13. Τουρισμός


«Απαγορεύεται η κατασκήνωση»
Κωστής Μασούρας και Πασχάλης Σαμαρίνης

Η τουριστική κατοικία και οι προφάσεις του ειδικού χωροταξικού σχεδίου για τον τουρισμό
Μπέττη Χατζηνικολάου, εμπειρογνώμονας σε θέματα τουρισμού

Το σχέδιο για το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξίας και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και γιατί πρέπει να αποσυρθεί
Αλέξης Χατζηδάκης, αρχιτέκτων-πολεοδόμος

Περί Μυκόνου, τουρισμού και κοσμοπολιτισμού
Δέσποινα Νάζου, κοινωνική ανθρωπολόγος

Των Κωστή Μασούρα και Πασχάλη Σαμαρίνη

Η πρώτη προσπάθεια νομοθετικής διευθέτησης του ζητήματος των διακοπών και της κατασκήνωσης στη φύση εντοπίζεται στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Ο νόμος 3815/1955 «Περί κέντρων διακοπών και παραθερισμού αλλοδαπών εν Ελλάδι» προσδιορίζει τον φυσικό χώρο της ελληνικής υπαίθρου που προορίζεται για διακοπές και ορίζει ένα πρώτο πλαίσιο λειτουργίας του. Ουσιαστικά ο ν. 3815/55 αποκρυσταλλώνει μία αντίληψη για την ελληνική φύση και ύπαιθρο ως κεφάλαιο, από το οποίο η εθνική οικονομία δύναται, μέσω του τουρισμού, να αποκομίσει σημαντικά οφέλη. Η τουριστική δραστηριότητα θεωρείται, άλλωστε, χωρικά και κοινωνικά οριοθετημένη, οπότε η «ελεύθερη» κατασκήνωση –τα «παραθεριστήρια» των κατοίκων της υπαίθρου και οι ευκαιριακές επισκέψεις των κατοίκων της πόλης– τοποθετείται εκτός των ορίων αυτών.

Η αφομοίωση της πρακτικής του ελεύθερου κάμπινγκ εντάσσεται, στη δεκαετία του ’60, σε ένα ευρύτερο κλίμα έντονων κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων. Ωστόσο, αν ο αντικομφορμιστικός χαρακτήρας της ελεύθερης κατασκήνωσης ήταν θελκτικός για μία ορισμένη κατηγορία του κοινωνικού συνόλου, η δυνατότητα της ελληνικής οικογένειας να κάνει «φθηνές» και ταυτόχρονα ποιοτικές διακοπές στην ελληνική ύπαιθρο ήταν το στοιχείο που εξασφάλισε σταδιακά στην ελεύθερη κατασκήνωση μία ευρεία κοινωνική αποδοχή.

Μεταπολιτευτικά, ο ν. 392/1976 «Περί ιδρύσεως και λειτουργίας χώρων οργανωμένης κατασκηνώσεως (κάμπινγκ) και άλλων τινών διατάξεων» θέτει για πρώτη φορά ρητή απαγόρευση στην πρακτική της ελεύθερης κατασκήνωσης [Απαγορεύεται η εγκατάστασις σκηνών ή στάθμευσις τροχοσπίτων εις αρχαιολογικούς χώρους, αιγιαλούς, πλατείας, παρυφάς δημοσίων δασών, δάση και εν γένει κοινόχρηστους χώρους (άρ. 10, παρ. 2)]. Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, δεν προβλέπεται ποινή για τους παραβάτες.

Η ρυθμιστική παρέμβαση του ν. 779/1978 «Περί συμπληρώσεως των διατάξεων του Άρθρου 10 του ν. 392/76» δεν αφορά παρά την επιβολή κυρώσεων και την προτροπή των κρατικών αρχών προς μία λιγότερο ανεκτική και περισσότερο αυστηρή αντιμετώπιση των ελεύθερων κατασκηνωτών, οι οποίοι (κατά τα φαινόμενα) «δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις» [Οι  παραβάται  της  διατάξεως ταύτης ειδοποιούνται υπό της αρμοδίας αστυνομικής, λιμενικής, δασικής, δημοτικής  ή κοινοτικής  αρχής, όπως απομακρυνθούν αμέσως εκ του κατεληφθέντος χώρου συντασσομένης σχετικής περί τούτου εκθέσεως. Οι μη συμμορφούμενοι προς την περί απομακρύνσεώς  των εντολήν της Αρχής τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών ή χρηματικής  ποινής, η και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων, εφ’ όσον δεν προβλέπεται ποινή βαρυτέρα παρ’ άλλης τινός διατάξεως διατασσομένης άμα υπό του δικαστηρίου της βιαίας αποβολής των].

Η επίσημη στάση προς την πρακτική της ελεύθερης κατασκήνωσης αποκτά πιο ήπια χαρακτηριστικά κατά την δεκαετία του ’80, χωρίς βέβαια να καταργούνται οι σχετικές περιοριστικές διατάξεις των προηγούμενων ετών. Πρόκειται για την περίοδο στην οποία τα περίφημα «μπάνια του λαού» αποτελούν έναν σχεδόν «ιερό χρόνο».

Το σκηνικό αναδιατάσσεται πλήρως στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με τη στροφή της εθνικής οικονομίας προς την ελεύθερη αγορά. Η αναζήτηση τουριστικών πόρων κινεί ακόμη και κρατικούς φορείς στην εξάλειψη των μη προσοδοφόρων χρήσεων της υπαίθρου. Το 1992 η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης δημοσιεύει τα κριτήρια για την απόδοση της «Γαλάζιας Σημαίας» στις ελληνικές παραλίες. Μεταξύ άλλων, στα κριτήρια για την «Περιβαλλοντική Διαχείριση» των υποψήφιων προς βράβευση παραλιών τίθεται ρητά η πλήρης «Απαγόρευση της Ελεύθερης Κατασκήνωσης».

