14. Λαϊκή διασκέδαση


Λαϊκή διασκέδαση
Ναταλία Κουτσούγερα, υποψήφια διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας

Μετασχηματισμοί στην αθηναϊκή «νύχτα» από τη δεκαετία του 80 και μετά
Βαγγέλης Τζούκας, διδάκτορας κοινωνιολογίας

Από τη σκοπιά της κατανάλωσης: ερωτική επικοινωνία και ανδρική διασκέδαση στα μπαρ με κονσομασιόν
Λιόπη Αμπατζή, διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθήνας

Λαϊκή διασκέδαση στις πιάτσες των προαστίων και του κέντρου της πόλης
Νίκος Σουλιώτης, διδάκτορας κοινωνιολογίας και διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

«Αυθεντικός» εαυτός και λαϊκή διασκέδαση στη «δυτική όχθη»
Ναταλία Κουτσούγερα υποψήφια διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας

της Ναταλίας Κουτσούγερα

Στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες η διασκέδαση άργησε να αποτελέσει το επιστημονικό πεδίο των ερευνητών επειδή βρέθηκε στον αντίποδα του χρόνου εργασίας και συνδέθηκε με τον μη-παραγωγικό χρόνο, το παιχνίδι και το μη-ορθολογικό. Έως τώρα έχει ιδωθεί μέσα από διάφορα πρίσματα (μέσα από ιθαγενείς κατηγορίες όπως για παράδειγμα η «σχόλη» και ο «ελεύθερος χρόνος») και έχει συνδεθεί με την μελέτη πολιτισμικών ομάδων, ζητήματα συγκρότησης συλλογικών ταυτοτήτων, ταξικές και έμφυλες ταυτότητες, στιγματισμένες ταυτότητες κ.ο.κ. Στις σχετικές μελέτες η διασκέδαση συνδέεται με συμβολικά συστήματα και πρακτικές που αναφέρονται σε σχέσεις εξουσίας και στρατηγικές «πειθάρχησης» και «αυτοεπιτήρησης» των ατόμων. Ανεξάρτητα από το αν εξετάσουμε τη διασκέδαση μέσα από αναλυτικές κατηγορίες όπως το γούστο ή την κατανάλωση ή τη δούμε από την πλευρά του φορέα της δράσης ή της συλλογικότητας, ή τέλος ως πυρήνα αναπαραγωγής ή αντίστασης, θα πρέπει να την προσδιορίσουμε μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα.

Προκειμένου να τοποθετηθεί κανείς για αυτό που μπορεί να εννοιολογείται ως λαϊκή διασκέδαση χρειάζεται να ανατρέξει στην έννοια του όρου «λαϊκό», καθώς και στην προσέγγιση του «λαϊκού πολιτισμού». Ο όρος «λαϊκός» αποτελεί έναν πολυσήμαντο όρο, ενώ τα νοήματα που δίνονται στον όρο είναι κοινωνικά και ιστορικά θεμελιωμένα και συχνά, αμφίσημα. Η έννοια του «λαϊκού πολιτισμού», ως αναλυτική κατηγορία έχει ταυτιστεί κατά καιρούς με τη «μαζική κουλτούρα» και έχει τοποθετηθεί στον αντίποδα της «υψηλής κουλτούρας». Η σύνδεση του «λαϊκού» και του «λαϊκού πολιτισμού» με τη «μαζικότητα», και την «εμπορικότητα» (αλλά και το «παραδοσιακό» και το «εγγενές»), οδήγησε στο να χρησιμοποιηθεί ο όρος για να περιγραφεί το «γούστο» των «λαϊκών» τάξεων (εργάτες και μικροαστοί). Στην Ελλάδα η μετάφραση του όρου «λαϊκό» παραμένει ιδιαίτερα προβληματική. Ο όρος έχει συνδεθεί με μια εθνοκεντρική σκοπιά και είναι ιδεολογικά και ταξικά φορτισμένος. Έχει χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται εξίσου, ως ιθαγενής κατηγορία, όπως στην περίπτωση του «λαϊκού τραγουδιού».

Στην κοινωνική ανθρωπολογία, η έννοια του «λαϊκού» ως αναλυτική κατηγορία διαχωρίζεται από την ιθαγενή χρήση της. Αναγνωρίζεται ως μια προβληματική έννοια, χωρίς να είναι εύκολη η υπέρβαση των ζητημάτων που την προβληματοποιούν. Τονίζεται ωστόσο η σημασία της αποσύνδεσης του «λαϊκού», από τις επιστημονικές αναλυτικές κατηγορίες της «μαζικότητας» και της «εμπορικότητας», χωρίς ωστόσο να παραβλέπεται η σημασία των εννοιών αυτών στη διαμόρφωση των σύγχρονών νοημάτων του «λαϊκού». Το ενδιαφέρον στρέφεται στις συνθήκες παραγωγής των εννοιλογήσεων του «λαϊκού», καθώς και στον ταξικό λόγο, που μπορεί να προσδιορίζει «κείμενα» και υποκείμενα ως «λαϊκά». Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι αυτό που ονομάζουμε λαϊκή διασκέδαση δεν μπορεί να οριοθετηθεί επαρκώς.

Το θέμα στο παρόν αφιέρωμα εστιάζει στην μορφή διασκέδασης που επιτελείται τη νύχτα. Στη βάση της αμφισημίας του «λαϊκού», στα πλαίσια της ελληνικής περίπτωσης, η λαϊκή νυχτερινή διασκέδαση μπορεί να ιδωθεί στην εμπλοκή της με ζητήματα που αφορούν συγκεκριμένου τύπου νυχτερινά κέντρα όπως, «ελληνάδικα», «σκυλάδικα», «πίστες», αλλά και νυχτερινά κέντρα λιγότερο ταξινομημένα ως «λαϊκά», που παρουσιάζουν ένα μαζικό και δημοφιλή χαρακτήρα. Επίσης μπορεί να αφορά διάφορα είδη μουσικής («λαϊκά», βαριά «λαϊκά», ελαφρολαϊκά, σύγχρονα εμπορικά, χιπ-χοπ). Μπορεί επίσης να αφορά χωρικές ταξινομήσεις σε σχέση με τοποθεσίες νυχτερινών κέντρων που αναπαρίστανται και αναφέρονται ως «λαϊκά» στέκια (π.χ Μπουρνάζι/Πειραιάς), αλλά και δημοφιλείς τόπους διασκέδασης όπου το δημώδες μπορεί να συνυπάρχει με το υπο-πολιτισμικό και το underground (π.χ Γκάζι – Ψυρρή).

