10. Border camps


Η παραγωγή των συνόρων στην ενωμένη Ευρώπη

Ελίνα Καπετανάκη, κοινωνική ανθρωπολόγος

Στην παγίδα του νόμου

Οι συνοριακοί χώροι κράτησης
Ελίνα Καπετανάκη, κοινωνική ανθρωπολόγος

Απέλαση, επαναπροώθηση, κράτηση, διαδικασία ασύλου
Αθηνά Σίμογλου, δικηγόρος

Στα σύνορα της Ελλάδας

Advertisements

Της Ελίνας Καπετανάκη

.

Τα νέα σύνορα της ενωμένης Ευρώπης άρχισαν να παράγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας ενιαίος χώρος «ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης». Οι αλλαγές στη φύση των συνόρων ξεκίνησαν με την υπογραφή της σύμβασης Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, η οποία είχε στόχο την «προοδευτική κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα και την εισαγωγή ενός καθεστώτος ελεύθερης κυκλοφορίας όλων των προσώπων που είναι υπήκοοι των κρατών τα οποία την έχουν υπογράψει» (1). Έτσι, το κεκτημένο Σένγκεν υιοθέτησε μέτρα που αφορούσαν τον κοινό καθορισμό των όρων διέλευσης των εξωτερικών συνόρων και την εναρμόνιση των όρων εισόδου και θεώρησης για τις σύντομες διαμονές (καταρτίζοντας μια λίστα 129 χωρών οι υπήκοοι των οποίων χρειάζονται θεώρηση για να εισέλθουν στη ζώνη Σένγκεν).

Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, η συνέχεια δόθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (Οκτώβριος 1997), η οποία αντικατέστησε τις εθνικές περί μετανάστευσης και ασύλου νομοθεσίες των μελών της ΕΕ από την «Κοινοτική Δράση», υπάγοντάς τις από το 1999 και έπειτα στην κοινή ευρωπαϊκή νομοθεσία. Με απώτερο σκοπό την προστασία της καλής λειτουργίας της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς, η ΕΕ θέσπισε το 1999 ένα κοινό σύστημα ελέγχου της μετανάστευσης, των συνόρων και της κινητικότητας των ατόμων.

Αποφασίστηκε από τους Ευρωπαίους εταίρους ότι η ΕΕ είναι μια περιοχή «ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» (2), όπου θα διασφαλίζεται η ελεύθερη διακίνηση ατόμων και αγαθών, παράλληλα όμως με συγκεκριμένα μέτρα που θα αφορούν τον έλεγχο των εξωτερικών της συνόρων, το άσυλο, τους μετανάστες –και γενικά τα άτομα που εισέρχονται ή επιθυμούν να εισέλθουν στην ενιαία ευρωπαϊκή επικράτεια– και την καταπολέμηση του εγκλήματος. Τα μέτρα αυτά κρίθηκαν αναγκαία προκειμένου Ευρωπαίοι αλλά και μη Ευρωπαίοι πολίτες να μπορέσουν να απολαύσουν την ασφάλεια που εγγυάται η ΕΕ.

Προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να μπορέσουν τα κράτη-μέλη να ενεργήσουν ελεγκτικά, δημιουργήθηκαν συγκεκριμένα προγράμματα (Odysseus, 1998-2002, ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνογνωσίας, εκπαίδευση ειδικών σε θέματα μετανάστευσης και ασύλου, Argo, 2002-2006, εξέταση των αιτήσεων για βίζα και εφαρμογή ενός κοινού συστήματος ασύλου), τα οποία χρηματοδοτούνται από κοινοτικούς πόρους. Διατέθηκαν κονδύλια για την πρόσληψη συνοριοφυλάκων, την κατασκευή συνοριακών χώρων κράτησης και τη συνεργασία των κρατών-μελών με «ανεξάρτητους» φορείς (ΜΚΟ). Η παρέμβαση των τελευταίων έχει στόχο την προάσπιση των δικαιωμάτων των μετακινούμενων, κυρίως δε των προσφύγων –όπως ο όρος έχει αποδοθεί από τη Σύμβαση της Γενεύης.

Το 2001 εγκρίθηκε από την ΕΕ ένα ποσό για την ενίσχυση της δράσης που αφορά τις σχέσεις της ΕΕ με τις χώρες προέλευσης των προσφύγων και μεταναστών, με στόχο τη μελλοντική επαναπροώθησή τους σε αυτές. Η δράση αυτή ονομάστηκε «Συνεργασία με τρίτες χώρες» και σκοπός της είναι, μέσω χρηματικής ενίσχυσης για υποδομή και θέσεις εργασίας προς τις χώρες αποστολής μεταναστών και προσφύγων, να μειωθεί ο αριθμός των ατόμων που μεταναστεύουν στην Ευρώπη. Στην ουσία, χορηγείται βοήθεια για την εθελούσια επιστροφή των μεταναστών και προσφύγων και για την υποδοχή τους στις χώρες καταγωγής.

