11. Κτηνοτροφία


Έχει μέλλον η ελληνική κτηνοτροφία;

Για τη γαλακτοκομία
Βασίλης Κάππας, γεωπόνος με ειδίκευση στην επιστήμη τροφίμων

Βιολογική κτηνοτροφία
Βασίλης Γιολδάσης, γεωπόνος, νομαρχιακός σύμβουλος Άρτας

Απερίφραστα ναι, αν η κυβέρνηση ενδιαφερθεί περισσότερο για τον κλάδο και αν εφαρμόσει μέτρα προάσπισης των συμφερόντων των παραγωγών, με βελτίωση των συνθηκών πρωτογενούς παραγωγής ζωοκομικών προϊόντων.

Και οι πλέον δύσπιστοι δέχονται πλέον ότι η Ελλάδα έχει μεγάλες δυνατότητες παραγωγής ζωικών προϊόντων καλής ποιότητας και απόλυτα ασφαλή, τα οποία επιζητεί όλο και περισσότερο ο σημερινός καταναλωτής ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες διατροφικές κρίσεις (διοξίνες, νόσος τρελών αγελάδων κ.λπ.).

Ο αυστηρός έλεγχος των εισαγόμενων προϊόντων, η καταπολέμηση του φαινομένου της ελληνοποίησής τους και η δυνατότητα αναγνώρισης των ελληνικών προϊόντων από τον καταναλωτή μπορούν να αυξήσουν τη ζήτηση των ελληνικών προϊόντων, να βελτιώσουν το επίπεδο των τιμών του παραγωγού και να δώσουν νέα δυναμική στην ανάπτυξη της ελληνικής κτηνοτροφίας.

Ιδιαίτερη δυναμική ανάπτυξης εμφανίζει ο κλάδος της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας. Η αύξηση της εθνικής μας ποσόστωσης, η αποσύνδεση της ενίσχυσης θηλαζουσών αγελάδων, καθώς και η συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση του νωπού (παστεριωμένου) αγελαδινού γάλακτος, μπορεί να δώσουν νέα ώθηση στον κλάδο.

Τέλος, η παραγωγή επώνυμων και καινοτόμων προϊόντων είναι ένας χώρος στον οποίο η ελληνική κτηνοτροφία θα πρέπει να στρέψει την προσοχή της. Ιδιαίτερα η ανάδειξη των ιδιοτήτων του γιδίσιου γάλακτος και η παραγωγή ειδικών προϊόντων από γιδίσιο γάλα μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση στον τόσο σημαντικό για τη χώρα μας κλάδο της αιγοτροφίας.

Μερικά χρήσιμα στατιστικά στοιχεία…

Με την ευκαιρία παρουσίασης της πορείας και της κατάστασης της κτηνοτροφίας στη χώρα μας και ως ένα είδος απολογισμού, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον τομέα αυτό ως τον «φτωχό συγγενή» και γι’ αυτό επί δεκαετίες παραγνωρισμένο και αδικημένο.

Σήμερα όλοι ξέρουμε ότι η κτηνοτροφία αποτελεί νευραλγικό τομέα της αγροτικής παραγωγής. Σε μια αειφορική και αναπτυγμένη γεωργία υπάρχει ισόρροπη ανάπτυξη και στενή σύνδεση φυτικής και ζωικής παραγωγής. Στην Ελλάδα η ζωική παραγωγή αντιπροσωπεύει μόλις το 1/4 της ακαθάριστης αξίας της γεωργικής παραγωγής και παρά τη βελτίωσή της, παραμένουν ακόμα διαρθρωτικές αδυναμίες και δυσκαμψίες από το παρελθόν που εμποδίζουν την αναπτυξιακή πορεία της.

Η εφαρμογή διαρθρωτικών προγραμμάτων, η χορήγηση εισοδηματικών ενισχύσεων, η εξισωτική αποζημίωση κ.ά. συνέβαλαν κυρίως στη σταθεροποίηση της παραγωγής και όχι στην ποσοτική αύξησή της. Η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στην ελληνική κτηνοτροφία.