Από αυτή την οπτική, η σύγχρονη λαϊκή διασκέδαση συνδέεται με ζητήματα που αφορούν πολιτισμικές και ιστορικές εξελίξεις, ζητήματα συγκρότησης ταυτότητας (μουσικές, τοπικές και εθνοτικές ταυτότητες), τις έμφυλες σημασιοδοτήσεις των πρακτικών του «διασκεδάζειν» κ.ο.κ. Το λαϊκό και οι εκδοχές λαϊκότητας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ευρύτερες συνάφειες. Το κέντρο της ανθρωπολογικής ανάλυσης μετατοπίζεται σε ζητήματα «αυθεντικότητας» και αυτοαναφορικότητας των υποκειμένων, στη βάση των δικών τους ταξινομήσεων και νοηματοδοτήσεων. Έτσι οι όψεις μια λαϊκής νυχτερινής διασκέδασης, νοούνται όχι ως ενιαίο και συμπαγές κομμάτι ενός πολιτισμού, αλλά ως πολλαπλές και διαπλεκόμενες ετερότητες. Εκεί, το παραδοσιακό και το μοντέρνο συνυπάρχουν, το δημοφιλές και η υποκουλτούρα συνομιλούν, γεγονός που καθιστά τις ταυτότητες των διασκεδαζόντων ρευστές και υβριδικές.

Η Ναταλία Κουτσούγερα είναι υποψήφια διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας

Του Βαγγέλη Τζούκα

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο χώρος της «νύχτας», δηλαδή της νυχτερινής διασκέδασης που έχει να κάνει κυρίως με την κατανάλωση του λεγόμενου σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού, έχει υποστεί πολλαπλούς μετασχηματισμούς τα τελευταία τριάντα χρόνια. Οι απαρχές αυτών των αλλαγών μπορούν, εντελώς σχηματικά, να τοποθετηθούν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της καθοριστικής δεκαετίας του 1970. Την περίοδο αυτή νέα ονόματα ήρθαν να διεκδικήσουν την πρωτοκαθεδρία στο χώρο του «σύγχρονου» (ελαφρό)-λαϊκού τραγουδιού και οι «μεγάλες φίρμες» (προεξάρχοντος του Τόλη Βοσκόπουλου) επανακαθόρισαν οριστικά τα δεδομένα στο χώρο της νυχτερινής διασκέδασης. Ο ίδιος ο χώρος της μαζικής αίθουσας ψυχαγωγίας μετασχηματίσθηκε σε σχέση με τα τότε ισχύοντα και έγινε «μαγαζί της παραλιακής», ένδειξη ασφαλώς της αλλαγής και των κοινωνικών στρωμάτων στις οποίες δυνητικά απευθύνονταν το είδος του τραγουδιού που κυριαρχούσε την εποχή αυτή. Οι διαφορές αυτές μάλιστα αποτυπώνονταν και στον στίχο καθώς οι κλασικές αναφορές της προηγούμενης περιόδου του λαϊκού τραγουδιού ουσιαστικά περνούσαν σε δεύτερη μοίρα. Η πολιτική καταπίεση της δικτατορίας, η (έστω και στρεβλή) οικονομική ανάπτυξη και η προβολή ενός προτύπου ζωής που συμπύκνωνε τις πολιτιστικές αξίες των κοινωνικών στρωμάτων που ευνοούνταν από τις εξελίξεις καθιστούσαν πια δύσκολη την προσφυγή σε στίχους, όπως αυτοί της προγενέστερης περιόδου, μέσω των οποίων αποτυπώνονταν η πενία, οι δυσκολίες του υλικού βίου, αλλά και το μοντέλο των διαπροσωπικών σχέσεων που υπάκουε ρητά στις ηθικές δεσμεύσεις μιας κοινωνίας ενοποιημένης στη βάση αυστηρών ηθικών κωδίκων. Ο μικροαστός της χούντας βρήκε μάλιστα στα τραγούδια της εποχής μια έννοια που θα καταστεί έκτοτε κυρίαρχη: την «καψούρα». Έτσι π.χ. αν τα τραγούδια της προηγούμενης δεκαετίας αναφέρονταν στην «καψούρα» το έκαναν με ένα τρόπο συμπληρωματικό ως προς τα κύρια θέματα της στιχουργικής παραγωγής. Αντιθέτως τα τραγούδια του 70 έφεραν τον «απαγορευμένο και εκτός ορίων έρωτα» στο προσκήνιο.

Τη περίοδο μετά την πτώση της δικτατορίας τα «μαγαζιά της νύχτας» αντιμετώπισαν μια  προσωρινή κρίση των δραστηριοτήτων τους, γεγονός που αντανακλά την ιδιαιτερότητα της συγκυρίας. Η «αντεπίθεση» του χώρου συναρτάται απόλυτα με την εγκαθίδρυση μιας στοιχειώδους πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας – τη δεύτερη τετραετία του Καραμανλή.