Έτσι, με την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ και με τα προγράμματα που έχει θέσει σε εφαρμογή, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει  αν στο μέλλον θα αυτοπροσδιοριστεί ως «μεταναστευτική κοινωνία» ή θα αρνηθεί έναν τέτοιο χαρακτήρα και θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να ελέγξει την είσοδο και παραμονή των μεταναστών χαρακτηρίζοντάς την παράνομη. Αν στο δίλημμα αυτό επιλέξει την άρνηση της εισόδου στους μετανάστες, οι διαμένοντες στην ΕΕ πρόσφυγες και μετανάστες, ακόμα και ως νόμιμοι για κάποιο διάστημα, θα έχουν τη θέση «φιλοξενούμενων» που όμως στην ουσία δεν θα ανήκουν στην Ευρώπη (3).

Σε σχέση με τη γενικότερη μεταμόρφωση των συνόρων, οι συνοριακοί χώροι κράτησης είναι που επιφέρουν την τομή. Διότι οι χώροι αυτοί μετατρέπουν τη μεθοριακή γραμμή σε μεθοριακή ζώνη, δηλαδή όχι σε τόπο διάβασης, αλλά σε τόπο που αν και πορώδης –αφού παρά τις απαγορεύσεις μετακίνησης είναι διαπερατός– ταυτόχρονα είναι και πεδίο στάσης και περιστασιακής διαμονής.

(1) Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής, Βασικές Συνθήκες, Συμβάσεις και Συμβούλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, http://www.imepo.gr

(2) Βλ. «Freedom, security and justice», http://europa.eu.int/comm/fsj/intro/fsj_intro_en.htm

(3) Steve Peers, «Building fortress Europe: The development of EU migration law», Common Market Law Review 35, 1998, σ. 1235.

.

Η Ελίνα Καπετανάκη είναι κοινωνική ανθρωπολόγος.

  • Κανονισμός Δουβλίνο II (2003): Κάθε κράτος-μέλος καθίσταται υπεύθυνο έναντι των υπόλοιπων κρατών-μελών σε ό,τι αφορά την είσοδο και διαμονή υπηκόων τρίτων χώρών (1). Η ευθύνη αυτή βαραίνει κυρίως τις χώρες που βρίσκονται στα σύνορα της ΕΕ, και επειδή οι χώρες αυτές αποτελούν τον πρώτο σταθμό και το πέρασμα προς τα «πολυπόθητα» ενδότερα και βορειότερα της Ευρώπης, αυτόματα επωμίζονται και τον κυριότερο όγκο της συνοριακής φύλαξης. Σε ό,τι αφορά τους παράνομα εισερχόμενους ή παράνομα διαμένοντες στην ΕΕ, εφόσον συλληφθούν ως παράνομοι για πρώτη φορά σε κάποια χώρα-μέλος, η χώρα αυτή εφεξής είναι υπεύθυνη για την παραμονή ή την απέλασή τους. Έτσι, ακόμα και αν μετακινηθούν στην ΕΕ, όλες οι επόμενες χώρες στις οποίες θα θελήσουν να εγκατασταθούν μπορούν να τους «επιστρέψουν» (απελάσουν) στη χώρα πρώτης εισόδου.
  • Ενιαίο σύστημα δακτυλοσκόπησης Eurodac. Κάθε φορά που κάποιος μετακινούμενος από τρίτη χώρα έρχεται σε επαφή με τις αρχές μιας χώρας-μέλους, παίρνονται τα δακτυλικά του αποτυπώματα και στέλνονται σε μια κεντρική βάση δεδομένων. Έτσι, οι αρχές μπορούν να καθορίσουν αμέσως τη χώρα πρώτης εισόδου στην ΕΕ του ατόμου αυτού.
  • Το σύστημα πληροφόρησης SIS προβλέπει το συντονισμό των εθνικών υπηρεσιών αστυνομίας, τελωνείων, δικαιοσύνης κοκ. Με το δίκτυο SIRENE (Supplementary Information Request at the National Entries), σε περιπτώσεις που εντοπίζεται κάποιο άγνωστο πρόσωπο, χρησιμοποιείται το «Αίτημα για Συμπληρωματική Πληροφόρηση στις Θεωρήσεις Εισόδου» και παρέχονται οι σχετικές πληροφορίες (2).
  • Χαρακτηριστικό είναι το πρόγραμμα PHARE, ένα πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης κυρίως των υπό ένταξη στην ΕΕ χωρών για τον έλεγχο των συνόρων τους, όπως και για την κατασκευή συνοριακών χώρων κράτησης. Δηλαδή, σε κάποιο βαθμό, αποτελεί αντάλλαγμα προς τις νέες χώρες ώστε να επωμιστούν την ευθύνη ρύθμισης της εισροής μεταναστών και προσφύγων (3).
  • Ο μεταναστευτικός έλεγχος προτείνεται να ξεκινά πλέον νωρίτερα, κοντά στους τόπους αποστολής μεταναστών και προσφυγών, δηλαδή πριν φτάσουν οι μετακινούμενοι στον τόπο-στόχο, την Ευρώπη. Η πρόταση «Νέο όραμα για τους πρόσφυγες» (4) (της Μ. Βρετανίας, τον Ιούνιο του 2003 στη συνάντηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Θεσσαλονίκη), μολονότι, προσωρινά τουλάχιστον, απορρίφθηκε, παρ’ όλα αυτά αποτελεί ένδειξη των ευρωπαϊκών προθέσεων για τη μετανάστευση και το άσυλο, ενώ πολύ συχνά γίνεται λόγος για επανεξέτασή της. Πιο συγκεκριμένα, η βρετανική πρόταση αφορά τη δημιουργία «περιφερειακών ζωνών προστασίας» (regional protection zones). Στις ζώνες αυτές, που θα βρίσκονται κοντά στη χώρα υποδοχής των προσφύγων, θα εξετάζονται και οι αιτήσεις για άσυλο. Επίσης, προβλέπεται η δημιουργία «κέντρων προώθησης» (transit processing centers), τα οποία θα βρίσκονται έξω από την περιφέρεια της ΕΕ, συνήθως στη Βόρεια Αφρική, όπου θα συγκεντρώνονται οι αιτούντες άσυλο και θα αναμένουν την απάντηση στο αίτημά τους. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η πρόταση σημαίνει την πρόθεση να μετατοπιστούν οι υποχρεώσεις για προστασία των προσφύγων σε λιγότερο «ανεπτυγμένες» και σαφώς λιγότερο πλούσιες χώρες, όπως επίσης και σε διεθνείς οργανισμούς (λ.χ. ΙΟΜ, International Organization for Migration), που όμως «δεν διαθέτουν τις εδαφικές και κυρίαρχες νομικές αρμοδιότητες των κρατών».