Σήμερα η ελληνική γεωργία, σε αντίθεση με τις γεωργίες των αναπτυγμένων χωρών, έχει μεγάλη παραγωγή σε φυτικά προϊόντα, τα οποία είναι μεγάλου όγκου, μικρής αξίας και έχουν μεγάλες δυσκολίες στην αποθήκευση και μεταφορά, και μικρή παραγωγή σε ζωικά προϊόντα, τα οποία είναι μεγάλης αξίας, μικρού όγκου και έχουν μικρότερες δυσκολίες στην αποθήκευση και μεταφορά.

Η κάλυψη των αναγκών της χώρας στα κυριότερα προϊόντα ζωικής παραγωγής από την εγχώρια παραγωγή ανέρχεται περίπου σε 30% στο βόειο κρέας 40-45% στο χοιρινό κρέας, 85-87% στο πρόβειο και αίγειο κρέας καθώς και στο κρέας των πουλερικών, σε 50% στο αγελαδινό γάλα, 100% σε πρόβειο και αίγειο γάλα, 97% σε αυγά και 87% σε μέλι. Η έννοια της αυτάρκειας σε μία ενιαία κοινοτική αγορά είναι σχετική, όμως η πρωτογενής παραγωγή συνδέεται με την ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, την παραμονή του αγροτικού πληθυσμού σ’ αυτές, την εξασφάλιση πρώτης ύλης για τη μεταποίηση στον ιδιαίτερα ευαίσθητο κλάδο των τροφίμων, το ισοζύγιο πληρωμών κ.λπ.

Η μέση κατανάλωση ανά άτομο και έτος στην Ελλάδα είναι για μεν το βόειο κρέας 19 κιλά περίπου, για το αιγοπρόβειο κρέας 13 κιλά περίπου, για το χοίρειο κρέας 30 κιλά περίπου, για το κρέας των πουλερικών 20 κιλά περίπου και για το νωπό αγελαδινό γάλα 40 κιλά περίπου.

Ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης καταναλώνει ετησίως περίπου την ίδια ποσότητα βοείου κρέατος και κρέατος πουλερικών με τον Έλληνα, αλλά καταναλώνει περίπου 45 κιλά χοίρειο κρέας, 70 κιλά νωπό αγελαδινό γάλα και μόλις 4 κιλά αιγοπρόβειο κρέατος.

Αν και οι Έλληνες καταναλωτές προτιμούν τα εγχώρια προϊόντα ιδίως μετά τις αλλεπάλληλες διατροφικές κρίσεις, εν τούτοις στην πλειοψηφία τους διατρέφονται με εισαγόμενα.

Οι εισαγωγές κρέατος αποτελούν το 21% και οι εισαγωγές γάλακτος-γαλ/κών το 16% των συνολικών γεωργικών μας εισαγωγών. Αποτέλεσμα περίπου 1,5 δισεκατ. ευρώ να δαπανώνται κάθε χρόνο για εισαγωγές κρεάτων και γαλακτοκομικών.

του Βασίλη Κάππα

Η παραγωγή γάλακτος για τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη είναι ταυτόσημη με την παραγωγή αγελαδινού γάλακτος. Στην Ελλάδα όμως η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική, καθώς η παραγωγή του αιγοπρόβειου γάλακτος αποτελεί σχεδόν το 60% (1.150.000 τόνοι) της συνολικής παραγωγής, ενώ το υπόλοιπο 40% είναι αγελαδινό γάλα (περίπου 800.000 τόνοι). Οι Έλληνες μαζί με τους Γάλλους κατέχουν τις πρώτες θέσεις στην κατά κεφαλήν κατανάλωση τυροκομικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικά η φέτα (η οποία παράγεται αποκλειστικά από αιγοπρόβειο γάλα) κατέχει σημαντική θέση στο διαιτολόγιο του Έλληνα, κάτι που ερμηνεύει και την πολύ σημαντική παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος στη χώρα μας. Μία πολύ σημαντική παράμετρος της αιγοπροβατοτροφίας είναι η εξασφάλιση εισοδήματος στους κατοίκους ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, όπου οι εναλλακτικές πηγές εισοδήματος είναι πολύ περιορισμένες. Βέβαια παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για εκσυγχρονισμό, η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος γίνεται με αρκετά παραδοσιακό τρόπο, υπό δύσκολες συνθήκες ενώ το εισόδημα των αιγοπροβατοτρόφων έχει μειωθεί δραματικά μετά τις τελευταίες ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις τιμές των δημητριακών, ώστε μπορούμε να μιλάμε ακόμη και για πρόβλημα επιβίωσης του συγκεκριμένου κλάδου, αν δεν υπάρξει κάποια δραστική παρέμβαση.