Ταυτόχρονα, και από τα τέλη της δεκαετίας αυτής, μεγάλη άνθηση γνώρισαν και τα μαγαζιά της «εθνικής οδού» στα οποία εμφανίζονταν μετέπειτα «ιέρειες» της νύχτας όπως η Κατερίνα Στανίση και η Άντζελα Δημητρίου. Τα ονόματα των χώρων ήταν χαρακτηριστικά: «Σου-μου», «Όνειρο» , «Ένατο» , «Κανόνι» κλπ. Το ωράριο των καταστημάτων αυτών προσέγγιζε την κατηγορία του «ξενυχτάδικου», ενός χώρου στον οποίο οι μυθολογίες της νύχτας έβρισκαν πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και η προβολή ενός τρόπου ζωής που στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στις πολιτιστικές αξίες των νέων μικροαστικών στρωμάτων σηματοδότησε την έλευση και επικράτηση νέων μορφών διασκέδασης. Το τραγούδι πέρασε στις λεγόμενες «μεγάλες πίστες» και η Ρίτα Σακελλαρίου απενοχοποίησε μια ολόκληρη «σχολή» ερμηνεύοντας μπροστά στον νέο ισχυρό άνδρα της πολιτικής εξουσίας- τον Ανδρέα Παπανδρέου το Αυτός ο άνθρωπος αυτός και άλλες επιτυχίες της. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία απενοχοποίησης  διαδραμάτισαν και οι «κομπανίες» (π.χ. Αθηναϊκή, Τα Παιδιά από την Πάτρα) που δημιουργούσαν με τις επανεκτελέσεις τραγουδιών του 60 τη λεγόμενη αναβίωση του λαϊκού. Η αναβίωση αυτή φυσικά αφορούσε κυρίως όχι το έντεχνο λαϊκό αλλά το «πρωτόλειο λαϊκό» των προηγούμενων δεκαετιών. Το πλέον όμως σημαντικό στοιχείο όσον αφορά την απήχηση του τραγουδιού αυτού είναι το γεγονός ότι έγινε δεκτό από κύκλους διανοουμένων που ερμηνεύανε «χωρίς συμπλέγματα» τη μουσική αυτής της κατηγορίας.

Στο ορόσημο του 1989 οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές συνοδεύτηκαν με τρία καθοριστικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το σκηνικό στο οποίο στηρίχθηκε η επέλαση της μαζικής κουλτούρας στη δεκαετία του 1990: την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, την παρουσία των λεγόμενων lifestyle περιοδικών (με πρωτοπόρο το Κλικ του Πέτρου Κωστόπουλου) και την καθιέρωση του club ως χώρου μαζικής κατανάλωσης με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Το ουσιαστικότερο  όμως χαρακτηριστικό που διακρίνει την περίοδο αυτή είναι μια ενοποίηση της μαζικής κουλτούρας στα πλαίσια μιας άρσης των αποκλεισμών που διακρίνανε τις προηγούμενες περιόδους και η παραγωγή μιας ενιαίας «ιστορίας» του ελληνικού τραγουδιού. Η «ιστορία» αυτή προσφέρθηκε ευρέως προς κατανάλωση από τα ΜΜΕ αλλά και το σύστημα το οποίο εδράζει την ύπαρξη του στους μηχανισμούς κατανάλωσης. Με τον τρόπο αυτό δισκογραφικές εταιρίες, καλλιτέχνες, καταστήματα, ιδιωτική τηλεόραση, ραδιόφωνο διαμορφώσαν ένα  ενιαίο σύνολο, ένα melting pot μεταμοντέρνας υφής. Τα οικονομικά οφέλη ήταν προφανή για όλες τις πλευρές στο βαθμό που τα παλαιά στεγανά είχαν διαβρωθεί. Η δημιουργία μιας νέας «ιστορίας»  υπήρξε το «όχημα» για την είσοδο και κατίσχυση των νέων «ασμάτων» που θα μπορούσαν να αποκληθούν «σκυλοπόπ» με την έννοια της απήχησης τους σε νεώτερες ηλικίες καθώς και του συνολικού τρόπου παραγωγής τους.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα από την άποψη αυτή αποτελεί ο Νότης Σφακιανάκης η πορεία του οποίου αντανακλά τις γενικές κατευθύνσεις: από σχετικά  άγνωστος ερμηνευτής εκτοξεύεται στην «πρωτοπορία» της μαζικής κουλτούρας. Αποκορύφωμα της πορείας του η κυκλοφορία του δίσκου ΧΧΧ (Ενθύμιον) οι πωλήσεις του οποίου σηματοδοτούσαν ρεκόρ για τη βιομηχανία δίσκου στην Ελλάδα του 1990-2000. Η ίδια η δομή του συγκεκριμένου δίσκου (από το πρόγραμμα του νυκτερινού μαγαζιού στο οποίο εμφανιζόταν) είναι ενδεικτική για την κατεύθυνση της μαζικής κουλτούρας: τραγούδια του Ξυλούρη και του Στ. Κόκοτα ακολουθούν επιτυχίες του ίδιου και «κλασικά» λαϊκά μιας συγκεκριμένης κατηγορίας (π.χ. του Π. Μιχαλόπουλου) αλλά και διασκευές ξένων pop και rock επιτυχιών. Την ίδια περίοδο η κυριαρχία του τραγουδιού στο οποίο πρωταγωνιστούν οι Άννα Βίσση και Δέσποινα Βανδή εδραιώνει ανεπίστρεπτα τον νέο ήχο σε όλο και περισσότερο νεανικό κοινό, που προτιμά πλέον να διασκεδάζει σε «ελληνάδικα».