Το επόμενο έτος, η κυβέρνηση επαναφέρει στο πολυνομοσχέδιο για τον τουρισμό (ν. 2160/1993 «Ρυθμίσεις για τον τουρισμό και άλλες διατάξεις») τις απονεκρωμένης ισχύος απαγορευτικές διατάξεις του 1978 για την ελεύθερη κατασκήνωση, επεκτείνοντας μάλιστα το πεδίο εφαρμογής τους και στην περίπτωση φιλοξενίας των ελεύθερων κατασκηνωτών από ιδιώτες [Απαγορεύεται η εγκατάσταση σκηνών ή στάθμευση τροχόσπιτων σε αρχαιολογικούς χώρους, αιγιαλούς, παραλίες, παρυφές δημόσιων δασών, και εν γένει κοινόχρηστους χώρους, καθώς και η φιλοξενία πέραν του ενός τροχόσπιτου από καταστηματάρχες ή ιδιώτες (αρ. 4, παρ. 12)].

Το έναυσμα για την εντατική εκδίωξη και καταστολή της ελεύθερης κατασκήνωσης δόθηκε από έναν φαινομενικά ανεξάρτητο με την πρακτική της ελεύθερης κατασκήνωσης νόμο. Ο ν. 2539/1997 για την «Συγκρότηση Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης», ευρύτερα γνωστός ως «Σχέδιο Καποδίστριας», προέβλεπε την συνένωση δήμων και κοινοτήτων, με ταυτόχρονη μείωση της κρατικής χρηματοδότησής τους. Οι νέοι δήμοι, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές και λειτουργικές απαιτήσεις, εξωθήθηκαν στην αναζήτηση ίδιων οικονομικών πόρων από την αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας. Οι δημοτικές εκτάσεις, ειδικότερα, πολλές από τις οποίες περιλάμβαναν περιοχές υποδοχής της ελεύθερης κατασκήνωσης, ανέβηκαν κατακόρυφα στα τοπικά χρηματιστήρια αξιών ως πηγές άμεσου πλουτισμού, αντίβαρο της μειωμένης κρατικής χρηματοδότησης. Η ελεύθερη κατασκήνωση εκλήφθη ως οικονομική απώλεια –αν όχι και οικονομική απειλή– στα επιχειρηματικά πλάνα των δήμων κι ως εκ τούτου έστρεψε εναντίον της τις δημοτικές αρχές αλλά και μεγάλο κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού.

Στην αποκορύφωση του εγχειρήματος οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, η παραδοσιακή πλέον διάταξη περί απαγόρευσης της ελεύθερης κατασκήνωσης εμπλουτίζεται από τη θέσπιση του ν. 2741/1999 «Ενιαίος Φορέας Τροφίμων, άλλες ρυθμίσεις του Υπουργείου Ανάπτυξης και λοιπές διατάξεις» με μία ακόμη παράμετρο: Το κράτος επέβαλλε πρόστιμο στους παραβάτες ελεύθερους κατασκηνωτές, το οποίο παραχωρούνταν στους χρηματοδοτικά υποβαθμισμένους ΟΤΑ. [Εκτός της ως άνω ποινής, οι παραβάτες καταβάλλουν διοικητικό πρόστιμο ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών κατ` άτομο, το οποίο, κατ`εξαίρεση, επιβάλλεται και εισπράττεται από τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, στα διοικητικά όρια του οποίου πραγματοποιείται η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής (αρ. 21, παρ. 1γ)]. Η παραχώρηση αυτή συνιστούσε στην πραγματικότητα μία ακόμη πριμοδότηση-κίνητρο για την εκδίωξη της αντίστοιχης πρακτικής από τα χωρικά όρια της δημοτικής υπαίθρου, καλλιεργώντας έναν κοινωνικό αυτοματισμό ενάντια στην ελεύθερη κατασκήνωση και περιορίζοντας ορατά την ευρύτητα της κοινωνικής αποδοχής που απολάμβανε μέχρι τη δεκαετία του ’90.

Της Μπέττης Χατζηνικολάου

Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο του Τουρισμού (Ε.Π) περιμένει τη σειρά του για να εισαχθεί για συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας, ενώ, όσοι το παρακολουθούν, φοβούνται, πως λίγο-πολύ η εξέλιξη της συζήτησης είναι γνωστή: θα εγκριθεί με μικρές αλλαγές με άθικτα, όμως, τα σημεία, που «καίνε», τις ρυθμίσεις, που εδώ και πάνω από ένα χρόνο περιμένουν μεγάλοι επενδυτές, πράκτορες real estate, δικηγορικά γραφεία και κατασκευαστές, ώστε να μπορεί να δημιουργείται και στη χώρα μας, το βασικό εργαλείο ανάπτυξης, που εισάγει  το Ε.Π.,  η «τουριστική κατοικία».

Εντύπωση, εντούτοις, προκαλούν όσα κρύβονται κάτω από λέξεις και φράσεις, «οι προφάσεις του Ε.Π.»: τα σημεία όπου άλλο επιδιώκεται και άλλο εξαγγέλλεται, άλλο δηλώνεται ότι προωθείται και άλλο πράγματι προωθείται.