(1) Σ. Περράκης – Π. Μάστακας, Άσυλο, μετανάστες, πρόσφυγες, Σάκκουλας, Αθήνα, 2002, σ. 240-255.

Σχετικά με τα δίκτυα SIS και SIRENE βλέπε Thessaloniki indymedia, «Συνθήκη Σένγκεν», Δελτίο για τους μετανάστες στην Ελλάδα 01, Ιούνιος 2004, σ. 5.

(2) Για το σύστημα ελέγχου δακτυλικών αποτυπωμάτων ΕURODAC και το πρόγραμμα PHARE: http://europa.eu.int/scaldplus/en/lvb/13.3081htm και

http://europa.eu.int/comm/enlargement/pas/phare

(3) Ιός της Κυριακής, «Στρατόπεδα προσφύγων στη νέα ΕΕ. Ανθρώπινες ασπίδες στα σύνορα», Ελευθεροτυπία, 11/7/2004.

(4) «New vision for refugees», New International Approaches to Asylum Processing and Protection, [Correspondence from H.E. Tony Blair, Prime Minister of the United Kingdom to H.E. Costas Simitis, Prime Minister of Greece and President of the European Council, March 10, 2003]. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ηuman Rights Watch, An unjust vision for Europe’s refugees στο http://hrw.org/backgrounder/eca/refugees0603/1.htm καθώς και http://hrw.org/backgrounder/refugees/uk/reg-processing.htm

Της Ελίνας Καπετανάκη

Στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1990 η συνοριακή πολιτική συνδέθηκε στενά με τη μεταναστευτική. Η πρώτη όρισε το πλαίσιο της δεύτερης τόσο καθοριστικά και συγκεκριμένα που σχεδόν ταυτίστηκαν. Έτσι, οι μεταναστευτικές πιέσεις, η οικονομική παγκόσμια συγκυρία, η αναζήτηση της «ασφάλειας» ως απόλυτου αγαθού λειτούργησαν «οχυρωματικά» σε σχέση με τα σύνορα. Έκτοτε τα σύνορα επανδρώθηκαν με περισσότερους φύλακες, αλλά και με νομικούς, κοινωνικούς επιστήμονες, συμβούλους, γιατρούς, ψυχολόγους.

Τα μετακινούμενα άτομα, οι μετανάστες και πρόσφυγες που αδυνατούν να έχουν βίζα και πορεύονται συνήθως παράνομα προς έναν τόπο προκειμένου να βρουν εργασία, συγγενείς, ασφάλεια, κατά την πορεία τους μπορεί να έλθουν αντιμέτωποι με τις αρχές ενός κράτους ή μιας ένωσης κρατών. Αυτό συμβαίνει λίγο αφότου εισχωρήσουν στην κυρίαρχη επικράτειά του ή και λίγο πριν. Στην Ελλάδα και την ΕΕ οι «λαθραία» μετακινούμενοι εντοπίζονται από την Υπηρεσία Δίωξης Λαθρομεταναστών, δηλαδή από συνοριοφύλακες, και έπειτα οδηγούνται σε χώρους κράτησης.