Το φαινόμενο αυτό χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης καθώς για πρώτη φορά τραγούδια του Μ.Αγγελόπουλου και του Στ.Καζαντζίδη ακούγονταν σε χώρους μαζικής διασκέδασης μαζί με «σκυλοποπ» άσματα του 90. Τραγούδια λησμονημένα και πολλές φορές λοιδωρούμενα γνωρίζανε εκ νέου επιτυχία σε μια γενιά η οποία δεν είχε την παραμικρή εικόνα για τα συμφραζόμενα αυτού του είδους των συνθέσεων. Η ιστορία των «ελληνάδικων» είναι απλή αλλά και εξόχως χαρακτηριστική. Οι απαρχές τους τοποθετούνται στα μέσα της δεκαετίας του 90, όταν τα μεγάλα club της Αθήνας, που έδιναν τις κατευθύνσεις και στους ανάλογους χώρους της επαρχίας με μικρή χρονική καθυστέρηση, «ανακαλύψανε» το ελληνικό τραγούδι. Πρωτοπόρο αναδείχθηκε το Mercedes το οποίο έπραξε κάτι το αιρετικό και οπωσδήποτε αδιανόητο για το «χορευτικό club» των αρχών της δεκαετίας εισήγαγε μια ώρα ελληνικής μουσικής στο πρόγραμμα του. Η μεγάλη απήχηση στους θαμώνες δημιούργησε μόδα που εξαπλώθηκε ραγδαία. Τα μαγαζιά της επαρχίας ακολούθησαν  και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τα Ελληνικά τραγούδια κυριαρχούσαν παντού. Η απήχηση αυτή οδήγησε επιχειρηματίες της «νύχτας» στο επόμενο βήμα, στη δημιουργίας club με αποκλειστικά ελληνικό πρόγραμμα. Έτσι δημιουργήθηκαν τα «ελληνάδικα» με χαρακτηριστικά ονόματα : Βαρελάδικο , καρπούζι , σταφιδάδικο , Λάδι στη φωτιά , νερουλάδικο κλπ. Η μετέπειτα παρακμή των χώρων αυτών δεν αναιρεί καθόλου τη σημασία τους για την κατίσχυση του «σκυλοπόπ». Βεβαίως, και σε κάθε περίπτωση, οι χώροι εκείνοι που δεν έχασαν ποτέ τη δυναμική τους είναι τα «μεγάλα μαγαζιά», που φιλοξενούν νέα και παλαιά ονόματα, σε σχήματα κάποτε ετερόκλητα, πάντοτε όμως θελκτικά για τους θαμώνες τους.

Οι αλλαγές των τελευταίων ετών στο χώρο της νυχτερινής διασκέδασης δεν εμφανίζονται προς το παρόν ικανές για να αναδιαμορφώσουν οριστικά το πεδίο, και η αμφισβήτηση του κυρίαρχου μοντέλου (του «μεγάλου μαγαζιού-πίστας») δεν μοιάζει πολύ πιθανή, τουλάχιστον σε μεσοπρόθεσμη βάση. Από την άποψη αυτή οι αναγγελίες στα glossy περιοδικά των ερχόμενων σχημάτων που «θα προκαλέσουν αίσθηση στη νυχτερινή Αθήνα» δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν, καθώς κωδικοποιούν την προσμονή του φιλοθεάμονος κοινού για το επόμενο μεγάλο «μπαμ» και την επιδεικτική κατανάλωση που αναπόφευκτα θα το συνοδεύσει.

Ο Βαγγέλης Τζούκας είναι διδάκτορας κοινωνιολογίας

της Λιόπης Αμπατζή

Η κατανάλωση ως επικοινωνία

Η δική μου παρέμβαση στη συζήτηση αφορά στην ανάδειξη της κατανάλωσης ως σκοπιάς για να παρατηρήσουμε και να σκεφτούμε άλλες όψεις της ανθρώπινης δράσης, κι εν προκειμένω για την ετεροφυλόφιλη ερωτική επιθυμία. Δύο ακόμα έννοιες είναι κεντρικές στην οργάνωση του επιχειρήματος που θα θέσω υπόψη σας, αυτές της σχόλης και της διασκέδασης. Το εθνογραφικό πλαίσιο στο οποίο ωρίμασε αυτό το επιχείρημα δεν είναι άλλο από την πρακτική της κονσομασιόν όπως επιτελείται σε εκείνη την κατηγορία μπαρ, που ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι μία συγκεκριμένη μορφή εμπορευματοποίησης της συντροφιάς..

Τα μπαρ με κονσομασιόν είναι χώροι που εντάσσονται στην κατηγορία νυχτερινή διασκέδαση και απευθύνονται μόνο σε άνδρες πελάτες, καταναλωτές Εκτός από τη συνήθη και κοινή για όλες τις κατηγορίες μπαρ κατανάλωση ποτών ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα- και το σκοπό ταυτόχρονα- να πληρώσει, να καταναλώσει ένα είδος συντροφιάς στη διάρκεια, η για μέρος, της διασκέδασης του. Για το σκοπό αυτό διατίθενται στο μπαρ, γυναίκες, οι οποίες, στο τέλος της βραδιάς πληρώνονται στη βάση ποσοστών επί των ποτών που κατανάλωσαν μαζί με τους πελάτες. Η πληρωμή της συντροφιάς δεν είναι άμεση. Για ποιο πράγμα, λοιπόν, πληρώνουν οι άνδρες όταν (δεν) πληρώνουν ποτά ή συντροφιά. (ποιες απαγορεύσεις, αμφιθυμίες ή και ενοχές διακυβεύονται;) Η πληρωμή συντροφιάς δεν είναι άμεση αλλά μεσολαβείται από το κυρίως εμπόρευμα του μπαρ, το ποτό, και τον κώδικα που οργανώνει την κυκλοφορία του, το «κέρασμα». Οι άνδρες εκείνοι που επιθυμούν τη συντροφιά των κονσοματρίς τις κερνούν ποτά, δηλαδή, πληρώνουν τα ποτά που πίνουν άλλοι, καταναλώνουν μέσω των κονσοματρίς, τα περίφημα γυναικεία ποτά που έχουν διακριτή τιμή από τα υπόλοιπα που διατίθενται στο μπαρ.