Πρώτα-πρώτα, η παραπλανητική ορολογία, που χρησιμοποιείται για την «τουριστική κατοικία» ώστε ο «μη-ειδικός» αναγνώστης να αντιλαμβάνεται, ότι πρόκειται για κάτι πιο «σύνθετο» και πιο «ολοκληρωμένο» από άλλες μορφές «τουριστικών αναπτύξεων» που υπάρχουν πλέον σε όλες τις τουριστικές περιοχές (π.χ ξενοδοχειακές μονάδες, κέντρα αναζωογόνησης και ομορφιάς, κέντρα θαλασσοθεραπείας, εστιατόρια, μπαρ, καταστήματα κλπ,), πράγμα, που προφανώς δεν συμβαίνει. Το Ε.Π  δηλώνει, ότι πρόκειται για «υποδομές» ενώ πρόκειται απλά για …σπίτια για πώληση! Χαρακτηριστικό του «ολοκληρωμένου χαρακτήρα» των εν λόγω επενδύσεων, είναι ότι δεν απαιτείται οι επενδύσεις αυτές να περιλαμβάνουν και εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής, ούτε τίθεται κάποια υποχρεωτική αναλογία μεταξύ του καθεαυτό ξενοδοχείου και των κατοικιών.

Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι με το Ε.Π.δεν εισάγεται καμιά νέα αμιγώς τουριστική λειτουργική μορφή εγκατάστασης. Αυτό, που στην πράξη εισάγεται είναι (α) η δυνατότητα κατάτμησης του εκτός σχεδίου γηπέδου του ξενοδοχείου, με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών εντός αυτού (μέχρι σήμερα το γήπεδο όφειλε να παραμένει ενιαίο για ενιαία τουριστική-ξενοδοχειακή χρήση), (β) η δυνατότητα πώλησης τμήματος του ξενοδοχείου (που έχει τη μορφή  διαμερισμάτων ή οικίσκων) προκειμένου αυτό να αποτελέσει β΄ κατοικία,  δηλ. να αποδοθεί σε μη παραγωγική χρήση, παρά το γεγονός ότι θα έχει δομηθεί με τους αυξημένους όρους δόμησης των ξενοδοχείων, δηλαδή τους όρους που χορηγούνται για παραγωγική χρήση και (γ) η δυνατότητα ενίσχυσης με τα κίνητρα του αναπτυξιακού νόμου, για πρώτη φορά στη χώρα μας, κατοικιών, δηλαδή επενδύσεων μη παραγωγικών. Αυτός είναι ο λόγος, που μια οικιστική επένδυση, βαφτίζεται «τουριστική»!

Η χορήγηση των συγκεκριμένων κινήτρων στοχεύει –κατά το Σχέδιο– στην προσέλκυση «σταθερού παραθερισμού», ή/και στη χρησιμοποίηση εκ μέρους των αγοραστών των κοινόχρηστων χώρων και υπηρεσιών του ξενοδοχείου (πρώτη μορφή τουριστικής κατοικίας, που μπορεί να φθάσεις μέχρι το 30% των εγκαταστάσεων φιλοξενίας του συγκροτήματος)  ή/και στην παραχώρηση εκ μέρους του αγοραστή του καταλύματος στο ξενοδοχείο για εκμετάλλευση για συγκεκριμένο κατ’ έτος χρονικό διάστημα (δεύτερη μορφή τουριστικής κατοικίας). Εάν συνδυαστούν η πρώτη και η δεύτερη μορφή, το ποσοστό των κατοικιών προς πώληση μπορεί να φθάσει συνολικά το 70% των εγκαταστάσεων φιλοξενίας της κάθε επένδυσης (δηλ. του συνόλου υπνοδωματίων του ξενοδοχείου και των κατοικιών).

Ωστόσο, το ισχύον σύστημα Χρονομεριστικής Μίσθωσης (ΧΜ) επιτρέπει αυτής της μορφής τον «σταθερό παραθερισμό», αφού προβλέπει μακροχρόνια μίσθωση τμήματος ξενοδοχείου (δωματίου, διαμερίσματος ή οικίσκου) μέχρι 60 χρόνια, με προστασία των μισθωτών από την κοινοτική και εθνική νομοθεσία, με δικαίωμα ανανέωσης της μίσθωσης, με δικαίωμα μεταβίβασης (υπομίσθωσης), με δικαίωμα να αποτελεί αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, και  βέβαια με δικαίωμα ανταλλαγής μέσω των γνωστών παγκόσμιων συστημάτων ανταλλαγής. Περιορισμός ως προς τον ετήσιο χρόνο χρήσης του καταλύματος από το μισθωτή δεν υπάρχει, άρα ο ίδιος μισθωτής μπορεί να αποκτά με ΧΜ χρήση 52 εβδομάδων το χρόνο για 60 χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης, ενώ μπορεί και να διαθέσει το χρόνο που έχει αγοράσει στην ξενοδοχειακή μονάδα για εκμετάλλευση. ΄Αρα, τίποτε από όσα επιτυγχάνονται δεν είναι νέα. Η δυνατότητα σταθερής σχέσης του καταναλωτή με το τουριστικό κατάλυμα υπάρχει στο δίκαιό μας και γενικά δεν υφίσταται κενό, που να χρειάζεται να καλυφτεί. Εκεί, που υπάρχει «κενό», είναι η πώληση, και σ’ αυτήν τελικά στοχεύει το Ε.Π. Η μακροχρόνια μίσθωση είναι μία ακόμη πρόφαση..