Οι χώροι αυτοί ονομάζονται συνήθως «συνοριακοί χώροι κράτησης», ενώ κάποιες φορές αναφέρονται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ως «συνοριακοί χώροι υποδοχής» ή «φύλαξης». Μάλιστα, αντίστοιχοι χώροι μπορεί να βρίσκονται και στην ενδοχώρα, ενώ η διάρκεια της κράτησης είναι ίδια και οι στόχοι που εξυπηρετούνται παρόμοιοι: Υπάρχουν «τμήματα αλλοδαπών» ή «κρατητήρια αλλοδαπών» σε πόλεις, που έχουν τον ίδιο αριθμό κρατουμένων και υπάγονται στο ίδιο καθεστώς –ή σχεδόν το ίδιο– με ακριτικούς χώρους κράτησης. Ας σημειωθεί βέβαια ότι κάποιοι μεγάλοι χώροι κράτησης που βρίσκονται σε μεγάλες πόλεις δεν λειτουργούν απλά ως τόποι «υποδοχής», αλλά κυρίως ως τόποι απέλασης, αφού σε αυτούς κρατούνται και άτομα όχι μόνο λόγω παράνομης εισόδου στη χώρα, αλλά και λόγω παράνομης διαμονής ή και κάποιου άλλου ποινικού αδικήματος, που συνεπάγεται την απέλασή τους (1).

Οι συνοριακοί χώροι κράτησης δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό ή ευρωπαϊκό φαινόμενο. Στην Ιταλία βρίσκουμε «κέντρα προσωρινής παραμονής και βοήθειας», στη Γαλλία  «ζώνες αναμονής», ενώ η συνοριακή κράτηση για την Ισπανία ξεκινά ήδη από την αφρικανική ήπειρο, δηλαδή από τα στρατόπεδα που βρίσκονται στις πόλεις Θέουτα (στο Γιβραλτάρ) και Μελίγια. Στις ΗΠΑ το ζήτημα της μετακίνησης και του ελέγχου των συνόρων έχει λάβει χρόνια τώρα τεράστιες διαστάσεις. Έτσι, εκτός από τις ομοσπονδιακές φυλακές, υπάρχουν πλέον και ιδιωτικές, συμβεβλημένες με το ομοσπονδιακό κράτος.

Οι συνοριακοί χώροι κράτησης στη χώρα μας, δηλαδή στο νοτιανατολικό άκρο της Ευρώπης, αυξάνονται βαθμιαία, ενώ η κατασκευή τους επιδοτείται αδρά από ευρωπαϊκά κονδύλια. Στους χώρους αυτούς οι παράνομα εισερχόμενοι στην Ελλάδα μπορεί να κρατηθούν μέχρι τρεις μήνες. Μέσα σε αυτό το διάστημα, ο εγκλεισμός σημαίνει για τους παράνομα μετακινούμενους απαγόρευση της κυκλοφορίας τους στην υπόλοιπη επικράτεια, ενώ οι αιτήσεις τους για άσυλο εξετάζονται από την αστυνομία, η οποία και αποφασίζει ποιες θα γίνουν δεκτές. Ο νεότερος στόχος της διοίκησης που ασχολείται με τη γραφειοκρατία των αιτήσεων για χορήγηση πολιτικού ή ανθρωπιστικού ασύλου είναι οι διαδικασίες να γίνουν «συνοπτικές». Έτσι, ενδέχεται οι διαδικασίες να γίνονται πιο σύντομες αλλά ταυτόχρονα και πιο προβληματικές, αφού κάποιες φορές απελαύνονται ή κινδυνεύουν με επαναπροώθηση στην Τουρκία, και έπειτα στη χώρα τους, άτομα για τα οποία η επιστροφή μπορεί να σημαίνει θάνατο. Γενικά, ο εγκλεισμός σε χώρους κράτησης αποτελεί ένα συνεχές και δυνάμει εμπόδιο για τη μετακίνηση, ωστόσο πολύ λίγοι είναι εκείνοι εντός των κρατητηρίων που αποφασίζουν να απελαθούν εκούσια επειδή κουράστηκαν από την κράτηση ή τις αλλεπάλληλες κρατήσεις.

Ποια είναι όμως η «χρησιμότητα» των χώρων αυτών για την ενιαία Ευρώπη από τη στιγμή που τα σύνορα, παρά τα εμπόδια, διαπερνώνται; Για τις συνοριακές χώρες, όπως η Ελλάδα, όπου η εισροή μεταναστών είναι συνεχής και μεγάλη, καθώς η χώρα αποτελεί φθηνό και εύκολο πέρασμα προς τη Δύση, είναι μία διαδικασία που ευνοεί ένα πρώτο «ξεσκαρτάρισμα», δηλαδή την καταγραφή των παράνομα εισερχομένων στη χώρα, αφού τα στοιχεία τους –πλην των δακτυλικών αποτυπωμάτων– μπαίνουν σε λίστες και αποτελούν στοιχεία στατιστικών αναφορών που αργότερα θα αποσταλούν στην Ευρώπη.