Συνεπώς, θα σας μιλήσω για την κονσομασιόν, για τη διασκέδαση στα μπαρ με κονσομασιόν, για την ερωτική επικοινωνία που συντελείται κι επιτελείται από τους άνδρες και τις γυναίκες που συναντιούνται και αλληλοσχετίζονται στα μπαρ, ιδωμένα από τη σκοπιά της κατανάλωσης.

Για την οικονομία αυτής της συζήτησης βάζω ως αφετηρία την ανάγνωση της κατανάλωσης ως επικοινωνιακής σχέσης και την επανατοποθέτηση και θέασή της μέσα και ως μέρος της κοινωνικής διαδικασίας της εργασίας, της κοινωνικής συσχέτισης αλλά και των υλικών που την μεσολαβούν . Τα υλικά, φαγητό, ποτό και φιλοξενία, λουλούδια και δώρα που προσφέρουμε και πολλά άλλα αποτελούν τους μεσολαβητές της κάθε κοινωνικής συσχέτισης. Ωστόσο, υλικά, εργασία και κατανάλωση έχουν αυθαίρετα αφαιρεθεί από το κοινωνικό συμφραζόμενο χωρίς το οποίο δεν έχουμε πολλές ελπίδες να κατανοήσουμε και να γνωρίσουμε αυτές τις όψεις της ζωής μας. Η κατανάλωση είναι ένας τρόπος επικοινωνίας του υποκειμένου με τον εαυτό του, με τους άλλους, αλλά και με τα αντικείμενα που καταναλώνονται.

Κονσομασιόν είναι η γαλλική λέξη για την κατανάλωση αν και δεν γνωρίζουμε πώς και πότε ενσωματώθηκε στο λεξιλόγιο της διασκέδασης στην Ελλάδα, πάντως ο όρος είναι ενεργός και αποδίδει το ίδιο νόημα στην ίδια πρακτική για περισσότερα από 80 χρόνια. Επίσης η πρακτική του εγχρήματου, ανταλλακτικού συμποσιασμού ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο δημιουργίας κλίματος ερωτικής προσέγγισης καταγράφεται στην ιστοριογραφική βιβλιογραφία που αφορά στους οίκους ανοχής του Παρισιού από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τα μπαρ με κονσομασιόν αρχίζουν να αποκτούν σημαντική θέση ως πρόταση διάθεσης του ελεύθερου χρόνου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και γρήγορα εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα κατακτώντας μεγάλο μερίδιο στη νυχτερινή κατανάλωση.

Παρόλ’ αυτά, μια καταναλωτική πρακτική που αποτελεί επιλογή διασκέδασης και φέρει το όνομα «κονσομασιόν» δεν εξαντλεί την καταναλωτική διάσταση στην κατανάλωση ποτών, ή το «ξόδεμα» χρημάτων, αλλά τοποθετεί σε άλλη προοπτική την συγκρότηση της επιθυμίας, την οριοθέτηση του εαυτού προς τα συναισθήματα, την ατομικότητα, τους τρόπους συσχέτισης με τους άλλους και τα αντικείμενα, τις δεσμεύσεις και τις πολλαπλές εντάξεις του εαυτού (οικογένεια, εργασία, κοινωνικότητα) σε ολοκληρωμένες διαδικασίες νοηματοδότητσης της καθημερινής δράσης.

Διασκέδαση για άνδρες, ανδρισμός κι ερωτική διέγερση

Η συντροφιά με τις κονσοματρίς ανοίγει την προοπτική της ερωτικής συσχέτισης χωρίς δέσμευση, υποχρέωση (βλ οικογένεια, εργασία) καθώς και χρόνου για τον εαυτό, την επιθυμία, με μια γυναίκα της διασκέδασης , δηλαδή του γλεντιού, του ποτού, του χορού, του σεξ, , διαθέσιμης για αγχολυτική, επιβεβαιωτική, ανανεωτική συντροφιά. Με άλλα λόγια μια γυναίκα κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της (φαντασίωσης της) ετερόφυλης ερωτικής επιθυμίας. Έτσι ένας ανδρικός εαυτός συγκροτείται μέσα στην κονσομασιόν, αποδεσμευμένος από τον κόσμο της υποχρέωσης που αντιπροσωπεύει η συζυγική οικιακότητα, κατάσταση η οποία αφορά και τη συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών της κονσομασιόν.

Με τα λόγια μιας κονσοματρίς

«Εδώ είναι φώτα, μουσική, ποτά […] ο άλλος έρχεται να ξεσκάσει, να περάσει καλά, να ξεχάσει τα προβλήματά του […] θέλει να γελάσει, να νιώσει ωραίος, να καυλαντίσει με τις γυναίκες, να λέμε μαλακίες, όχι σοβαρές συζητήσεις […]».

Η κονσοματρίς περιγράφει τους όρους ενός ‘ερωτικού κεφιού’ ως αφηγήτρια από μία θέση ιεραρχικά προσδιορισμένης με έμφυλους και σωματικούς τρόπους, εμπλοκή στην παραγωγή του. Οι έγνοιες, λοιπόν, εξαφανίζονται, τα προβλήματα ξεχνιούνται, ενώ η επικοινωνία είναι ‘ελαφριά’: γέλια και ανάλαφρες κουβέντες, φλερτ και ερωτικές φιλοφρονήσεις, σε ένα περιβάλλον γλεντιού. Η ερωτική επικοινωνία δεν είναι άλλη από ένα σκηνοθετημένο παιχνίδι γοητείας, όπου τα σώματα και οι τεχνικές τους ενορχηστρώνονται σε σχήματα επιθυμίας, όπου τα όρια μεταξύ διασκέδασης και σεξουαλικής διέγερσης (καύλα) είναι παραπειστικά και παραπλανητικά. Για όλους. Εκ των προτέρων.

Το μοτίβο που κυριαρχεί στις κουβέντες στο μπαρ είναι η διαρκής άμεση ή υπαινισσόμενη αναφορά στο σεξ. Άνδρες και γυναίκες χρησιμοποιούν συστηματικά λέξεις με σεξουαλικό περιεχόμενο και αναφέρονται απροκάλυπτα στη σεξουαλική πράξη, στα γεννητικά όργανα, στη σεξουαλική επιθυμία.