Στην αντίπερα όχθη η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος γίνεται με πολύ πιο σύγχρονο τρόπο και το μέσο μέγεθος των αγελαδοτροφικών εκμεταλλεύσεων έχει αυξηθεί σημαντικά σε σύγκριση με τις αναπτυγμένες γαλακτοπαραγωγικά χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά. Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα τελευταία 20 χρόνια η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος αποτελεί ένα κλειστό επάγγελμα, υπό την έννοια ότι κανείς δεν μπορεί να ξεκινήσει μια μονάδα παραγωγής αγελαδινού γάλακτος αν δεν έχει εξασφαλίσει τα δικαιώματα παραγωγής (τη λεγόμενη ποσόστωση στη γλώσσα των παραγωγών). Το καθεστώς των ποσοστώσεων (δηλαδή το δικαίωμα κάθε κράτους-μέλους να παράγει συγκεκριμένη ποσότητα αγελαδινού γάλακτος, με επιβολή προστίμου σε περίπτωση υπέρβασης) επιβλήθηκε από την τότε ΕΟΚ, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών του παραγωγού, μετά από την εμφάνιση του φαινομένου των λιμνών γάλακτος που δημιουργήθηκαν από την υπερπαραγωγή (αγελαδινού γάλακτος) στη δεκαετία του ’80 στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη. Βέβαια η ποσότητα παραγωγής γάλακτος που εγκρίθηκε τότε για τη χώρα μας είναι ανεξήγητα χαμηλή, κάτι που έχει ως πρακτική συνέπεια το πολύ χαμηλό ποσοστό αυτάρκειας της Ελλάδας σε γαλακτοκομικά προϊόντα (περίπου στο 50%) σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, έχει ήδη ανακοινώσει την οριστική κατάργηση του καθεστώτος των ποσοστώσεων το 2015, μέσω σταδιακών αυξήσεων των ποσοτήτων που έχει δικαίωμα να παράγει το κάθε κράτος-μέλος. Ήδη σε εφαρμογή αυτής της πολιτικής το Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας ανακοίνωσε την αύξηση των ποσοστώσεων στην Ε.Ε. κατά 2% από τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους. Φυσικά η πολιτική αυτή συναντά αρκετές αντιδράσεις από χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία, ενώ η Γαλλία κρατά μια στάση ουδετερότητας. Υπέρ της κατάργησης των ποσοστώσεων τάσσονται χώρες όπως η Βρετανία, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Ιταλία, που προφανώς βλέπουν ευκαιρίες επέκτασης στην ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένη αγορά γαλακτοκομικών, για την οποία το καθεστώς των ποσοστώσεων αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα. Βέβαια οι αγελαδοτρόφοι σε διάφορες χώρες αντιδρούν φοβούμενοι τη μείωση των τιμών του γάλακτος αλλά και την απώλεια ενός σημαντικού περιουσιακού στοιχείου όπως είναι το δικαίωμα παραγωγής αγελαδινού γάλακτος, το οποίο είναι άμεσα εμπορεύσιμο.

Στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες ο κλάδος της γαλακτοπαραγωγής βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας μετά τις αποκαλύψεις για την ύπαρξη σύμπραξης μεταξύ βιομηχανιών γάλακτος, αφενός για τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τον παραγωγό και αφετέρου για τον καθορισμό των τιμών πώλησης του φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος – οι οποίες ομολογουμένως είναι από τις ακριβότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, τέτοια φαινόμενα πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα και δραστικά από τις αρμόδιες αρχές γιατί συνιστούν νόθευση του υγιούς ανταγωνισμού, δημιουργία υπερκερδών σε βάρος των πολιτών (και όχι καταναλωτών) και σαφή καταστρατήγηση του δικαιώματος επιλογής που έχει ο πολίτης. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού επέβαλε όντως πολύ υψηλά πρόστιμα στους πρωταγωνιστές αυτής της υπόθεσης, αν και θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι να τελεσιδικήσουν οι αποφάσεις αυτές στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια στα οποία έχουν προσφύγει οι βιομηχανίες γάλακτος. Θα πρέπει βέβαια ο συνειδητοποιημένος και ενημερωμένος πολίτης να στέκεται νηφάλια και από απόσταση στην υπερπροβολή κάποιων γεγονότων, στις υπερβολές, στις ακρότητες, στις κραυγές καθώς και στο λαϊκισμό στον οποίο ενίοτε καταφεύγουν τα Μέσα Ενημέρωσης. Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι υπάρχει μια σύγκρουση επιχειρηματικών συμφερόντων μεταξύ αφενός ευρωπαϊκών βιομηχανιών (με τεράστια πλεονάσματα γάλακτος, τα οποία πιθανόν να αυξηθούν μετά το 2015) και εγχώριων βιομηχανιών για κατάληψη μεριδίων στην αγορά γάλακτος (με στόχο από πλευράς των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, την επικράτηση του γάλακτος υψηλής παστερίωσης) και αφετέρου μεταξύ των βιομηχανιών γάλακτος και των αλυσίδων λιανεμπορίου, με στόχο από την πλευρά των σούπερ-μάρκετ την κυριαρχία τους στην παραγωγή και εμπορία του γάλακτος μέσω των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι η ΦΑΓΕ έχει ήδη αποσυρθεί από την παραγωγή φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος (επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της στην παραγωγή γάλακτος υψηλής παστερίωσης), κάτι το οποίο μπορεί να συνδεθεί με τα παραπάνω.

Βέβαια, στο βαθμό που η διάδοχη κατάσταση μετά το τέλος αυτής της υπόθεσης δεν θα είναι, αν μη τι άλλο, χειρότερη από την υφιστάμενη, οι επιχειρηματικές διενέξεις δεν αφορούν τον μέσο πολίτη.

Όμως υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση του καρτέλ του γάλακτος να επηρεάσει αρνητικά το εισόδημα των κτηνοτρόφων, αφού η πίεση που θα δεχθούν οι βιομηχανίες από την μείωση των τιμών είναι πολύ πιθανόν να μετακυλιστεί στην τιμή αγοράς του αγελαδινού γάλακτος, με αποτέλεσμα, ελλείψει διαπραγματευτικής δύναμης, οι κτηνοτρόφοι να εξαναγκαστούν σε νέα μείωση των εισοδημάτων τους. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υφίσταται η ασπίδα προστασίας του εισοδήματός που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι κτηνοτρόφοι μέσω των συνεταιρισμών τους, οι οποίοι διακινούν περίπου το 50% του παραγόμενου γάλακτος (φωτεινό παράδειγμα, η εταιρεία FRIELSLAND που παράγει το γάλα ΝΟΥΝΟΥ, η οποία αποτελεί μια κολοσσιαία συνεταιριστική επιχείρηση των Ολλανδών αγελαδοτρόφων με σημαντικά μερίδια στη χώρα μας). Με δεδομένα τα παραπάνω η ανάγκη αυτοοργάνωσης των Ελλήνων γαλακτοπαραγωγών, με οποιοδήποτε τρόπο κρίνουν πρόσφορο, είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και επιβεβλημένη.

Για τους πιο τολμηρούς, ίσως είναι και μια πολύ καλή περίοδος για τη δημιουργία μικρών μονάδων παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, υψηλής ποιότητας και τοπικής εμβέλειας, ακόμη και βιολογικού χαρακτήρα. Από την πλευρά μας εμείς ως συνειδητοποιημένοι πολίτες πρέπει να στηρίξουμε την προσπάθεια μικρών παραγωγών οι οποίοι θα μας προσφέρουν ποιοτικά προϊόντα σε λογικές τιμές. Με τον τρόπο αυτό πετυχαίνουμε: α) την κατανάλωση των πλέον φρέσκων προϊόντων, β) την ενίσχυση της εγχώριας κτηνοτροφίας και κατ’ επέκταση της τοπικής οικονομίας, και γ) τη συγκράτηση των τιμών μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού.

Ο Βασίλης Κάππας είναι γεωπόνος με ειδίκευση στην επιστήμη των τροφίμων, απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης.

του Βασίλη Γιολδάση

Βιολογική κτηνοτροφία αποκαλείται η εκτροφή των ζώων σύμφωνα με τον Κανονισμό 2092/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως αυτός συμπληρώθηκε από τον Κανονισμό 1804/99/ΕΚ του Συμβουλίου και όπως αυτοί τροποποιούνται και ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου μια εκμετάλλευση να χαρακτηριστεί ως «βιολογική» πρέπει να τηρεί τις διατάξεις του Κανονισμού (διατροφή, στάβλισμα, χώροι ελεύθερης κίνησης και άσκησης, εκτάσεις διασποράς των αποβλήτων, βοσκότοποι κ.λπ.).

Είναι γνωστό και αναμενόμενο ότι για τον παραγωγό η μετατροπή μιας κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης από συμβατική σε βιολογική συνεπάγεται απώλεια παραγωγής. Με δεδομένο ότι γενικά μέχρι σήμερα η εμπορία δεν μπορεί να αναπληρώσει την απώλεια παραγωγής και κατ’ επέκταση το εισόδημα, αναγκαστικά ο κτηνοτρόφος αποβλέπει για την αναπλήρωση του εισοδήματός τους στην πριμοδότηση. Πριμοδότηση όμως για τη μετατροπή της συμβατικής εκμετάλλευσης σε βιολογική μπορεί να εισπράξουν οι κτηνοτρόφοι από το \Γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο «3.2 Βιολογική Κτηνοτροφία» του άξονα 3. Στο πλαίσιο του μέτρου αυτού επιδοτούνται η:

  • Εκτατική και ημισταυλισμένη προβατοτροφία και αιγοτροφία.
  • Εκτατική και ημισταυλισμένη βοοτροφία.
  • Εκτατική και ημισταυλισμένη χοιροτροφία.

Ωστόσο δεν επιδοτούνται η μελισσοκομία και η πτηνοτροφία, κλάδοι στους οποίους γίνονται ήδη αξιόλογες προσπάθειες μετατροπής εκμεταλλεύσεων σε βιολογικές. Εδώ οι παραγωγοί προσδοκούν στην αναπλήρωση του εισοδήματός τους (από την απώλεια παραγωγής) από τη μεγαλύτερη τιμή που θα πετύχουν στην αγορά και μόνο απ’ αυτή.

Όμως και από τις παραπάνω εκμεταλλεύσεις που πριμοδοτούνται από το μέτρο 3.2, στη χώρα μας δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν όλες οι εκμεταλλεύσεις, και μάλιστα οι πιο δυναμικές\. Και αυτό γιατί επιπλέον στόχος του μέτρου 3.2 είναι η αειφορική διαχείριση των βοσκοτόπων, η προστασία του περιβάλλοντος, ο σεβασμός της ευημερίας των ζώων και η παραγωγή βιολογικών προϊόντων ζωικής προέλευσης. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου η εκμετάλλευση να ενταχθεί στο πρόγραμμα των επιδοτήσεων του μέτρου 3.2 είναι να υπάρχουν διαθέσιμοι βοσκότοποι και σε έκταση τέτοια που να καλύπτουν την πυκνότητα βόσκησης που ορίζουν οι κώδικες ορθής Γεωργικής Πρακτικής (ΚΟΓΠ). Μάλιστα οι εκτάσεις της εκμετάλλευσης που καλλιεργούνται για παραγωγή βιολογικών ζωοτροφών (μηδική, βίκος, άχυρα κ.λπ.) και συγκομίζονται ανεξάρτητα από το εάν χρησιμοποιούνται κατά διαστήματα για βοσκή των ζώων, δεν υπολογίζονται στις εκτάσεις των απαιτούμενων βοσκοτόπων για επιδότηση στο μέτρο 3.2. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αποκλείονται από τις επιδοτήσεις του μέτρου δύο δυναμικές κατηγορίες εκμεταλλεύσεων που τις κατέχουν πιο δυναμικοί και πιο νέοι σε ηλικία κτηνοτρόφοι: πρώτον, οι εκμεταλλεύσεις των κτηνοτρόφων των πεδινών περιοχών, που είναι γνωστό ότι δεν έχουν στην κατοχή τους και ούτε μπορεί να βρουν στην περιοχή τους απαιτούμενους βοσκότοπους και, δεύτερον, οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι χρειάζεται να έχουν βοσκοτόπους και στη χειμερινή τους πεδινή διαμονή, εκτάσεις όμως που, όπως και οι συνάδελφοί τους των πεδινών περιοχών, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν.