Εξάλλου, ο «σταθερός παραθερισμός» δεν επιβάλλεται νομοθετικά, αλλ’ αποτελεί πραγματική κατάσταση, δηλ. αποτέλεσμα που μένει ν’ αποδειχθεί και εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα, όπως η ύπαρξη απευθείας φθηνών πτήσεων, η «ζωντάνια» της περιοχής και εκτός τουριστικής περιόδου κλπ, γεγονότα, που, αν ήσαν δεδομένα, πολλές τουριστικές περιοχές, αντί να έχουν μια τουριστική περίοδο, που διαρκώς συρρικνώνεται, θα είχαν «σταθερό παραθερισμό» και το χειμώνα, ή έστω από τις αρχές της άνοιξης μέχρι τα τέλη του φθινοπώρου. Στην ουσία, το μόνο που εξασφαλίζεται είναι η αύξηση του ποσοστού των προς πώληση τμημάτων της ξενοδοχειακής μονάδας στο 70% των εγκαταστάσεων φιλοξενίας ΄Οσον αφορά στη μορφή τουριστικής κατοικίας  που συνίσταται  σε απλή πώληση του 30% των καταλυμάτων της μονάδας, ώστε οι αγοραστές να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις της, επιχειρείται να δοθεί και σ’ αυτή  ένας παραγωγικός χαρακτήρας που, όμως, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί νομοθετικά και παραμένει στη βούληση των αγοραστών. Ακόμη περισσότερο, δεν έχει γίνει προσέγγιση της πραγματικής και δυνητικής ζήτησης, μέσω σχετικής έρευνας, ώστε να γνωρίζουμε αν πράγματι τα εκατομμύρια των υποψήφιων  ιδιοκτητών πράγματι υφίστανται.

Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός, ότι δεν προηγήθηκε, έστω, προσπάθεια να προωθηθούν προς αγορά β΄ κατοικίας τα τόσα απαξιωμένα καταλύματα, και δη καταλύματα εντός οικισμών, που δεν θα είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα (αφού δομούνται ως «κατοικίες» ή εν πάση περιπτώσει συχνά με τους ίδιους με τις κατοικίες όρους δόμησης). Γιατί η πολιτεία δεν ρίχνει το βάρος της σε αυτά, γιατί δεν προωθεί την απόσυρση (με την αλλαγή χρήσης) ήδη απαξιωμένων οικονομικά καταλυμάτων, αντί να …χτίζει νέα; Γιατί ο όρος «απόσυρση», που θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό «στοίχημα» του ελληνικού τουρισμού, εμφανίζεται στο Ε.Π ως απλή ευχή;

Αυτό, που επίσης θα πρέπει να διερευνηθεί είναι η συνταγματικότητα της ρύθμισης, δεδομένου, ότι οδηγεί στη δημιουργία οικισμών στον εκτός σχεδίου χώρο, για τους οποίους δεν προβλέπεται ειδική πολεοδομική μελέτη και Προεδρικό Διάταγμα, που θα εξασφάλιζε –μεταξύ άλλων– τους κοινόχρηστους χώρους και τον κοινωνικό εξοπλισμό, μέσω των  αναγκαίων εισφορών των οικοπεδούχων.

Τέλος, δεν έχει αξιολογηθεί η εμπειρία άλλων χωρών, που ανέπτυξαν την β’ κατοικία όπως για παράδειγμα της Ισπανίας. Η ανάπτυξη της β’ κατοικίας στην Ισπανία γίνεται κυρίως εντός σχεδίου, γεγονός που αν υιοθετείτο και εδώ, θα άμβλυνε τις αρνητικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες. Εντούτοις, η πυκνότητα και η υψηλοί όροι δόμησης των αναπτύξεων στο παραλιακό μέτωπο της Ισπανίας, παραμένουν παράδειγμα προς αποφυγήν. Σήμερα, χιλιάδες διαμερίσματα σχολάζουν αναζητώντας αγοραστή, ενώ πολλοί αγοραστές μετατρέπονται σε «επιχειρηματίες», εκμισθώνοντας τα διαμερίσματά τους σε συμπατριώτες τους μέσω διαδικτύου, χωρίς άδειες και χωρίς καταβολή φόρων. Μ άλλα λόγια στην Ισπανία, τα συμφέροντα της «βιομηχανίας» του real estate εκ των πραγμάτων αποδείχθηκαν ισχυρότερα από εκείνα του τουριστικού τομέα.

Οι απλές πολιτικές διαβεβαιώσεις, ότι «δεν θα γίνουμε Ισπανία» προφανώς δεν αρκούν και δεν πείθουν. Ο όλος θεσμός, χρειάζεται ριζικές αλλαγές όρων και προϋποθέσεων και ριζικό περιορισμό για να μπορεί να θεωρηθεί, ότι θα ενσωματωθεί χωρίς σοβαρούς κραδασμούς, και κυρίως χωρίς ανεπίστρεπτες περιβαλλοντικές συνέπειες, στην τουριστική πραγματικότητα της χώρας μας.

Η Μπέττη Χατζηνικολάου είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα τουρισμού.

Του Αλέξη Χατζηδάκη

Ένα χρόνο μετά την εκπόνηση του αρχικού σχεδίου, το ΥΠΕΧΩΔΕ διστάζει ακόμη να εισαγάγει το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξίας και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον τουρισμό στο αρμόδιο θεσμοθετημένο όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Γιατί άραγε; Ας επιχειρήσουμε να αποδώσουμε ένα σκαρίφημα απάντησης.

Είναι οπωσδήποτε θετικό ότι η πολιτεία έχει πια υποχρεωθεί να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα του χωροταξικού σχεδιασμού, ως απαραίτητου εργαλείου για τη χάραξη και την άσκηση πολιτικών στους επιμέρους τομείς, με τη σύνταξη και θεσμοθέτηση του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού όσο και με τη σύνταξη των επιμέρους ειδικών πλαισίων, όπως το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξίας και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό. Επισημαίνουμε πάντως ότι από το 2003 υπάρχουν ήδη έτοιμες αναλυτικές μελέτες για την τουριστική ανάπτυξη των περιφερειών της χώρας, τις οποίες είχε αναθέσει ο ΕΟΤ και αποτελούν από τότε χρήσιμο εργαλείο αναφοράς για την εφαρμογή της πολιτικής της τουριστικής ανάπτυξης.