Ο υπερτονισμός της σεξουαλικότητας μέσω λεκτικών και σωματικών πράξεων θεωρείται συστατικό στοιχείο της παρέας στο μπαρ και αποτελεί το μέσο επίτευξης της ‘καυλάντας’. Η ‘καυλάντα’, δηλαδή η απροσδιόριστη σεξουαλική επιθυμία, μια επιθυμία που δεν ορίζεται σε σχέση με ούτε απευθύνεται σε μία συγκεκριμένη γυναίκα, θεωρείται μηχανική αντίδραση και σύμβολο του ανδρισμού. Η επιθυμία αυτή, αν και αποτελεί μέρος της ευχαρίστησης των ανδρών στο μπαρ και ζητούμενο της διασκέδασής τους, δεν οδηγείται σε ικανοποίηση μέσω της σεξουαλικής συνεύρεσης. Ωστόσο, η φαντασίωση της πιθανότητας της σεξουαλικής συνεύρεσης και της διαπροσωπικής οικειότητας καλλιεργείται συστηματικά αλλά αναβάλλεται επ’ αόριστον .

Η Λιόπη Αμπατζή είναι διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθήνας

του Νίκου Σουλιώτη

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι πλατείες των δυτικών προαστίων άρχισαν να συγκεντρώνουν νέους χώρους διασκέδασης. Τις «καφετέριες» και τις «παμπ» της εποχής, διαδέχθηκαν πολύβουες και λαμπερές συγκεντρώσεις καφέ, κλαμπ και μεζεδοπωλείων, με σημαντικότερο παράδειγμα, χωρίς αμφιβολία, αυτό του Μπουρναζίου στο Περιστέρι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι αντίστοιχες «πιάτσες» του ιστορικού κέντρου (Ψυρρή, στη συνέχεια Γκάζι) άρχισαν να χάνουν τον «εναλλακτικό» τους χαρακτήρα και να ανοίγονται σε ένα ευρύτερο και κοινωνικά πιο διαφοροποιημένο κοινό. Οι εξελίξεις αυτές είχαν ως συνέπεια βαθιές αλλαγές των τρόπων διασκέδασης ευρέων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων της πρωτεύουσας. Ποιοι ήταν οι μετασχηματισμοί που υπέστη η «λαϊκή διασκέδαση» σε αυτό το διάστημα και ποιο περιεχόμενο αντιστοιχεί πλέον σε αυτή την έννοια ; Και ακόμη, άλλαξε η θέση της «λαϊκής διασκέδασης» στο συνολικό σύστημα πολιτισμικών διακρίσεων και ιεραρχιών ;

Οι μεταβολές της διασκέδασης μέσα στην πόλη μαρτυρούν πρώτα από όλα τη διεύρυνση των αγορών αναψυχής και την ενσωμάτωση μεγάλου μέρους των λαϊκών και χαμηλών-μεσαίων στρωμάτων στο καταναλωτικό τους κοινό. Η κοσμοσυρροή στις πιάτσες διασκέδασης των δυτικών προαστίων και, εν μέρει, του ιστορικού κέντρου είναι έκφανση της εμπορευματοποίησης των πρακτικών διάθεσης του ελεύθερου χρόνου των χαμηλότερων στρωμάτων της πόλης. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε τομή σε σχέση με μορφές λαϊκής αναψυχής παλαιότερων γενεών που περιστρέφονταν γύρω από τα πάρτυ, τις εκδρομές στην αττική ύπαιθρο και τη βόλτα στη γειτονιά. Ταυτόχρονα, σηματοδότησε την ένταξη των νέων των λαϊκών στρωμάτων στα ίδια κυκλώματα κυκλοφορίας καταναλωτικών προτύπων με τα ανώτερα και μεσαία στρώματα. Οι «παμπ» στα τέλη της δεκαετίας του 70 και στη δεκαετία του 80, τα καφέ «ιταλικού τύπου» στα τέλη του 80 και στις αρχές του 90, τα «ελληνάδικα» και τα «μεζεδοπωλεία» στη συνέχεια, διαδόθηκαν, στο πλαίσιο της γενικότερης εξάπλωσής τους στην πόλη, και στα δυτικά προάστια. Αλλά και μέσα από το «άνοιγμα» των γειτονιών του ιστορικού κέντρου, τα χαμηλότερα στρώματα συμμετείχαν στις διαδικασίες συγκρότησης ενός κοινού αστικού φαντασιακού με αναφορά στην «παλιά Αθήνα», το οποίο σηματοδότησε μια σχετική ενοποίηση σε επίπεδο ταυτοτήτων των γόνων των εσωτερικών μεταναστών της μεταπολεμικής περιόδου.

Η σύγκλιση αυτή των λαϊκών στρωμάτων με τα μεσαία και ανώτερα στρώματα στο πεδίο της κατανάλωσης μέσα από την ενσωμάτωσή τους στις πολιτιστικές αγορές δεν ήταν παρά η πολιτισμική έκφραση των μεταβολών που γνώρισε η κοινωνικο-επαγγελματική δομή των δυτικών προαστίων : κατά τις δεκαετίες 1980-1990 τμήματα των λαϊκών στρωμάτων της Αθήνας μετακινήθηκαν από τα χειρωνακτικά επαγγέλματα στις υπηρεσίες, στις χαμηλές υπαλληλικές θέσεις αλλά και σε μεσαίες ή ανώτερες υπαλληλικές θέσεις. Η πιο χαρακτηριστική, ίσως, συνέπεια αυτής της διαδικασίας ήταν η επικράτηση στο πεδίο της αναψυχής μιας λογικής «εκσυχρονισμού» των λαϊκών τρόπων διασκέδασης σύμφωνα με τις προσδοκίες που συνεπάγεται το βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο, η οποία αναδείχθηκε σε βασικό μηχανισμό της παραγωγής νέων «μοδάτων» χώρων (όπως το μεζεδοπωλείο, τα ελληνάδικα και οι νεο-ταβέρνες). Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι η αναζήτηση της «αυθεντικής» λαϊκής διασκέδασης σε παλιά κουτούκια, ταβερνάκια, σκυλάδικα κ.λπ. από μέλη των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων στο πλαίσιο μιας ασύνειδης προσπάθειας συμφιλίωσης με την λαϊκή κοινωνική καταγωγή.