Ουσιαστικά λοιπόν μένουν για ένταξη οι εκμεταλλεύσεις των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών που μπορούν να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες εκτάσεις από τους κοινοτικούς και συνεταιριστικούς βοσκότοπους. Είναι όμως γνωστή η κατάσταση που επικρατεί στις εκμεταλλεύσεις αυτές: κυρίως εξαιτίας της ηλικιακής τους σύνθεσης, οι ασχολούμενοι με αυτή τη δραστηριότητα δεν είναι διατιθέμενοι να μπουν σε μια διαδικασία μετατροπής των εκμεταλλεύσεων σε βιολογικές. Να λοιπόν ο πρώτος ανασταλτικός παράγοντας για να προσπαθήσουν περισσότεροι κτηνοτρόφοι να μπουν στη διαδικασία παραγωγής βιολογικών ζωικών προϊόντων.

Όμως και αυτοί που εντάχθηκαν ήρθαν στην πορεία αντιμέτωποι με έναν, δεύτερο, ανασταλτικό παράγοντα που είναι η απαιτούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της εκμετάλλευσής τους. Οι χρονοβόρες, πολύπλοκες και σε πολλές περιπτώσεις αξεπέραστες δυσκολίες ανάγκασαν πολλούς να εγκαταλείψουν την προσπάθεια και άλλους να δίνουν μάχη με το χρόνο για να μην «πεταχτούν έξω» από το πρόγραμμα, ποντάροντας στις κάθε φορά παρατάσεις που δίνει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης προκειμένου να καταθέσουν τις άδειες. Και αυτό παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις ότι οι διαδικασίες για την έκδοση των αδειών θα γίνουν πιο απλές. Ακούσαμε τελευταία από τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης ότι κάτι τέτοιο θα γίνει με το κατατεθέν για ψήφιση νομοσχέδιο για την κτηνοτροφία. Αρκεί να γίνει!!!

Όλα τα παραπάνω αφορούν τη Γ’ Προγραμματική περίοδο 2000-2006 (ΚΠΣ). Αν κάνουμε έναν απολογισμό, το αποτέλεσμα είναι πενιχρό και πολύ κάτω από τους στόχους και τις επιδιώξεις, και σίγουρα η προσπάθεια παραγωγής βιολογικών ζωικών προϊόντων βρίσκεται πιο κάτω από τα στοιχεία που δίνει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στον τρίτο βασικό ανασταλτικό παράγοντα, που θα δώσει «το αγώγι στον αγωγιάτη»: στην αγορά βιολογικών κτηνοτροφικών προϊόντων. Αυτή η αγορά μέχρι σήμερα είναι σε νηπιακή κατάσταση και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στηρίξει τις προσπάθειες των παραγωγών και να αναπληρώσει το απολεσθέν εισόδημα από την μειωμένη παραγωγή.

Βαδίζουμε με καθυστέρηση προς τη Δ’ Προγραμματική περίοδο 2007-2013 (ΕΣΠΑ), το γνωστό και πολυδιαφημισμένο «πρόγραμμα Αλέξανδρος Μπαλτατζής», που κατά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης θα λύσει τα προβλήματα της περιφέρειας και των αγροτών. Όμως για το θέμα των βιολογικών και ιδιαίτερα της βιολογικής κτηνοτροφίας, από αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας και από τις διαμαρτυρίες αγροτικών φορέων, φαίνεται ότι έχουμε απεντάξεις κλάδων παραγωγής (από το πρόγραμμα) και μειώσεις τιμών σε άλλους. Αν αυτά ισχύουν, σίγουρα θα έχουμε παραπέρα μείωση της παραγωγής βιολογικών κτηνοτροφικών προϊόντων.

Οι αγροτικοί φορείς, οι αγρότες και κτηνοτρόφοι πρέπει να αντιτάξουν τη δική τους θέση και να παλέψουν να πραγματοποιηθεί. Να απαιτήσουν να αρθούν τα βαρίδια της τρίτης προγραμματικής περιόδου που αναφέραμε παραπάνω και να ισχύσουν τουλάχιστον οι ίδιες πριμοδοτήσεις και στους ίδιους κλάδους και τη Δ’ Προγραμματική περίοδο. Παράλληλα όμως πρέπει να ενισχυθούν, για την παραγωγή βιολογικών κτηνοτροφικών προϊόντων, και εκμεταλλεύσεις που δεν μπορούν να ενταχθούν στο μέτρο 3.2, όπως είναι οι εκμεταλλεύσεις πεδινών περιοχών και οι εκμεταλλεύσεις των μετακινούμενων κτηνοτρόφων. Να ενισχυθούν τουλάχιστον για ένα διάστημα και να γίνει ταυτόχρονα απ’ όλους προσπάθεια οργάνωσης της εμπορίας, για να μπορέσει η αγορά να δώσει το επιπλέον απολεσθέν εισόδημα.

Για να γίνουν όμως πράξη τα αιτήματα του αγροτικού κόσμου στην εποχή των διατροφικών σκανδάλων, των καρτέλ, των μεταλλαγμένων, της ερήμωσης της περιφέρειας και της απαξίωσης του αγροτικού επαγγέλματος χρειάζεται μια άλλη αγροτική πολιτική.

  • Μια αγροτική πολιτική που θα έχει στο επίκεντρό της τον εργαζόμενο αγρότη και την παραγωγή ασφαλών προϊόντων για τους καταναλωτές.
  • Μια αγροτική πολιτική σε αντίθεση με τα καρτέλ και τους βιομήχανους και τους εμπόρους των αγροτικών μέσων και εφοδίων που απομυζούν τον ιδρώτα των αγροτών.
  • Μια αγροτική πολιτική που θα στηρίζει την οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση και των παραγωγικό συνεταιρισμό ενάντια στους μεσάζοντες και καιροσκόπους.
  • Μια αγροτική πολιτική που θα στηρίζει τους αγρότες για να παραμείνουν στις περιοχές τους, γιατί προϋπόθεση για την προστασία του περιβάλλοντος και την ανάπτυξή του τουρισμού είναι η μόνιμη παρουσία ανθρώπων στην περιοχή.

Χωρίς τους έστω και λίγους μετακινούμενους κτηνοτρόφους μεγάλο μέρος του ορεινού όγκου της πατρίδας μας θα παρουσίαζε μια εικόνα τέλειας απερήμωσης, αποθαρρυντική ακόμα και για τον πιο καλοπροαίρετο επισκέπτη, με εξαίρεση τις 10 ημέρες του Ιουλίου ή του Αυγούστου και μερικά Σαββατοκύριακα που έρχονται οι αστικοποιημένοι απόδημοι ως παραθεριστές.

Μια τέτοια αγροτική πολιτική μπορεί να την εφαρμόσει μια άλλη κυβέρνηση με πυρήνα τις δυνάμεις της Αριστεράς. Ο ΣΥΝ μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά σ’ αυτή την προσπάθεια.

* Ο Βασίλης Γιολδάσης είναι γεωπόνος, νομαρχιακός σύμβουλος Άρτας