Για τις διαδικασίες εκπόνησης και παραλαβής της σχετικής μελέτης για το Ειδικό Χωροταξικό για τον Τουρισμό (που συντάχθηκε χωρίς καμία συμμετοχή ή ανάμειξη των υπηρεσιών και των στελεχών του ΕΟΤ και του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης), καθώς και για την τεκμηρίωση του προτεινόμενου από το ΥΠΕΧΩΔΕ Πλαισίου, έχουν ήδη διατυπωθεί σοβαρές επιφυλάξεις. Παράλληλα, η όποια σχετική δημόσια διαβούλευση έχει θεωρηθεί ατελής και ανεπαρκής.

Ακόμη πιο σημαντικά είναι όμως μερικά ζητήματα που προκύπτουν ως προς το περιεχόμενο των συγκεκριμένων προτάσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ΚΥΑ. Ειδικότερα:

  1. Το Ειδικό Πλαίσιο για τον τουρισμό εμφανίζεται να εξειδικεύει το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού, του οποίου όμως η σύνταξη ολοκληρώθηκε μεταγενέστερα!
  2. Οι περισσότεροι από τους 13 στόχους του Ειδικού Πλαισίου δεν μπορούν να αποτελέσουν στόχους χωροταξικού σχεδιασμού αλλά θα μπορούσαν να είναι γενικοί στόχοι μιας πολιτικής τουριστικής ανάπτυξης (όπως πχ. «βελτίωση ανταγωνιστικότητας», «ανάδειξη και προβολή», «ανάπτυξη επιχειρηματικότητας», «πολιτικές επενδύσεων» κλπ.), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε χωρική διάσταση.
  3. Οι προτεινόμενες κατευθύνσεις σχεδιασμού έχουν γενικό χαρακτήρα. Δεν αναφέρονται ρητά σε συγκεκριμένα θεσμοθετημένα εργαλεία σχεδιασμού του χώρου και δεν συνδέονται με τα ήδη θεσμοθετημένα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού. Στο σχέδιο ΚΥΑ δεν γίνεται καμία συσχέτιση με το Ειδικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία, ενώ ως προς τις ΑΠΕ δεν εξειδικεύεται ποιές συγκεκριμένα είναι οι «περιοχές με προτεραιότητα τουρισμού». Ακόμη, δεν γίνεται καμία συσχέτιση με το ΕΣΠΑ 2007-2013.
  4. Η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση για τη διαχείριση τουριστικών καταλυμάτων δεν αιτιολογεί την αναγκαιότητά της, ούτε την προτεραιότητα να τύχει τόσο εξειδικευμένης αντιμετώπισης. Η πρόταση θα μπορούσε να ενταχθεί σε άλλο θεσμικό εργαλείο (νόμο ή ΠΔ) αφού αφορά περισσότερο σε μεταβίβαση δικαιωμάτων παρά σε οργάνωση του χώρου, χωροθέτηση δικτύων ή όρους δόμησης.
  5. Η ενθάρρυνση ή αποθάρρυνση των επενδύσεων στον τουριστικό τομέα δεν είναι συνάρτηση κατά κύριο λόγο των χωροταξικών ρυθμίσεων, αλλά πρώτιστα της ελκυστικότητας μιας περιοχής για τους επισκέπτες, των διαπιστωμένων τάσεων της τουριστικής ζήτησης, της διαθεσιμότητας τεχνικών και λοιπών υποδομών, της διαθεσιμότητας ακινήτων, των συνθηκών του ευρύτερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος, του συστήματος κινήτρων και γενικά του πλαισίου χρηματοοικονομικών ενισχύσεων. Ως προς αυτό το τελευταίο μάλιστα, η χωροταξική διάσταση των επενδύσεων καθορίζεται αποφασιστικά, και βέβαια ερήμην του Ειδικού Πλαισίου, από τον σχετικό αναπτυξιακό νόμο (ν. 3299/04).
  6. Το Ειδικό Πλαίσιο δεν προσδιορίζει ποια είναι τα «όρια της φέρουσας ικανότητας των πόρων του περιβάλλοντος και των υποδομών» στις διάφορες περιοχές της χώρας. Το «αποδεκτό επίπεδο υποδομών» με βάση τα σημερινά δεδομένα δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι αποδεκτό και μετά από 5 ή 10 χρόνια. Απαιτείται σχεδιασμός με βάση την πρόβλεψη των μελλοντικών αναγκών, και επομένως είναι αναγκαία μια αναδιατύπωση της έννοιας του «αποδεκτού».
  7. Η προτεινόμενη κατάταξη περιοχών πάσχει μεθοδολογικά, αφού στην ουσία πρόκειται για τρεις διαφορετικές κατατάξεις, ως προς τρία ανεξάρτητα κριτήρια: το επίπεδο της τουριστικής ανάπτυξης, τη γεωγραφική θέση και τα ειδικά χαρακτηριστικά της περιοχής.
  8. Στο θέμα της παραθεριστικής κατοικίας, σημειώνουμε ότι ο προτεινόμενος νεολογισμός «τουριστικές υποδομές σταθερού παραθερισμού» θα έπρεπε να καθιερώνει είτε μια «νέα μορφή εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής», όπως υποχρεώνει ο Ν. 3468/06, είτε νέα μορφή «τουριστικού καταλύματος», σύμφωνα με τον Ν. 2160/93. Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Η διατύπωση του ορισμού αυτού αποφεύγει να αντιμετωπίσει τον υβριδικό, δισυπόστατο και εντέλει αντιφατικό χαρακτήρα αυτών των κατοικιών. Στην ουσία, πρόκειται για απλές, συνήθεις κατοικίες, ως προς τη χρήση τους. Εκείνο που τις διαφοροποιεί από τις θεσμοθετημένες παραθεριστικές κατοικίες είναι η προτεινόμενη δυνατότητα να υπόκεινται σε ευνοϊκούς όρους δόμησης σε περιοχές εκτός σχεδίου, μεταβαπτιζόμενες σε «τουριστικές υποδομές», αλλά μεταβιβάσιμης τμηματικής ιδιοκτησίας. Ακόμη, δεν προσδιορίζεται τι χρήση θα έχουν οι κατοικίες αυτές αφού μεταβιβαστούν. Θα εξακολουθήσουν άραγε να παρέχονται «ξενοδοχειακές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου» και αφού πωληθούν οι κατοικίες; Το όλο εγχείρημα αυτής της φιλόδοξης «ολοκληρωμένης ανάπτυξης τουριστικών υποδομών» τείνει να εκφυλιστεί έτσι σε μεθοδευμένη οικοπεδοποίηση παραλιακών και άλλων εκτάσεων εκτός σχεδίου. Με άλλα λόγια, ορισμένοι ξενοδόχοι από παροχείς τουριστικών υπηρεσιών θα μετατραπούν σε επιχειρηματίες “real estate”, και ορισμένοι κοινοί κτηματομεσίτες θα μεταβαπτιστούν σε «τουριστικούς επενδυτές».
  9. Το περιεχόμενο της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που συνοδεύει το Ειδικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό δεν περιέχει καμία συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη εκτίμηση και αξιολόγηση για τις συνέπειες που θα έχουν στο περιβάλλον ορισμένες ακραίες επιλογές που προτείνονται στο Ειδικό Πλαίσιο, όπως για παράδειγμα (ενδεικτικά):
  • την αύξηση της πυκνότητας της δόμησης σε εκτός σχεδίου περιοχές με προορισμό τις παραθεριστικές κατοικίες με αυξημένους συντελεστές δόμησης,
  • την πρόταση  να δημιουργούνται περιοχές παραθεριστικής κατοικίας μέσα σε προστατευόμενες περιοχές «NATURA»
  • την πρόταση να οικοδομούνται τουριστικά συγκροτήματα σε ακατοίκητα νησιά και νησίδες
  • την παράλειψη να περιλαμβάνονται στο Ειδικό Πλαίσιο τα δάση και οι δασικές εκτάσεις στις προστατευόμενες περιοχές με ειδικό καθεστώς
  • τη δημιουργία «καταδυτικών πάρκων» σε περιοχές με ευαίσθητα θαλάσσια οικοσυστήματα.

Ως προς αυτά, αναφέρεται, γενικά και αόριστα, ότι «κάποια αμφιβολία δημιουργείται», χωρίς ωστόσο να παρέχονται περαιτέρω στοιχεία, δείκτες ή ενδείξεις. Στο τελικό κεφάλαιο «σύνοψη και συμπεράσματα» απαριθμεί, τέλος, και μερικές αρνητικές επιπτώσεις (σε 19 αράδες) στο τοπίο και τους οικοτόπους, τους υδατικούς πόρους, την ενέργεια. Κατά τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων όμως, «δεν προκύπτει στο επίπεδο σχεδιασμού του ειδικού πλαισίου η ανάγκη πρόσθετων μέτρων για την φιλικότερη προς το περιβάλλον εφαρμογή του»!

Συμπέρασμα

Όπως προκύπτει από όσα εκτέθηκαν συνοπτικά, είναι προφανές ότι οι αστοχίες, οι παραλείψεις, οι αοριστίες και οι ατέλειες του Ειδικού Πλαισίου για τον Τουρισμό καθώς και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που το συνοδεύει, επιβάλλουν να αποσυρθεί, να αναθεωρηθεί και να ανασυνταχθεί, ώστε να προκύψει ένα νέο Ειδικό Πλαίσιο που θα είναι σε θέση πραγματικά να αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό. Αυτό άλλωστε έχουν ζητήσει επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς, όπως ΤΕΕ, ΞΕΕ, Σύλλογος Χωροτακτών, Σύλλογος Μηχανικών ΕΟΤ, πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις και κινήσεις πολιτών.

Ο Αλέξης Χατζηδάκης είναι αρχιτέκτων-πολεοδόμος.

Της Δέσποινας Νάζου

O προσδιορισμός της Μυκόνου ως ‘τουριστικού τόπου’ σχετίζεται με τη μακρόχρονη παρουσία επισκεπτών με τη συνεχή κίνηση ανθρώπων, τη συνεχή συναλλαγή χρήματος και ροή εμπορευμάτων, την κατανάλωση υλικού και συμβολικού κεφαλαίου. Ως τόπος θα μπορούσε να εννοιολογηθεί ως «εθνοτοπίο» δηλαδή ως ένα τοπίο από πρόσωπα που συνιστούν τον ρευστό κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε: τουρίστες, μετανάστες, εργάτες, εποχικοί κάτοικοι. Ακόμη ως ‘τόπος’ συσχετίζεται με την ανάπτυξη του (μαζικού) τουρισμού, ενός φαινομένου δηλαδή που δημιουργεί παγκόσμια δίκτυα αγοράς, εμπλέκει τις τοπικές κοινωνίες σε υπερεθνικές οικονομικές και ευρύτερα πολιτισμικές διεργασίες.