Από την άποψη της κοινωνικής ανάμειξης, η διαδικασία αυτή φαίνεται ότι έφτασε σε μια κορύφωση στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Τότε, νέοι με βελτιωμένη κοινωνικο-επαγγελματική θέση των δυτικών προαστίων επεδίωξαν να έρθουν σε επαφή με τους τρόπους διασκέδασης των υψηλότερων στρωμάτων επισκεπτόμενοι στον ελεύθερο χρόνο τους περιοχές όπως το Κολωνάκι και η Γλυφάδα. Την ιδιαίτερη αυτή όμως μεταβατική «στιγμή» του κοινωνικού χρόνου διαδέχθηκε η παγίωση μιας κατάστασης με κάπως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Καθώς η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων δεν συνοδεύτηκε από μεταβολή του τόπου κατοικίας (κυρίως για λόγους πρόσδεσης στα οικογενειακά δίκτυα), η ζήτηση για «πολυτελέστερες» υπηρεσίες διασκέδασης εκφράστηκε τοπικά, στα όρια των δυτικών προαστίων. Αυτή υπήρξε η δύναμη που στήριξε τη δημιουργία των περιοχών διασκέδασης σε αυτό το κομμάτι της πόλης. Με τη διαφορά, όμως, ότι επανέφερε με άλλο τρόπο μια κοινωνικο-γεωγραφική οριοθέτηση των τρόπων διασκέδασης, δεδομένου ότι οι μετακινήσεις των νέων των δυτικών προαστίων περιορίστηκαν ξανά στις περιοχές κατοικίας τους. Επιπλέον, το επιχειρηματικό δυναμικό που δραστηριοποιήθηκε στις νέες πιάτσες δεν περιλάμβανε επιχειρηματίες των «καλών» περιοχών της πόλης και των τουριστικών νησιών, οι οποίοι δεν είχαν να περιμένουν ενίσχυση της φήμης τους από ένα πέρασμα από τα δυτικά προάστια. Αυτό άφησε το πεδίο ανοιχτό σε «τοπικούς» επιχειρηματίες, οι οποίοι ήταν είτε παλιοί καταστηματάρχες, είτε, πολύ περισσότερο, νέοι επιχειρηματίες που αναδείχθηκαν από τις τάξεις των νεαρών καταναλωτών και των εργαζομένων σε χώρους διασκέδασης.

Τα χαρακτηριστικά αυτά των περιοχών διασκέδασης των δυτικών προαστίων προσδιόρισαν τους όρους πρόσληψης των τρόπων διασκέδασης που διαδίδονται στην πόλη, οδηγώντας σε μια σειρά διαφοροποιήσεις σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις μεσοστρωματικές και εύπορες περιοχές. Ίδιες πρακτικές και τύποι χώρων αποκτούν διαφορετικές αποχρώσεις στα δυτικά προάστια. Χαρακτηριστικά όπως η «ελαστικότερη» επιλογή της πελατείας στην «πόρτα», η κάπως «άκομψη» ρητή αναφορά στην «πολυτέλεια» και την «χλιδή» (κάτι που π.χ. εκφράζεται σε ονόματα κλαμπ ή καφέ του τύπου «VIP», «Privé» κ.λπ.), και η έντονη σωματικότητα του λαϊκού «ξεφαντώματος» αναδιοργανώνουν τη σήμανση των κοινωνικών ανισοτήτων σε ένα σύστημα λεπτότερων πολιτισμικών διακρίσεων εντός της αγοράς της αναψυχής. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο του μετασχηματισμού των υποβαθμισμένων περιοχών του ιστορικού κέντρου τα ανώτερα στρώματα διαχωρίζονται χρονικά, καθώς σε μια πρώτη φάση, πριν το «άνοιγμα» των περιοχών αυτών στο ευρύ κοινό, κυριαρχούν «εναλλακτικοί» αλλά κοινωνικά επιλεκτικοί χώροι διασκέδασης. Τα όρια αυτής της μαζικής διασκέδασης των λεπτών διακρίσεων διαγράφονται σε δύο σημεία που αντιστοιχούν στα (εν πολλοίς νέα) άκρα της κοινωνικής ιεραρχίας : Στο κάτω άκρο, βρίσκονται οι αγορές υπηρεσιών αναψυχής των μεταναστών, οι οποίοι στο κοινωνικο-επαγγελματικό πεδίο κατέλαβαν τις χειρωνακτικές θέσεις που εγκατέλειψαν μερικώς τα γηγενή λαϊκά στρώματα. Στο ανώτερο άκρο, συναντούμε ορισμένες πολιτισμικές πρακτικές των οικονομικών ελίτ (συλλογή έργων τέχνης, σύσταση μη-κερδοσκοπικών ιδρυμάτων), οι οποίες είτε εγγράφονται στην κοινωνικά κλειστή αγορά τέχνης, είτε μετατοπίζονται εκτός των διευρυμένων και, πλέον, μαζικών πολιτισμικών αγορών (στην περίπτωση των μη-κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων).

Info

Σουλιώτης Νίκος, «Κατασκευάζοντας πολυτελείς χώρους διασκέδασης σε ένα λαϊκό προάστιο. Κοινωνιολογική προσέγγιση των οικονομικών πρακτικών της αγοράς του Μπουρναζίου στο Περιστέρι», Δοκιμές. Επιθεώρηση Κοινωνικών Σπουδών, τ. 13-14/2005, σ. 41-60.

