραφο να αναφέρονται οι λόγοι. Η παράβαση της διάταξης δημιουργεί τεκμήριο ότι πρόκειται πραγματικά για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (παρ. 4).

Η σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με σκοπό τη δοκιμασία του εργαζομένου απαγορεύεται (παρ. 5)

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και εργαζόμενων σε αυτόν με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής τεκμαίρεται ότι όλες οι σχετικές συμφωνίες υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (παρ. 6-7).

Άρθρο 3: Συνέπεια της σύναψης μη επιτρεπόμενων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αν στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση το βάρος της απόδειξης φέρει ο εργοδότης.

Άρθρο 4: Μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου – Τεκμήριο κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών.

Τεκμαίρεται ότι οι ανάγκες που καλύπτονται με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είναι πάγιες και διαρκείς:

Αν οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου έχουν ανανεωθεί ή παραταθεί τουλάχιστον μία φορά και έχουν συνολική χρονική διάρκεια δέκα οκτώ μηνών τουλάχιστον με ενδιάμεση διακοπή όχι μεγαλύτερη των τεσσάρων μηνών (παρ. 2).

Αν οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου έχουν ανανεωθεί ή παραταθεί τουλάχιστον μία φορά και έχουν συνολική χρονική διάρκεια άνω των είκοσι τεσσάρων μηνών, ανεξαρτήτως διακοπών (παρ. 3).

Άρθρο 5: Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα

Προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού δικαίου και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα και συμπληρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (παρ. 1).

Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στο προσωπικό των Δήμων και Κοινοτήτων και των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (παρ. 3).

Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στο προσωπικό, που προσελήφθη και απασχολήθηκε με σχέσης κατάρτισης στο Δημόσιο (παρ. 4).

Άρθρο 9: Διατήρηση σε ισχύ ευνοϊκότερων ρυθμίσεων

Ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους διατάξεις δεν θίγονται με τον παρόντα νόμο και εξακολουθούν να ισχύουν. (παρ. 1).

Κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης της διοίκησης αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου καταργείται (παρ. 4)

Αθήνα, 8 Νοεμβρίου 2004