H Μύκονος απέκτησε μια συγκεκριμένη τουριστική ταυτότητα κυρίως μέσα από μια σειρά πρακτικών και Λόγων (discourses), οι οποίοι συνεχώς αναδιαμορφώνουν τα νοήματα και τις σημασίες αυτού που γίνεται αντιληπτό και αναπαρίσταται ως «τουριστικός» προορισμός. Tα MME στάθηκαν το κατεξοχήν αναπαραστατικό μέσο όπως επίσης και οι επώνυμοι και διάσημοι επισκέπτες στάθηκαν οι βασικοί φορείς/παραγωγοί αυτών των Λόγων τη δεκαετία του ’30, όταν έγιναν τα πρώτα βήματα της τουριστικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η Μύκονος, πολύ πριν από την εμπλοκή της στα παγκόσμια δίκτυα του τουρισμού , συμμετείχε σε εκτεταμένα εμποροναυτικά δίκτυα της Μεσογείου, αποτελώντας ταυτοχρόνως τόπο ανοιχτό προς διερεύνηση στους «άλλους». Επίσης υπήρξε τόπος προέλευσης μεταναστών που κατευθύνθηκαν προς την Αθήνα και την Αμερική αλλά και τόπος υποδοχής εξόριστων την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά και μεταπολεμικά.

Η ύπαρξη επικοινωνιακών καναλιών με ό,τι θα μπορούσε να εννοηθεί ως «ξένο», καταμαρτυρείται επίσης και σε ένα πολύ μεγάλο σώμα περιηγητικών κειμένων, Ευρωπαίων κυρίως ταξιδιώτες που επισκέφθηκαν τη Μύκονο από τον 12ο έως τον 20ό αιώνα. Η περιηγητική ματιά τους διαμόρφωσε αντιλήψεις για τον τρόπο πρόσληψης της Μυκόνου ως πολιτισμικά «αξιοπερίεργου».

Τη δεκαετία του 1930, οι επαφές με τους «άλλους» ως «τουρίστες» έγιναν με αφορμή και αιτία τον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου. Mια μορφωμένη ελίτ λογοτεχνών, καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων, εύπορων αστών που «ανακάλυπτε» τους τόπους στάθηκε η βάση πάνω στην οποία κατασκευάστηκε η οικουμενική διάσταση της Μυκόνου. Tη δεκαετία του ’50, η φήμη της ήταν διεθνής και ανεξάρτητη από τη Δήλο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με αρχές του ’70, η Μύκονος απέκτησε και μια «κοσμοπολίτικη» ταυτότητα. Στοιχεία όπως η διακριτικότητα και η ανοχή στις ηθικές αρχές των «ξένων» κατασκεύασαν τη Μύκονο ως τόπο ελευθερίας.

Το νησί μέσα στα χρόνια  προσδιορίστηκε ως «σημείο» προς κατανάλωση ενός ιδιαίτερου αισθητικού ύφους ζωής. Συγκροτήθηκε ως ο «τόπος» υποδοχής πειραματισμών σε επίπεδο κυρίως life style. Tο μη συμβατικό, και το καρναβαλικό, έγιναν τα πιο δημοφιλή στοιχεία της Μυκόνου στην κατασκευή της ως ελκυστικού τουριστικού τόπου.

Από το 1990 και μετά παγιώθηκε η εικόνα της Μυκόνου ως ανοιχτής και εκτεταμένης αγοράς τουριστικών υπηρεσιών, στην οποία πωλούνταν μια ξεχωριστή τουριστική εμπειρία. σε ομάδες  που καταναλώνουν στιλ, μόδα, και φαντασίωση.

Η αυτονόητη έως και αδιαμφισβήτητη «κοσμοπολίτικη» διάσταση της Μυκόνου αποτελεί παγιωμένη ιδεολογία για όλους σχεδόν όσους την επισκέπτονται ή την κατοικούν, αποτελεί δε, έναν ακόμη μύθο προς κατανάλωση για διαφημιστικά έντυπα και ελληνικά περιοδικά .

Ωστόσο τη δεκαετία του ’90 συντελέστηκαν αλλαγές που θέτουν τις αντιλήψεις περί «κοσμοπολιτισμού» σε νέα κοινωικοπολιτισμικά συμφραζόμενα .

Η Μύκονος έπαψε να θεωρείται κοσμοπολίτικη με την έννοια που γινόταν αντιληπτή τις προηγούμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με πολλές αφηγήσεις επισκεπτών των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά και μέσα από τον αναπαραστατικό λόγο των εντύπων της εποχής, η οικείωση με τη διαφορετικότητα του τόπου και των κατοίκων του ήταν ένας από τους σκοπούς του ταξιδιού τα πρώτα χρόνια της τουριστικής ανάπτυξης. Η επαφή με τους «άλλους» (τουρίστες) άνοιγε δρόμους αναστοχασμού της ταυτότητας πολλών επισκεπτών. H Μύκονος στάθηκε για πολλούς από αυτούς ο κατεξοχήν τόπος όπου λάμβαναν χώρα κάθε είδους «ενώσεις»: Συναντήσεις που περιλάμβαναν μια ποικιλία ανθρώπων, προϋπέθεταν διευρυμένα «όρια» –αισθητικά και ηθικά–, κινητικότητα και ανταλλαγή ιδεών· «ενώσεις» που υπονοούσαν την αποδοχή της ετερότητας και τη δημιουργία μιας αίσθησης κοινότητας ανάμεσα σε «ξένους», «ντόπιους», «επώνυμους» και «απλούς» ανθρώπους.

Η δεκαετία του ’70 είναι η χρονική περίοδος που προσδιορίστηκε από την υπέρβαση τοπικών ορίων: συμπαγή ιδεολογήματα για την εννοιολόγηση του τόπου ως «δικού μας» υποχώρησαν ή τροποποιήθηκαν. Oι «ξένοι», έστησαν επιχειρήσεις, αγόρασαν χωράφια και μερικοί επέλεξαν να μείνουν μόνιμα στο νησί.

H δεκαετία του ’90 σημαδεύτηκε από τη μαζική έλευση Ελλήνων τουριστών – κυρίως Αθηναίων. Από τα χρόνια αυτά και έπειτα η  Μύκονος παγιώθηκε ως «τόπο/πεδίο» άσκησης των καταναλωτικών πρακτικών των νεόπλουτων Ελλήνων (και όσων μιμούνται τις αισθητικές τους επιλογές).

Mια άλλη περιοχή όπου θα μπορούσε να ανιχνευθούν τρόποι με τους οποίους συγκροτείται η κοσμοπολίτικη ταυτότητα της Μυκόνου βρίσκεται στον ενδιάμεσο χώρο που ορίζουν οι σχέσεις όσων κατοικούν στο νησί και αντιλαμβάνονται τη Μύκονο ως «τόπο διαμονής». Η Μύκονος κατοικείται από διαφορετικούς «κατοίκους», οι οποίοι την αντιλαμβάνονται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: την κατοικούν ντόπιοι, άνθρωποι δηλαδή με σχέσεις οικογενειακής καταγωγής, κοινό πολιτισμικό κώδικα, κοινή συλλογική μνήμη. Την κατοικούν επίσης οι εργαζόμενοι/νες στην τουριστική βιομηχανία της, καθώς και «Μυκονιάτες κατ’ επιλογήν». Οι οικονομικοί μετανάστες/στριες από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την Αλβανία αποτελούν μια ευδιάκριτα μεγάλη κατηγορία «ξένων» κατοίκων, ίσως τη μεγαλύτερη μετά από αυτήν των «γηγενών» Μυκονιατών. Mια άλλη μικρή πολιτισμική κατηγορία είναι αλλοδαποί –Ευρωπαίοι και Αμερικανοί- οι οποίοι δημιούργησαν επιχειρήσεις, αγόρασαν σπίτια και διαμένουν χειμώνα – καλοκαίρι στο νησί.

Tο ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι η βάση στην οποία συγκροτείται ο επικοινωνιακός κώδικας μεταξύ των παραπάνω κατηγοριών. Ειδικά η διερεύνηση των αντιλήψεων περί «κοσμοπολίτικου τόπου» αποκτά βαρύνουσα σημασία όταν οι σχέσεις μεταξύ «ντόπιων» και «τουριστών», και πολύ περισσότερο μεταξύ ντόπιων επιχειρηματιών και διαφόρων εργαζομένων στην τουριστική βιομηχανία του νησιού, είναι σχέσεις ασύμμετρες, ιεραρχημένες, ενταγμένες μέσα σε ένα πλαίσιο παραγωγής και άσκησης εξουσίας. Στη Μύκονο, όπως και σε κάθε τουριστικό τόπο παράγονται κοινωνικές διακρίσεις, διαμορφώνονται νέες ελίτ, δημιουργούνται αποκλεισμοί και δοκιμάζονται οι δημοκρατικές αρχές.

Είναι δε σημαντικό ότι οι ντόπιοι (που δεν είναι ομοιογενής ομάδα) αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως «πολίτη του κόσμου» και την τοπική κοινωνία ως το χωνευτήρι «νεο-φυλών» και πολιτισμικών διαφορών πολύ λιγότερο απ’ ό,τι αυτοί που την επισκέπτονται. Σχεδόν ποτέ μέσα από τις αναφορές τους, αλλά και τις πρακτικές τους, δεν φάνηκε  ότι «αναγνωρίζουν» την ύπαρξη των πολιτισμικών κατηγοριών που κατοικούν στο νησί ως «δικαιούχων» της μυκονιάτικης ταυτότητας. Από αυτήν την άποψη η ύπαρξη πολλών και διαφορετικών κατηγοριών υποκειμένων στον ίδιο τόπο/χώρο δεν σημαίνει την αυτονόητη συμμετοχή τους στον ίδιο πολιτισμικό κώδικα ούτε την κατάλυση και διάχυση ορίων μεταξύ των πολιτισμικά «ομοίων» και των «διαφορετικών».

Αυτό που  διαφαίνεται είναι ότι υπάρχει ένα κομμάτι του «οικουμενικού» ή του «κοσμοπολίτικου» το οποίο παραμένει απραγματοποίητο, και είναι αυτό που βρίσκεται στην καρδιά του ζητήματος. Μπορεί η Μύκονος να αποτελεί έναν τόπο διεθνών συναντήσεων αλλά είναι αμφίβολο αν καταλύονται  τα ποικίλα πολιτισμικά/οικονομικά/πολιτικά όρια. Έχει ιδιαίτερη βαρύτητα εδώ η άποψη της Butler, η οποία τονίζει ότι «το οικουμενικό αρχίζει να διατυπώνεται, ακριβώς μέσω των αμφισβητήσεων της υπάρχουσας διατύπωσής του. Αυτές οι αμφισβητήσεις αναφύονται εκεί όπου κάποιοι δεν καλύπτονται από τον ορισμό της οικουμενικότητας, και δεν έχουν το δικαίωμα να καταλαμβάνουν τη θέση «υποκειμένου», αλλά παρ’ όλα αυτά απαιτούν η οικουμενικότητα καθαυτή να τους συμπεριλάβει»

Η Δέσποινα Νάζου είναι κοινωνική ανθρωπολόγος