Εκτός από την καταγραφή και τον έλεγχο, ένας επιπλέον λόγος ύπαρξης των χώρων αυτών είναι η ένταξη και η διατήρηση των μετακινούμενων σε καθεστώς παρανομίας, το οποίο τους εισάγει και σε μία αντίστοιχη «ταχύτητα» εργασίας και ζωής, άλλη από την «ταχύτητα» με την οποία κινούνται εκείνοι στους οποίους η Συνθήκη του Άμστερνταμ εγγυάται «έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».

Ο εγκλεισμός λοιπόν σε έναν συνοριακό τόπο, αν δεν δίνει λύση στο πρόβλημα της ανεπιθύμητα μεγάλης εισροής μεταναστών και προσφύγων, τουλάχιστον αποτελεί κάποιου είδους δειγματοληπτική μέθοδο, ικανή να οδηγήσει σε συνολικά συμπεράσματα και αποφάσεις χάραξης πολιτικής. Επίσης, ο εγκλεισμός με συνοπτικές διαδικασίες μπορεί να διαχωρίσει ή έστω να δώσει το πρώτο στίγμα για έναν μετέπειτα διαχωρισμό ανάμεσα σε χρήσιμους και απελάσιμους, και όλα αυτά μακριά από την κοινή γνώμη.

(1) Το μεγαλύτερο Τμήμα Αλλοδαπών βρίσκεται στην Αθήνα, είναι χωρητικότητας 500 περίπου ατόμων και λειτουργεί και ως κέντρο από το οποίο οι μετακινούμενοι από όλη την Ελλάδα, αφού μεταφερθούν εκεί από κάποιο άλλο κρατητήριο, απελαύνονται.

Η Ελίνα Καπετανάκη είναι κοινωνική ανθρωπολόγος

Της Αθηνάς Σίμογλου

Παραμεθόριες περιοχές

Σοβαρές παραβιάσεις παρουσιάζονται στα σημεία εισόδου, όπου καταρχήν όλοι ανεξαιρέτως οι αλλοδαποί αντιμετωπίζονται ως παράνομα εισερχόμενοι, χωρίς να διακρίνονται τα άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας ή ειδικής μεταχείρισης. Μεγάλος αριθμός των παρανόμως εισερχομένων αλλοδαπών έχουν χάσει τη ζωή τους στα ναρκοπέδια του Έβρου ή σε ναυάγια, ενώ πολλοί επαναπροωθούνται στην Τουρκία άμεσα και βίαια κατά παράβαση του εθνικού και διεθνούς νομοθετικού πλαισίου. Η εφαρμογή του πρωτοκόλλου επανεισδοχής με την Τουρκία προκαλεί σοβαρές ανησυχίες στο βαθμό που πρόσωπα τα οποία χρήζουν διεθνούς προστασίας επαναπροωθούνται εκεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλειά τους.

Ο χαρακτηρισμός συλλήβδην από τη διοίκηση όσων συλλαμβάνονται και παραμένουν στο ελληνικό έδαφος ως «λαθρομετανάστες» έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση για όλους απόφασης διοικητικής απέλασης, χωρίς να τηρούνται οι στοιχειώδεις εγγυήσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό και διεθνές δίκαιο (δικαίωμα ακρόασης, άμεση ενημέρωση για τα δικαιώματα, διερμηνεία, αποτελεσματική προσφυγή) και κατά παράβαση του άρθρου 33.1 της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 3 της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων ή άλλων μορφών κακομεταχείρισης και άλλων κανόνων υπερνομοθετικής ισχύος. Μετά την έκδοση απόφασης απέλασης ακολουθεί η έκδοση απόφασης κράτησης. Η κράτηση δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Το ανώτατο χρονικό όριο διοικητικής κράτησης είναι 3 μήνες (1). Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι απελάσεις είναι ανέφικτες και συνεπώς θα πρέπει να αναστέλλονται, οι πρόσφυγες παραμένουν κρατούμενοι. Πρόκειται για αυθαίρετη πρακτική, καθώς η διάρκεια της κράτησης καθορίζεται από τις κατά τόπο αρμόδιες αστυνομικές αρχές.

Επομένως κρατούνται:

  • Άτομα που επιθυμούν να υποβάλουν αίτημα ασύλου ή εμπίπτουν σε άλλη μορφή διεθνούς προστασί ή ήδη υπέβαλαν αίτημα, αλλά και όσοι εμπίπτουν στις ως άνω κατηγορίες και αγνοούν τη διαδικασία υποβολής αιτήματος προστασίας.
  • Άτομα των οποίων η απέλαση είναι αντικειμενικά ανέφικτη (πρόσωπα που προέρχονται από Ιράκ, Αφγανιστάν, Σομαλία, Ρουάντα κ.α.). Ωστόσο, πρόσφατη πρακτική να εκδίδεται απόφαση απέλασης χωρίς κράτηση και να αφήνονται ελεύθερα σε 5-7 ημέρες άτομα των οποίων η απέλαση είναι ανέφικτη φαίνεται να ακολουθείται προκειμένου να αποτραπεί η υποβολή αιτήματος ασύλου από αυτά.
  • Άτομα για τα οποία δεν επιτρέπεται η κράτηση, όπως ανήλικοι, θύματα βίας, εμπορίας και διακίνησης, που αντιμετωπίζουν σοβαρά σωματικά ή ψυχικά προβλήματα υγείας ή έχουν ειδικές ανάγκες και αναπηρίες, γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λεχώνες και υπερήλικες.

Η απουσία ουσιαστικής ενημέρωσης ως προς τα δικαιώματα προσφυγής κατά των ως άνω αποφάσεων απέλασης και κράτησης, αλλά και η απομόνωση των προσώπων αυτών από μηχανισμούς συνδρομής (ΜΚΟ, συλλογικότητες, δικηγόροι), συνιστά κατάφωρη παραβίαση των στοιχειωδών δικαιωμάτων τους ως κρατουμένων.

Επιπλέον, η απελευθέρωση των κρατουμένων συνοδεύεται κατά κανόνα με κοινοποίηση της απόφασης απέλασης και διαταγής για εγκατάλειψη του ελληνικού εδάφους εντός 30 ημερών, με αποτέλεσμα την πλήρη καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο και των προσώπων που χρήζουν άλλης μορφής διεθνούς προστασίας, τη στέρηση της ελευθερίας τους, τη μη πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και την ομηρία τους εν τέλει, καθώς καθίστανται πρόσωπα που δεν «υπάρχουν» για την ελληνική διοίκηση.

Αστικά κέντρα

Κατά παράβαση του Π.Δ. 61/1999 (άρ. 1.1), του ν. 2452/1996 και της Σύμβασης της Γενεύης, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης του 1967, οι πρόσφυγες δεν έχουν κατά κανόνα πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, όχι μόνο στις παραμεθόριες περιοχές αλλά και στα αστικά κέντρα.

Η πρακτική της διοίκησης να εκδίδει για όλους απόφαση διοικητικής απέλασης παρατηρείται και στα αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα τη διοικητική κράτηση προσώπων σε κρατητήρια που δεν πληρούν ούτε τις ελάχιστες προδιαγραφές κράτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «πλέον οργανωμένο» κέντρο διοικητικής κράτησης αλλοδαπών στη Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής, όπου κρατούνται και ανήλικοι, δεν υπάρχει προαύλιος χώρος, ενώ η επικοινωνία με δικηγόρους γίνεται πίσω από διαχωριστική σίτα.

Σοβαρότατες πλημμέλειες παρουσιάζονται ως προς τις βασικές εγγυήσεις που προβλέπονται υπέρ του αιτούντος άσυλο. Τόσο στις παραμεθόριες περιοχές, όσο και στα αστικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένης και της Αττικής, όπου καταγράφονται και τα περισσότερα αιτήματα ασύλου, απουσιάζει η εξειδικευμένη αρχή για την εξέταση αιτημάτων ασύλου. Πολλές φορές η συνέντευξη δεν γίνεται από βαθμοφόρο αλλά μόνο από μεταφραστή, ενώ δεν υπάρχουν διαπιστευμένοι διερμηνείς. Ο αιτών δεν λαμβάνει γνώση σε γλώσσα που κατανοεί για τα δικαιώματά του και για την όλη διαδικασία (έλλειψη υποδομής και χρόνου για προφορική ενημέρωση και απουσία εντύπου υλικού). Σημειώνονται σοβαρές παρεκκλίσεις από τις στοιχειώδεις εγγυήσεις του δικαιώματος ακρόασης. Δεν εξασφαλίζεται το απόρρητο της συνέντευξης. Ακόμα και στην εκσυγχρονισμένη αίθουσα του Τμήματος Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής δεν υπάρχουν ξεχωριστοί χώροι που να διασφαλίζουν το απόρρητο της συνέντευξης.

Η απόρριψη σε πρώτο βαθμό του συνόλου σχεδόν των αιτημάτων ασύλου, με πανομοιότυπη μάλιστα αιτιολογία, αποδεικνύει την ουσιαστική κατάργηση του πρώτου βαθμού εξέτασης. Ο δεύτερος βαθμός εξέτασης καθίσταται και ο μοναδικός, στερώντας από τον αιτούντα το δικαίωμα ουσιαστικής προσφυγής.

Πολλές περιπτώσεις υπάγονται στην ταχύρυθμη διαδικασία, χωρίς κατά κανόνα να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο (άρ. 4 Π.Δ. 61/1999). Σημειωτέον ότι η ταχύρυθμη διαδικασία προβλέπεται ως εξαίρεση από την κανονική διαδικασία για λόγους συγκεκριμένους και συσταλτικά ερμηνευόμενους, δεδομένου ότι συνιστά διαδικασία περιορισμού δικαιωμάτων. Όμως συχνά αποτελεί τον κανόνα, όπως στο Τμήμα Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, που καταλήγει να υπάγει στην ταχύρυθμη διαδικασία πρόσωπα που προέρχονται από χώρες που δικαιολογούν διεθνή προστασία (Αφγανιστάν, Σουδάν, Σρι-Λάνκα, Αιθιοπία κλπ) ή πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης για τον χαρακτηρισμό του αιτούντος ως πρόσφυγα.

Άσυλο

Τα χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα χαρακτηρίζουν την πολιτική ασύλου στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία. Παρότι τα τελευταία δύο χρόνια ο δείκτης βελτιώθηκε –από το 0,6% που σημειώθηκε το 2003– τα ποσοστά παραμένουν σκανδαλωδώς χαμηλά σε σχέση με το μέσο όρο στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Σημαντικές καθυστερήσεις που παρατηρούνται σε σοβαρές περιπτώσεις που δικαιολογούν την υπαγωγή στο άρ. 1.Α.2 της Σύμβασης της Γενεύης και τη χορήγηση ασύλου εγκλωβίζουν σε καθεστώς ομηρίας πολλούς πρόσφυγες στην Ελλάδα.

(1) Προς το παρόν, διότι στις 18 Ιουνίου εγκρίθηκε από το Ευρωκοινοβούλιο, με τις ψήφους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Φιλελευθέρων και της Ένωσης για την Ευρώπη των Εθνών, κοινοτική οδηγία η οποία κατοχυρώνει τη δυνατότητα να κρατούνται ως και 18 μήνες οι παράνομοι μετανάστες (ακόμη και ανήλικοι και παιδιά) και να απαγορεύεται για μια πενταετία η επάνοδός τους στη χώρα από την οποία απελάθηκαν, ακόμη και εάν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις (για άσυλο κλπ).

Η Αθηνά Σίμογλου είναι δικηγόρος και μέλος της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών. Το κείμενο βασίστηκε στο υπόμνημα έξι οργανώσεων προς το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης (2007).

Τον Οκτώβριο του 2007 δημοσιεύθηκε η έκθεση The truth may be bitter, but it must be told, που προέκυψε όταν αντιπροσωπεία της γερμανικής οργάνωσης Pro Asyl και μέλη της ελληνικής Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα των Προσφύγων και των Μεταναστών επισκέφθηκαν τα «ειδικά κέντρα κράτησης για αλλοδαπούς» στη Χίο, τη Σάμο και τη Μυτιλήνη. Αποσπάσματα της έκθεσης αναδημοσιεύουμε εδώ, ευχαριστώντας τα μέλη της Ομάδας Δικηγόρων για την παροχή του υλικού και την πολύτιμη βοήθειά τους.

Επαναπροώθηση προσφύγων στο Αιγαίο και τον Έβρο

  • Το ελληνικό Λιμενικό προβαίνει συστηματικά σε επαναπροωθήσεις από τα εθνικά χωρικά ύδατα στην εξωτερική μεθόριο της ΕΕ, προσπαθεί να εμποδίσει τις μικρές βάρκες που μεταφέρουν πρόσφυγες και να τις προωθήσει εκτός εθνικών χωρικών υδάτων. Πρόσφυγες που βρίσκονται σε ελληνικά ύδατα ή ακτές «προωθούνται» πίσω στα τουρκικά ύδατα και οι βάρκες τους καταστρέφονται σκοπίμως, είτε «προωθούνται» σε ακατοίκητες βραχονησίδες. Άνδρες του Λιμενικού συστηματικά κακοποιούν νεοεισερχόμενους πρόσφυγες.
  • Στην περιοχή του Έβρου οι πρόσφυγες συλλαμβάνονται από τη Συνοριοφυλακή και κρατούνται χωρίς να είναι επίσημα καταγεγραμμένοι, στερούμενοι των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους ως κρατουμένων. Τελούν υπό κράτηση χωρίς επικοινωνία με τον εξωτερικό κόσμο για αρκετές μέρες μέχρις ότου παρανόμως και βιαίως «επιστραφούν» στην Τουρκία. Οι πρακτικές που ακολουθούν το Λιμενικό και η Συνοριοφυλακή αποτελούν κατάφωρη παραβίαση της αρχής τη μη επαναπροώθησης (άρ. 33.Ι της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων) καθώς και του απόλυτου δικαιώματος στην προστασία έναντι βασανιστηρίων και κάθε άλλης σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης (άρ. 3.Ι της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων, άρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

Τα κέντρα κράτησης

Στα τρία νησιά που επισκεφθήκαμε δεν υπήρχαν επαγγελματίες διερμηνείς. Στη διαδικασία που λαμβάνει χώρα στα αστυνομικά τμήματα, στο Λιμενικό και στα κέντρα κράτησης, χρησιμοποιούνται ως «διερμηνείς» συγκρατούμενοι. Κατά τη διοικητική διαδικασία δεν προβλέπεται νομική συνδρομή. Στα κέντρα κράτησης που επισκεφθήκαμε υπήρχε μόνο ένας δικηγόρος. Στις τοπικές ομάδες υποστήριξης προσφύγων δεν κατοχυρώνεται η πρόσβαση στα κέντρα κράτησης. Οι κρατούμενοι δεν έχουν επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Στη Σάμο και τη Μυτιλήνη δεν υπάρχει πρόσβαση σε τηλεφωνική επικοινωνία. Τα κινητά τηλέφωνα κατάσχονται. Οι κρατούμενοι δεν ενημερώνονται για το νομικό τους καθεστώς και τα δικαιώματά τους –ούτε αφού αφεθούν ελεύθεροι. Δεν κατανοούν το περιεχόμενο των υπηρεσιακών εγγράφων που τους χορηγούνται με την απελευθέρωσή τους. Οι αποφάσεις απέλασης δεν κοινοποιούνται στα ελληνικά. Δεν υπάρχει δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής κατά της απόφασης απέλασης και κράτησης.

Και στα τρία κέντρα κράτησης που επισκεφθήκαμε, οι συνθήκες κράτησης συνιστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Δεν υπάρχει μέριμνα για ευάλωτες ομάδες (ανήλικοι, θύματα βασανιστηρίων, ασθενείς). Η ιατρική περίθαλψη είναι ανεπαρκής. Στη Μυτιλήνη και τη Σάμο οι κρατούμενοι κατά κανόνα δεν προαυλίζονται. Συχνά οι πόρτες μένουν κλειδωμένες για μέρες. Και στα τρία κέντρα υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για την ποιότητα του φαγητού και του νερού. Οι εγκαταστάσεις υγιεινής είναι εξαιρετικά βρώμικες και δεν επαρκούν. Οι κρατούμενοι δεν εφοδιάζονται με τα απαραίτητα είδη προσωπικής υγιεινής. Δεν υπάρχουν χώροι συνάντησης κρατουμένων. Στα κελιά που επισκεφθήκαμε δεν υπήρχαν έπιπλα πέρα από τα κρεβάτια. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις είναι ακατάλληλες τόσο το καλοκαίρι όσο και το χειμώνα, ενώ στα κέντρα επικρατεί συνωστισμός.

Κέντρο κράτησης, Μερσινίδι Χίου

Βρίσκεται 50 μέτρα από τη θάλασσα και λειτουργεί από το 2003. Υπάρχουν δέκα κτίρια των τριών δωματίων και μιας τουαλέτας, περικυκλωμένα από συρματοπλέγματα. Υπάρχουν 120 κρεβάτια, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δίνει χωρητικότητα 200 ατόμων. Τα κτίρια δεν προστατεύονται από τον αέρα ή τον ήλιο, ενώ τα κτίρια γυναικών μένουν κλειδωμένα τη νύχτα για λόγους ασφαλείας.

Κέντρο κράτησης, πόλη της Σάμου (1)

Σχεδιασμένο κατά την ελληνική κυβέρνηση για 100 άτομα, το κέντρο «φιλοξενούσε» κατά την επίσκεψή μας 192, ανάμεσά τους μια γυναίκα και 14 ασυνόδευτους ανηλίκους. Οι ενήλικοι και οι ανήλικοι δεν διαχωρίζονταν. Το κέντρο στεγάζεται σε ένα πρώην εργοστάσιο, χτισμένο το 1928. Υπάρχει μία μόνο τουαλέτα ενώ η έξοδος στην αυλή εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του αστυνομικού υπηρεσίας. Η αστυνομία αποφασίζει επίσης πότε και για πόση ώρα επιτρέπονται τα τηλεφωνήματα.

Κέντρο κράτησης, Παγανή Μυτιλήνης

Αποτελείται από μεγάλες αποθήκες, η μεγαλύτερη εκ των οποίων διαθέτει 60 κρεβάτια. Οι αρχές ισχυρίζονται ότι το κέντρο έχει σχεδιαστεί για 500 άτομα. Κατά την επίσκεψή μας υπήρχαν εκεί 200. Τα κοντέινερ για οικογένειες και ανηλίκους μένουν αναξιοποίητα, καθώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθούν το καλοκαίρι επειδή δεν διαθέτουν μόνωση. Στην πτέρυγα που μένουν Αφγανοί (ενήλικες και πάνω από 30 ανήλικοι), Παλαιστίνιοι και Ιρακινοί, οι συνθήκες υγιεινής είναι ανυπόφορες. Υπάρχει μόνο μία τουαλέτα και ένα μπάνιο. Το νερό δεν είναι πόσιμο.

(1) [Σ.τ.Ε.] Στη Σάμο λειτουργεί πλέον το νέο κέντρο κράτησης, με πιο ανθρώπινες συνθήκες. Ωστόσο, είναι η μόνο πρόοδος που έχει σημειωθεί από τον καιρό που συντάχθηκε η έκθεση.