Ο Νίκος Σουλιώτης είναι διδάκτορας κοινωνιολογίας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

της Ναταλίας Κουτσούγερα

Πώς συνδέονται η «αυθεντικότητα» και η «λαϊκότητα»; Ποια η σχέση τους ως πτυχή ταυτότητας που συγκροτείται και επιτελείται σε «ελληνάδικα», νυχτερινά κέντρα του Μπουρναζίου στην Δυτική Αττική; Aυτή τη μορφή νυχτερινής διασκέδασης, οι κυρίαρχες αναπαραστάσεις, ενός επίσημου «λόγου» (ΜΜΕ, Κρατικές Πολιτιστικές Πολιτικές), την οριοθετούν ως «λαϊκή». Ταυτόχρονα ορίζεται ως λαϊκή και από τους συμμετέχοντες σε αυτή, στην πλειοψηφία τους νέους της Δυτικής Αττικής που κατά αντιστοιχία προσδιορίζονται αλλά και αυτοπροσδιορίζονται, «λαϊκά παιδιά». Οι σημασίες ωστόσο του λαϊκού και της λαϊκότητας δεν είναι ταυτόσημες και δίνονται διάφορες ερμηνείες ως προς τις ιδιότητες των «λαϊκών».

Τα περισσότερα «ελληνάδικα» του Μπουρναζίου  κάνουν χρήση της  ελληνικής και ξένης εμπορικής μουσικής (π.χ ελληνική ποπ / «λαϊκά» / «ελαφρολαϊκά» / τσιφτετέλια / oriental / hip-hop / R&B) από δημοφιλείς ερμηνευτές που προβάλλονται από τα ελληνικά media. Ωστόσο τα κλαμπ αυτά δεν είναι όλα πανομοιότυπα και κατά συνέπεια ούτε και το συμμετέχων κοινό, αν και οι επίσημες αναπαραστάσεις παρουσιάζουν το κοινό αυτό ως ομοιόμορφο.  Για παράδειγμα υπάρχουν πολλές ταξινομήσεις του κοινού σε σχέση με το είδος διασκέδασης που προσφέρεται μέσα στα κλάμπ όσο και έξω από αυτά: τη μουσική, τις ηλικίες, την ένδυση, τον τρόπο κατανάλωσης, τον βαθμό περιθωριοποίησης, κ.ο.κ.

Ενδιαφέρουσες είναι οι ίδιες οι νοηματοδοτήσεις των διασκεδαζόντων, όσον αφορά έναν «λαϊκό» και «αυθεντικό» εαυτό. Οι δυο αυτές εκδοχές ταυτότητας συνυπάρχουν και εναλλάσσονται και κατά κάποιον τρόπο αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. Για παράδειγμα  κάποιος αναφέρει: «Είμαι λαϊκό παιδί γιατί είμαι αληθινός και ανοικτός. Ντόμπρος». Αυτή αποτελεί ενδεικτική δήλωση σύνδεσης της «λαϊκότητας» με τη συναισθηματικότητα και την αισθαντικότητα. Τη δυνατότητα να συμπεριφερθεί κάποιος άνετα κατά τη διάρκεια της νυχτερινής του διασκέδασης, να είναι ο εαυτός του, σε σχέση πάντα με κάποιους «άλλους» που ορίζονται ως «δήθεν» και «το παίζουν» ότι ανήκουν σε ανώτερες κατηγορίες. Υπάρχουν επίσης και εκείνοι που διαχωρίζουν τον εαυτό τους από τις αρνητικές συνδηλώσεις του «λαϊκού» (κακή εμφάνιση, ελλιπής μόρφωση): «Εγώ είμαι λαϊκός στο μυαλό, αληθινός και αυτό που έχω να πω θα στο πω. Στο Μπουρνάζι επικρατεί όμως το άσχημο λαϊκό. Σκοτώνουν τα ελληνικά και από εμφάνιση, τρίχα και καδένα.».

Οι εκφάνσεις της λαϊκότητας και οι νοηματοδοτήσεις ενός «αυθεντικού» εαυτού, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τις νυχτερινές επιτελέσεις στο Μπουρνάζι. Η Μαρία για παράδειγμα επιδιώκει να εμπλακεί σε επιθετικούς διαλόγους (με έντονο σεξουαλικό περιεχόμενο) με τους άνδρες πελάτες, καθώς και να χορέψει επάνω στο μπαρ, για να δημιουργήσει εντυπώσεις, να τους «τρελάνει» και να «αφήσει το σημάδι της»: «χορεύω για την πάρτη μου», λέει, έτσι ώστε να τη «θυμούνται για την ντομπροσύνη» της. Με τον τρόπο αυτό επιτελεί τον αυθεντικό εαυτό της. Η μουσική, το τουμπελέκι, αποτελεί την υπόκρουση στην επιτέλεση του αυθεντικού εαυτού επάνω στο μπαρ.

Ο Μανώλης με τσιγγάνικη καταγωγή χρησιμοποιεί τα «τσιγγάνικα» που μιλούν για τον πόνο και την μοναξιά στη μεγαλούπολη. «Αυτή είναι μουσική για αληθινούς άντρες!» όπως λέει. Για το Μανώλη η επιτέλεση του αυθεντικού συνεχίζεται και έξω από το κλαμπ, μέσα στο αμάξι του (το οποίο το μετατρέπει συνεχώς με φώτα και καινούργιο ηχοσύστημα). Εκεί βάζοντας την μουσική στο τέρμα χρησιμοποιεί την μουσική όπως και η Μαρία για να δημιουργήσει εντυπώσεις στους «έξω». Η μουσική αποτελεί για τους περισσότερους βασικό όχημα αυθεντικότητας και της επιτέλεσης της.

Η Ναταλία Κουτσούγερα είναι υποψήφια διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας