15. Επιχειρηματικότητα


Επιχειρηματικότητα

Τα σεμινάρια επιχειρηματικότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Γιώργος Ευτυχίου, οικονομολόγος

Επιχειρηματικότητα και Οικονομική Ανάπτυξη: ένας προφανής σύνδεσμος;
Έλενα Παπαδοπούλου, οικονομολόγος

Τι απομένει από τον μύθο του επιχειρηματία;
Ηλίας Ιωακείμογλου, οικονομολόγος

Εκπαίδευση και επιχειρηματικότητα
Χρήστος Λάσκος, οικονομολόγος, καθηγητής μέσης εκπαίδευσης

Advertisements

Όταν μιλάμε για επιχειρηματικότητα δεν αναφερόμαστε ούτε στον μεμονωμένο επιχειρηματία, ούτε στο επιχειρείν. Το στοιχείο που διακρίνει την έννοια, έγκειται στο γεγονός ότι η επιχειρηματικότητα διδάσκεται ή τέλος πάντων επιχειρείται να διδαχθεί. Βέβαια και σήμερα πολλοί άνθρωποι σπουδάζουν το πως θα οργανώσουν και διοικήσουν μια επιχείρηση (οι φοιτητές των σχολών Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων). Αυτοί όμως οι άνθρωποι εκπαιδεύονται προκειμένου να εργαστούν σε επιχειρήσεις κάποιου μεγέθους, κατά κανόνα ως υπάλληλοι, ως μισθωτοί (συχνά ακριβοπληρωμένοι). Ο βασικός στόχος των σχολών Διοίκησης Επιχειρήσεων είναι να εκπαιδεύσουν αυτούς που θα καταλάβουν τις μεσαίες και υψηλότερες θέσεις της ενδοεπιχειρησιακής ιεραρχίας.

Το κοινό όμως των σεμιναρίων επιχειρηματικότητας είναι άλλο και χωρίζεται σχηματικά σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τον έμπορο, τον επιπλοποιό, τον ιδιοκτήτη συνεργείου, όχι όμως τον γιατρό, τον πολιτικό μηχανικό, τον δικηγόρο. Τα σεμινάρια επιχειρηματικότητας αφορούν όσους έχουν μια επιχείρηση, και μάλιστα μικρή. Εδώ τα σεμινάρια παίρνουν τη μορφή πρακτικών συμβουλών μάνατζμεντ και μάρκετινγκ. Είναι χρήσιμα αυτά τα σεμινάρια για όσους τα παρακολουθούν; Η απάντηση φαίνεται να είναι «αναλόγως που θα πέσεις, μπορεί να μάθεις και κάτι, μπορεί όμως είναι να χάσεις το χρόνο σου» (βλ. άρθρο του Γ. Ευτυχίου). Η δεύτερη κατηγορία είναι οι μαθητές σχολείου. Ο στόχος εδώ δεν είναι οι πρακτικές συμβουλές σχετικά με το «επιχειρήν», αλλά η κατανόηση της οπτικής του επιχειρηματία και της επιχείρησης, η οποία βέβαια διακρίνεται από την οπτική του μισθωτού, θέση στην οποία που κατά κανόνα αυτοί οι μαθητές θα βρεθούν στο μέλλον. Σε αυτή την περίπτωση το μάθημα μετατρέπεται σε χυδαία ιδεολογική προπαγάνδα (βλ. το άρθρο του Χρ. Λάσκου). Τέλος υπάρχουν και οι άνεργοι. Εδώ η επιχειρηματικότητα συνιστά τη διέξοδο, ο στόχος είναι η παροχή πρακτικών συμβουλών στο πως θα ανοίξεις μία επιχείρηση.

Εάν εξαιρέσουμε την πρώτη κατηγορία, τα σεμινάρια επιχειρηματικότητας που αφορούν τους μαθητές και τους άνεργους εντάσσονται σε μια οικονομική φιλοσοφία που ανέδειξε την έννοια της επιχειρηματικότητας σε κεντρικό πυλώνα. Στη βάση αυτή, εμπειρικές έρευνες επιχείρησαν να συνδέσουν την επιχειρηματικότητα με την οικονομική ανάπτυξη. Κάθε έρευνα όμως έχει και άρρητες παραδοχές, που έως ένα σημείο μπορεί να προκαθορίσουν το αποτέλεσμα (βλ. το άρθρο της Ελ. Παπαδοπούλου). Η περίπτωση της επιχειρηματικότητας είναι ακόμη πιο δύσκολη, αφού πρόκειται για μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ως προς το επιστημονικό της στάτους έννοια (βλ. το άρθρο του Ηλ. Ιωακείμογλου).

Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι γιατί μια τόσο αμφιλεγόμενη έννοια αναδείχθηκε σε κεντρικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης; Είναι μόνο το ιδεολογικό στοιχείο; Η απάντηση, μάλλον πρέπει να αναζητηθεί εκτός του α-ιστορικού χώρου της φιλοσοφίας και της ιδεολογίας. Η απάντηση μάλλον πρέπει να αναζητηθεί εντός της ιστορίας, στην περίπτωσή μας της εντελώς πρόσφατης ιστορίας. Είναι αυτή τελικά που θα αποδώσει στην επιχειρηματικότητα το ιδεολογικό της πρόσημο.

Το φαινόμενο της μαζικής ανεργίας εμφανίστηκε στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, αρχικά με την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1975. Τότε ακόμη παρέμενε κυρίαρχο το κεϋνσιανό παράδειγμα, στόχος του οποίου ήταν και η διασφάλιση από το κράτος της πλήρους απασχόλησης. Η επιδείνωση όμως των οικονομικών συνθηκών, η εκλογή της Θάτσερ το 1979, η κατάρρευση της κυβέρνησης συνεργασίας Σοσιαλδημοκρατών-Φιλελεύθερων στην Δ. Γερμανία το 1981 και η κυριαρχία των δεύτερων, η αποτυχία του «πειράματος Μιτεράν» το 1983 και η στροφή της γαλλικής οικονομικής πολιτικής σε φιλελεύθερα μονοπάτια, η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση του 1981 και η εκτόξευση των ποσοστών ανεργίας σε διψήφια νούμερα, αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα μια θεμελιακή μετατόπιση στον τρόπο πρόσληψης του φαινομένου της ανεργίας από τις κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Είναι πλέον σαφές ότι το 1984 η ανεργία δεν γινόταν αντιληπτή ως ένα παροδικό φαινόμενο αλλά ως ένα φαινόμενο που θα χαρακτηρίζει τις δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες για τα επόμενα χρόνια. Αυτή η αλλαγή θεώρησης είχε ως αποτέλεσμα την ρητή πλέον εγκατάλειψη του στόχου της πλήρους απασχόλησης. Ακριβώς αυτό το κενό ήρθε να καλύψει η «επιχειρηματικότητα» η οποία αρχίζει τότε να εμφανίζεται ως έννοια στα επίσημα κείμενα. Με άλλα λόγια η ανάδειξη της επιχειρηματικότητας σε κεντρικό πυλώνα της πολιτικής απασχόλησης ουσιαστικά σημαίνει την εξατομίκευση του κόστους προσαρμογής σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον, την εξατομίκευση της ανεργίας, την εξατομίκευση των στρατηγικών αντιμετώπισής της. Αυτό είναι το στοιχείο που τις προσδίδει το ιδεολογικό της πρόσημο, που συνδέει την προπαγάνδα στα σχολεία με τα προγράμματα ενίσχυσης των νέων επιχειρηματιών. Δεν είναι μόνο η έννοια, είναι το ειδικό βάρος που κατέχει στο εσωτερικό της οικονομικής πολιτικής, είναι και το γιατί το απέκτησε.

του Γιώργου Ευτυχίου

Τα τελευταία χρόνια μέσω των προγραμμάτων των κοινοτικών πλαισίων στήριξης προωθείται μεταξύ άλλων η θεμελίωση και ανάπτυξη της δια βίου εκπαίδευσης. Μέρος της χρηματοδότησης κατευθύνεται σε προγράμματα που αφορούν στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων.

Η προσπάθεια ενίσχυσης αυτών των επιχειρήσεων με κοινοτικούς πόρους, μέσω της επιμόρφωσης των επιχειρηματιών και των εργαζομένων σε αυτές, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Από τη μία αναγνωρίζει την ανάγκη υποστήριξης ενός σημαντικού μέρους της Ελληνικής οικονομίας με ευρεία κοινωνική διαστρωμάτωση και από την άλλη επιχειρεί να μεταφέρει θεωρητικές γνώσεις και τεχνογνωσία που τόσο πολύ λείπει από τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Και ενώ αυτού του είδους η προσπάθεια θα μπορούσε να έχει θετικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις που απευθύνεται, η προσέγγιση από πλευράς των φορέων που έχουν επιφορτισθεί με την εφαρμογή της, είναι αποσπασματική και ανεπαρκής. Η απουσία έρευνας που θα αποκάλυπτε τις πραγματικές ανάγκες αυτού του συγκεκριμένου κομματιού της αγοράς είναι εμφανής και δημιουργεί ουσιαστικά εμπόδια στην επίτευξη των στόχων των προγραμμάτων.

Με τον εκτελεστικό σχεδιασμό να έχει αφεθεί σε ανθρώπους που δεν έχουν ούτε γνώση ούτε συναίσθηση των πραγματικών αναγκών της αγοράς το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας ακόμη άρρωστης κατάστασης μέσω της οποίας το κράτος προσπαθεί να εξυπηρετήσει πελατειακούς μηχανισμούς με πρόσχημα την εκπαίδευση και όχημα τα κοινοτικά κονδύλια.

Η έλλειψη κατηγοριοποίησης των επιχειρήσεων ανά κλάδο αγοράς με τη συνεπακόλουθη αδυναμία προσδιορισμού των επιμέρους αναγκών που δημιουργεί, θέτει σημαντικά προβλήματα στην υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων ικανών να ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες των συμμετεχόντων. Το αποτέλεσμα είναι επαγγελματικές ομάδες με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά να οδηγούνται σε κοινά σεμινάρια επιμορφωτικού χαρακτήρα που τελικά δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες κανενός.

Από τα συνοδευτικά συγγράμματα που αποτελούν κακές συρραφές ξεπερασμένων ακαδημαϊκών βιβλίων ως και το εξοντωτικό ωρολόγιο πρόγραμμα αυτών των προγραμμάτων η απουσία οποιουδήποτε σχεδιασμού είναι φανερή και ενοχλητική. Τέλος, συντριπτική πλειοψηφία των εισηγητών αδυνατεί να αντεπεξέλθει ουσιαστικά στις απαιτήσεις αυτού του τύπου των προγραμμάτων μιας αφού τόσο η θεωρητική τους κατάρτιση όσο –κυρίως- και η επαφή τους με την αγορά είναι περιορισμένη.

Σε αυτό το θέατρο του παραλόγου, οι μεν εκπαιδευτές προσπαθούν να διεκπεραιώσουν την όλη διαδικασία με αυτοσκοπό την συμπλήρωση του εισοδήματός τους μέσω των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι δε εκπαιδευόμενοι να βρουν τις μαγικές συνταγές που θα τους βγάλουν από τη μίζερη πραγματικότητα της επιχειρηματικής καθημερινότητας.

Κι όμως, η θεμελίωση και ουσιαστική ανάπτυξη της δια βίου εκπαίδευσης στις μικρομεσαίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις μπορεί να λειτουργήσει ως υποστηρικτικός μοχλός ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας σε αυτό το εξασθενημένο κομμάτι της Ελληνικής οικονομίας. Με σχεδιασμό που θα ξεκινά από την έρευνα των πραγματικών αναγκών ανά κλάδο αγοράς, θα αποτυπώνει τις ελλείψεις και τις απαιτήσεις σε εκπαιδευτικό επίπεδο των επιμέρους επαγγελματικών ομάδων και θα δημιουργεί προσαρμοσμένα προγράμματα που θα απευθύνουν ουσιαστικά και πρακτικά τα σύγχρονα προβλήματα των μικρομεσαίων και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Με εκπαιδευτές που θα μπορούν να προσφέρουν μέσω και της εμπειρίας στον τομέα που απευθύνονται στην ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου ικανού ν’αντεπεξέλθει στις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στις διάφορες αγορές.

Τα κοινοτικά κονδύλια για την ενίσχυση, μέσω της εκπαίδευσης, της επιχειρηματικότητας των μικρών επιχειρήσεων είναι διαθέσιμα. Μένει ν’ αποδειχθεί πόσο αποφασισμένοι είναι οι επιμέρους φορείς όχι απλά να διεκπεραιώσουν την απορρόφησή τους αλλά και να συμβάλλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση αυτού του κομματιού της ελληνικής οικονομίας.

Ο Γιώργος Ευτυχίου είναι οικονομολόγος

της Έλενας Παπαδοπούλου

Το παρακάτω απόσπασμα αποτελεί την εισαγωγή σε έκθεση του ΟΟΣΑ (2006) με θέμα «Κατανόηση της Επιχειρηματικότητας: δημιουργία δεικτών για διεθνείς συγκρίσεις και εκτιμήσεις»: «Υπάρχει ένα διάχυτο ενδιαφέρον για την επιχειρηματικότητα σε όρους άσκησης οικονομικής πολιτικής, ακόμα και στο εσωτερικό του ΟΟΣΑ. Οι ερευνητές διαφωνούν ως προς τη σχέση ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, φαίνεται ότι όλοι θέλουν επιχειρηματικότητα, ακόμα κι αν η σύνδεση της με την ανάπτυξη δεν είναι σαφής».

Όλοι θέλουν επιχειρηματικότητα

Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας ως στρατηγικός στόχος που διατυπώθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας το 2000, μετουσιώθηκε στην Πράσινη Βίβλο για την Επιχειρηματικότητα το 2003, στην Ευρωπαϊκή  Ατζέντα για την Επιχειρηματικότητα το 2004 και σε πολυάριθμα κείμενα οικονομικής πολιτικής σε Ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, συνεχίζει να αποτελεί ζητούμενο στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εχέγγυο καινοτομίας, οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, αύξησης της απασχόλησης και  (για να περιοριστούμε στο κομμάτι που κυρίως μας απασχολεί σ’ αυτό το κείμενο) οικονομικής ανάπτυξης,. Συνοπτικά, το επιχείρημα είναι ότι η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας σε διάφορα επίπεδα (από την παροχή οικονομικών κινήτρων για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού για την επιχειρηματική δράση οικονομικού περιβάλλοντος μέχρι την «καλλιέργεια» της επιχειρηματικής δραστηριότητας ως αξίας/τρόπου σκέψης και ως επαγγελματικής επιλογής) ενεργοποιεί ένα μηχανισμό που παράγει ανάπτυξη. Ως εδώ καλά, αν δεχτούμε επιπλέον ότι αυτός ο μηχανισμός πράγματι υπάρχει και λειτουργεί με αυτό τον τρόπο. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι δυνατή η εμπειρική θεμελίωση αυτού του ισχυρισμού; Και επιπλέον, τι σημαίνει αυτό για την οικονομική πολιτική; Προκειμένου να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα θα στηριχτούμε σε σχετικές μελέτες Διεθνών Οργανισμών (ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, Ε.Ε.), στα κείμενα του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας (1) και σε κάποιες βασικές ακαδημαϊκές θεωρητικές και εμπειρικές έρευνες.

Συμφωνούμε ότι διαφωνούμε

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εισαγωγή κάθε κειμένου σχετικού με τη μελέτη της επιχειρηματικότητας τονίζεται η έλλειψη συναίνεσης γύρω από την έννοιά της (2). Εκείνο που συμβαίνει στην πράξη είναι ότι η θεωρητική παραδοχή που γίνεται σχετικά με τον ορισμό έχει μια σειρά από επακόλουθα, το σημαντικότερο από τα οποία είναι η δυσκολία προσδιορισμού κοινής μονάδας μέτρησης, η συλλογή των αντίστοιχων στατιστικών στοιχείων και η εμπειρική θεμελίωση της σχέσης ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα και βασικά μεγέθη της οικονομίας μεταξύ των οποίων και η ανάπτυξη (3).

Θεωρητικά και εμπειρικά συμπεράσματα

Η θετική σχέση μεταξύ επιχειρηματικότητας και ανάπτυξης στη βιβλιογραφία συνδέεται συχνά με τις έννοιες της παραγωγικότητας και της καινοτομίας. Σ’ αυτά τα υποδείγματα ο επιχειρηματίας αντιλαμβάνεται ότι στην αγορά υπάρχει ευκαιρία για κέρδος είτε λόγω της εισαγωγής ενός νέου προϊόντος/υπηρεσίας είτε μιας καινοτόμου διαδικασίας. Επιπλέον προτείνεται ότι η επιχειρηματικότητα οδηγεί τις λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις εκτός αγοράς γρηγορότερα.  Η σχέση εξάλλου της καινοτομίας με την ανάπτυξη (innovation-driven growth) είναι πιο σαφής και εμπειρικά θεμελιωμένη. Ωστόσο, στην ανάλυση αυτή υπάρχουν δύο άρρητες παραδοχές: 1. ότι μπορούν να βρεθούν μηχανισμοί που να ενισχύουν την «παραγωγική» επιχειρηματικότητα έναντι της προσοδοθηρίας (rent-seeking) και 2. ότι οι συνθήκες στην οικονομία είναι τέτοιες που προκρίνουν την επιχειρηματικότητα ευκαιρίας (opportunity entrepreneurship) έναντι της επιχειρηματικότητας ανάγκης (necessity entrepreneurship). Η μεν επιχειρηματικότητα ευκαιρίας σχετίζεται με την καινοτομία και έχει θετική επίδραση στην ανάπτυξη, δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την επιχειρηματικότητα ανάγκης η οποία αναπτύσσεται σε περιόδους ανεργίας και χαμηλών οικονομικών επιδόσεων για να καλύψει την αδυναμία εύρεσης μισθωτής απασχόλησης. Το οικονομικό περιβάλλον  επομένως (επίπεδο ανάπτυξης, θεσμοί, νομική προστασία, χρηματοπιστωτικό σύστημα κλπ.) αποτελεί αντίστροφα σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα της επιχειρηματικότητας και άρα καθιστά τη σχέση αιτιότητας μεταξύ των δύο μεγεθών αμφίδρομη.

Μια άλλη κατηγορία μοντέλων που καταλήγουν στην αναγνώριση θετικής συσχέτισης είναι και τα λεγόμενα μοντέλα διττής οικονομίας (dual economy models) που αφορούν το μετασχηματισμό της οικονομίας από παραδοσιακή σε μοντέρνα (οικονομία που βασίζεται στις υπηρεσίες και τη συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου). Η συνεισφορά του επιχειρηματία στην ανάπτυξη σε αυτά τα μοντέλα σχετίζεται με την υψηλότερη οριακή ροπή για αποταμίευση και την απομίμηση (imitation) ως τρόπου μεταφοράς της γνώσης και της τεχνολογίας. Και σε αυτή την περίπτωση οι σχετικές υποθέσεις έχουν σημασία: 1. είναι πράγματι η οριακή ροπή για αποταμίευση των επιχειρηματικών υψηλότερη από αυτή των εργαζομένων, 2. επανεπενδύονται τα κέρδη με τρόπο τέτοιο ώστε να επεκτείνεται η «μοντέρνα» οικονομία, 3. είναι η τεχνολογία εύκολα και ανέξοδα διαθέσιμη και 4. είναι η επιχειρηματικότητα εξωγενής ή ενδογενής παράγοντας σ’ αυτή τη διαδικασία ανάπτυξης;

Οι εμπειρικές μελέτες από την άλλη πλευρά είναι πιο περιορισμένες λόγω της δυσκολίας ποσοτικοποίησης και μέτρησης του μεγέθους. Τα ευρήματά τους ωστόσο οδηγούν σε ορισμένα ακόμα χρήσιμα συμπεράσματα. Όταν η προσέγγιση (proxy) που χρησιμοποιείται είναι σχετική με την καινοτομία (για παράδειγμα όταν η επιχειρηματικότητα μετριέται με τον αριθμό των πατεντών), η σχέση που προκύπτει είναι θετική. Το ίδιο δε συμβαίνει όταν η επιχειρηματικότητα προσεγγίζεται για παράδειγμα με την αυτοαπασχόληση. Η σχέση με την ανάπτυξη που προκύπτει σ’ αυτή την περίπτωση είναι αρνητική.

Βλέποντας το θέμα από την πλευρά της οικονομικής πολιτικής ωστόσο, υπάρχει ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαριστεί και έχει να κάνει με τους επιδιωκόμενους στόχους. Σ’ αυτό το πλαίσιο δε μιλάμε μόνο για οικονομική μεγέθυνση σε όρους αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ αλλά για πολλά άλλα πράγματα όπως είναι η περιφερειακή ανάπτυξη, η μείωση της ανεργίας, η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων όπως για παράδειγμα οι γυναίκες ή οι νέοι άνεργοι. Η σχέση της επιχειρηματικότητας με αυτά τα μεγέθη είναι ενδιαφέρον ζήτημα και σαφώς σχετίζεται με συγκεκριμένους στόχους οικονομικής πολιτικής, αλλά πρέπει από μόνο του να αποτελέσει αντικείμενο μιας άλλης ανάλυσης. Είναι βασικό θέμα να ξεκαθαρίσουμε τι επιδιώκουμε να πετύχουμε αλλά και για ποια πράγματα είμαστε τελικά πεπεισμένοι. Ως προς τη σχέση επιχειρηματικότητας και οικονομικής ανάπτυξης η ασάφεια είναι φανερή. Όλοι θέλουν επιχειρηματικότητα, αλλά για ποιο λόγο;

(1) Το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Επιχειρηματικότητας (Global Entrepreneurship Monitor) δημιουργήθηκε το 1997 με σκοπό τη συλλογή εναρμονισμένων διεθνών στοιχείων σε σχέση με την επιχειρηματικότητα και με βασικούς σκοπούς: τη μέτρηση των διαφορών στο επίπεδο της επιχειρηματικής δραστηριότητας διαφόρων χωρών, προσδιορισμό των παραγόντων που καθορίζουν τα επίπεδα της επιχειρηματικής δραστηριότητας και την εισήγηση πολιτικών που ενισχύουν τα εθνικά επίπεδα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στην Ελλάδα, στα πλαίσια αυτού του Προγράμματος του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου, ο ΙΟΒΕ πραγματοποιεί ετήσια μελέτη για την επιχειρηματικότητα.

(2) Για να πάρουμε κάποια παραδείγματα: «επιχειρηματικότητα είναι η δραστηριότητα του ατόμου που έχει ως αποτέλεσμα την καινοτομία» (μια απλοποιημένη εκδοχή του κλασικού ορισμού της «δημιουργικής καταστροφής» του Schumpeter<!–[if !supportFootnotes]–>[1]<!–[endif]–>), «ο τρόπος σκέψης και η διαδικασία που απαιτείται για να δημιουργηθεί και να αναπτυχθεί οικονομική δραστηριότητα συνδυάζοντας το ρίσκο, τη δημιουργικότητα και/ ή την καινοτομία με την χρηστή διαχείριση σε ένα νέο ή υπάρχοντα οργανισμό» (o ορισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), «η προσπάθεια του ατόμου να δημιουργήσει μια νέα επιχείρηση συμπεριλαμβανομένης και κάθε προσπάθειας για αυτοαπασχόληση» (ο ορισμός που δίνει το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο της Επιχειρηματικότητας)

(3) Το στοιχεία του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας -που συλλέγονται με τη μέθοδο των ερωτηματολογίων σε δείγμα από 2000 έως 42000 άτομα (ανάλογα με το μέγεθος της χώρας)- θεωρούνται από τα πιο αξιόπιστα και χρήσιμα για διεθνείς συγκρίσεις. Δεν παύουν ωστόσο να έχουν προβλήματα. Το γεγονός αυτό αναγνωρίζεται από τον ΟΟΣΑ που τα τελευταία δύο χρόνια κάνει συστηματική δουλειά για τη δημιουργία δεικτών μέτρησης της επιχειρηματικότητας που στηρίζεται σε διαφορετικό ορισμό και μέτρηση της επιχειρηματικότητας από αυτή του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου.

Η Έλενα Παπαδοπούλου είναι οικονομολόγος

Διαβάστε ακόμη

1. Audretsch, D. B. (2002), Entrepreneurship: A Survey of the Literature, prepared for the European Commission, Enterprise Directorate.

2. Autio Erkko, Wong Poh Kam ,Ho Yuen Ping, Entrepreneurship, Innovation and Economic Growth: Evidence from GEM data, Small business Economics 2005.

3. Autio Erkko, GEM: Global Report on High-Growth Entrepreneurship 2007

4. Bosma Niels, Jones Kent, Autio Erkko and Levie Jonathan, GEM: Executive Report 2007

5. OECD Statistics Directorate, Understanding Entrepreneurship: Developing Indicators for International Comparisons and Assessments Report on the OECD’s Entrepreneurship Indicators Project and Action Plan

6. Salgado-Banda, Héctor (2007), Entrepreneurship and Economic growth: an empirical analysis, Journal of Developmental Entrepreneurship,

7. Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών (2004), Πρόγραµµα δράσης: Η ευρωπαϊκή ατζέντα για την επιχειρηματικότητα

8. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων (2003), Πράσινη Βίβλος για την Επιχειρηματικότητα στην Ευρώπη

του Ηλία Ιωακείμογλου

Η θεμελιώδης αρχή των οικονομικών είναι ότι κάθε άτομο έχει ως αποκλειστικό κίνητρο το δικό του συμφέρον, έγραφε ο Edgeworth ήδη το 1881. Αυτή η αρχή αποτελεί τον θεμελιώδη μύθο της «οικονομικής επιστήμης», που φαντασιώνεται ότι η κοινωνία αποτελείται από homo oeconomicus, δηλαδή από άτομα απολύτως εγωιστικά πλην όμως εκ φύσεως προικισμένα με ορθολογισμό και ελεύθερη βούληση. Αυτά τα μυθικά όντα, που διαλέγουν ελεύθερα ό,τι τους συμφέρει ατομικά, μεγιστοποιούν το ατομικό όφελός τους, και μέσω αυτού του παιχνιδιού των ατομικών συμφερόντων προκύπτει, υποτίθεται, το γενικό συμφέρον.

Η έννοια, ωστόσο, του homo oeconomicus βάλλεται από πολλές πλευρές. Η συμβολή του Daniel Kahneman (βραβείο Νόμπελ 2002) που ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε οικονομικώς ορθολογικά όντα αποτελεί ένα ισχυρό πλήγμα στην μυθολογία του homo oeconomicus. Σύμφωνα με τις εργασίες του ως ψυχολόγος που παρεισέφρυσε στην οικονομική θεωρία, οι άνθρωποι μπορούν επίμονα να μην κατανοούν τι πράττουν λανθασμένα, ακόμη και όταν τους δοθούν επανειλημμένες και σαφείς εξηγήσεις σχετικά με την ορθολογική λύση του προβλήματός τους.

Κάτω από ορισμένες συνθήκες, είμαστε ορθολογικώς δρώντα άτομα (rational actors), αλλά αυτό δεν ισχύει σε όλες τις συνθήκες. Ενίοτε, φερόμαστε ως rational fools κατά την έκφραση του Amartya Sen. Ο Sen ισχυρίστηκε ότι τα άτομα δεν δρουν με αποκλειστικό κίνητρο το ατομικό συμφέρον (self-interest), όπως αδίκως πιστεύουν οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι, αλλά επίσης με κίνητρο την συμπάθεια (sympathy) και την δέσμευση, την ηθική υποχρέωση, το καθήκον και την αφοσίωση (ο Sen συμπυκνώνει όλες αυτές τις έννοιες στη λέξη commitment).

Μπορούμε, άραγε, να ισχυριστούμε ότι ισχύουν για τους επιχειρηματίες οι κριτικές του Kahneman και του Sen; Είναι αμφίβολο εάν το επιχείρημα του Sen ισχύει για έναν συνεπή επιχειρηματία, αλλά δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για την θέση του Kahneman. Μπορούμε, δηλαδή, βάσιμα να ισχυριστούμε ότι υπάρχουν επιχειρηματίες που δεν κατανοούν τι πράττουν λανθασμένα ή ότι οι επιχειρηματίες εν γένει δεν κατανοούν πάντα τι πράττουν λανθασμένα. Σαν πιο πρόσφατη απόδειξη, νομιμοποιούμαστε να θεωρήσουμε την κατάρρευση των επενδυτικών τραπεζών στις ΗΠΑ και την γενικότερη χρηματιστική κρίση. Διότι, τόσο οι επενδυτικές τράπεζες, όσο και η συνολική αρχιτεκτονική του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αναπτύχθηκαν με βάση τον μύθο της ελεύθερης αγοράς: Η αγορά, σύμφωνα με την νεοκλασική θεωρία, είναι ο τόπος που εξασφαλίζει την φυσική τάξη πραγμάτων, είναι ο τόπος στον οποίο οι ανισορροπίες εξαλείφονται. Εμφανίζεται ως ένας μαγικός «τόπος παραγωγής αλήθειας», κατά την έκφραση του Michel Foucault, με την έννοια ότι μας καθοδηγεί, μας δείχνει πόση εργασία, πόσες πρώτες ύλες, πόσο κεφάλαιο θα έπρεπε να διαθέσουμε σε κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Εμφανίζεται ως ένας τόπος παραγωγής αλήθειας, ο οποίος πρέπει να αφεθεί στις δικές του λειτουργίες, προφυλαγμένος από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης και τους καταναγκασμούς των θεσμών. Ο επιχειρηματίας είναι ο ήρωας αυτού του μαγικού, αρμονικού κόσμου της ελεύθερης αγοράς. Καθώς επιδιώκει την μεγιστοποίηση του κέρδους του (κάνοντας ορθολογική χρήση των πόρων που διαθέτει), καινοτομεί, εφευρίσκει, παράγει νέες ιδέες και προσφέρει δυναμισμό στο οικονομικό σύστημα. Ο επιχειρηματίας εμφανίζεται, για τους λόγους αυτούς, ως πυλώνας του συστήματος και μετατρέπεται σε σύμβολο κοινωνικής ανόδου και ισχύος, σε ιδανικό κοινωνικό ρόλο, σε πρότυπο για τις νέες γενιές.

Μαζί με τις επενδυτικές τράπεζες θα έπρεπε να καταρρεύσει και ο μύθος της ελεύθερης αγοράς και του επιχειρηματία, και άπαντες να παραδεχθούν ότι οι επιχειρηματίες δεν κατανοούν τι πράττουν λανθασμένα (τουλάχιστον όχι πάντοτε). Η σημερινή συγκυρία κατάρρευσης του διεθνούς χρηματιστικού συστήματος αποτελεί, λοιπόν, μιαν εξαίσια πολιτική ευκαιρία απαξίωσης των θεμελιωδών ιδεολογημάτων του νεοφιλελευθερισμού και της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας.

Οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι δεν είναι απροετοίμαστοι γι’αυτό. Από την ίδια την αρχή της συγκρότησής τους, θεώρησαν ότι η οικονομική δραστηριότητα δεν πραγματοποιείται με βάση τις υποτιθέμενες ιδιότητες του homo oeconomicus, επειδή ούτε ο ορθολογισμός των ατόμων ούτε η ελευθερία της βούλησης δεν είναι δεδομένα εκ φύσεως (ούτε διασφαλίζουν επαρκή βάση ερμηνείας των οικονομικών φαινομένων).

Για τον Marx και τους επιγόνους του, το άτομο είναι το σύνολο των σχέσεών του με το κοινωνικό και το φυσικό του περιβάλλον, και αυτό το σύνολο σχέσεων οικοδομείται μέσω κοινωνικών διαδικασιών. Αυτό που εμφανίζεται ως «πρόσωπο», τελικά είναι ατομικές πρακτικές που υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στην κοινωνία, και τις οποίες υιοθετεί κάθε άτομο σε έναν πρωτότυπο και ενδεχομένως μοναδικό συνδυασμό τον οποίο αναγνωρίζουμε ως «πρόσωπο». Θεωρεί, ο Marx, ότι ο εργοδότης, ο κεφαλαιοκράτης, ο επιχειρηματίας, καθορίζεται αποφασιστικά από τον κοινωνικό του ρόλο, από τον θεσμικό του ρόλο. Ο επιχειρηματίας είναι φορέας καθορισμένων ταξικών σχέσεων και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ως ξεχωριστό άτομο υπερβαίνει τις συνθήκες των οποίων παραμένει κοινωνικό προϊόν. Ως εκ τούτου, ο επιχειρηματίας δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο, τίποτα το εξαιρετικό, δεν μπορεί να είναι ο ήρωας κανενός.

Οι μετακεϋνσιανοί συγκροτούν μια μικρο-οικονομική θεωρία που δεν βασίζεται στην παραδοχή ότι τα οικονομικώς δρώντα άτομα είναι προικισμένα με ορθολογισμό και ελεύθερη βούληση (substantial rationality), αλλά στην εμπειρικά διαπιστωμένη συμπεριφορά τους (procedural rationality), η οποία είναι εν πολλοίς κατά προσέγγιση ορθολογική και υπάρχει μέσα σε συνθήκες θεμελιώδους αβεβαιότητας, δηλαδή αβεβαιότητα που δεν επιτρέπει στο άτομο να επιδίδεται σε υπολογισμούς με βάση τις πιθανότητες, όπως προβλέπει η νεοκλασική θεωρία. Ως συνέπεια, ο επιχειρηματίας δεν μεγιστοποιεί τα οφέλη του σύμφωνα με την λογική της νεοκλασικής θεωρίας, είτε διότι δεν γνωρίζει τις πιθανότητες ούτε την έκβαση των αποφάσεών του, είτε διότι οι υπολογισμοί που θα χρειαζόταν να κάνει εάν έπρατε ως homo oeconomicus υπερβαίνουν κατά πολύ τις υπολογιστικές του ικανότητες. Αντιθέτως, υιοθετεί εμπειρικούς κανόνες ορθολογικής συμπεριφοράς (procedures) ως οδηγούς στη λήψη αποφάσεων. Περισσότεροι από τους κανόνες αυτούς έχουν περιγραφεί από τον ίδιο τον Keynes. Τι κάνει συγκεκριμένα ο επιχειρηματίας; Είναι κομφορμιστής διότι ακολουθεί την γνώμη της πλειονότητας, είναι συντηρητικός διότι αναβάλλει τις αποφάσεις του όταν το μέλλον είναι ιδιαίτερα αβέβαιο, είναι αφελής διότι εκλαμβάνει το παρόν και το πρόσφατο παρελθόν ως οδηγούς για το μέλλον, και επιπλέον θεωρεί ότι η εκτίμησή του αυτή είναι ορθή, είναι μεγαλομανής διότι αναλαμβάνει δράσεις που νομίζει ότι μειώνουν την αβεβαιότητα σε έναν κόσμο ριζικής αβεβαιότητας, και σταματάει την αναζήτηση νέων λύσεων όταν μια ικανοποιητική λύση του προσφέρεται (που σημαίνει ότι δεν μεγιστοποιεί τα οφέλη του). Ο ορθολογισμός του είναι, γενικά, ο ίδιος που συναντάμε σε όλα τα άτομα, ακόμη και σε μια νοικοκυρά, στην καθημερινή τους ζωή. Το μόνο που διακρίνει τον επιχειρηματία από τους υπόλοιπους είναι το πάθος του για το κέρδος –ένα πάθος που όπως αποδεικνύει η σημερινή κρίση του παγκόσμιου χρηματιστικού συστήματος, τον κάνει επικίνδυνο για όλους μας. Ο ήρωας του νεοφιλελευθερισμού, τελικά, είναι γυμνός.

Ο Ηλίας Ιωακείμογλου είναι οικονομολόγος

του Χρήστου Λάσκου

Το σχολείο είναι από τους βασικούς θεσμούς στήριξης και αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Παραδόξως, όμως, το καπιταλιστικό σχολείο για πολύ καιρό δεν φαίνονταν για καπιταλιστικό.. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το καπιταλιστικό σχολείο έκανε τη δουλειά του με «ιδεολογία» δανεική. Η προβολή των καπιταλιστικών αξιών γίνονταν με τρόπο άρρητο.  Η επιβολή τους περνούσε μέσα από τις πρακτικές του σχολείου, με τον ενδομαθητικό ανταγωνισμό ως την καθοριστικότερη από αυτές. Όπως έλεγε ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, «αυτό το σακάτεμα των ανθρώπων είναι, νομίζω,το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Όλο το εκπαιδευτικό σύστημα υποφέρει από αυτό. Μιά υπερφίαλη ανταγωνιστική στάση ενσταλάζεται στο μαθητή, ο οποίος εκπαιδεύεται να λατρεύει την κατάκτηση της επιτυχίας». Στα λόγια και στα σχολικά γραπτά, ωστόσο, δεν είχαμε παρά μια ντροπαλή στήριξη της «άμιλλας», σχεδόν παθητική.

Στις μέρες μας τα πράγματα αλλάζουν άρδην. Για λόγους που κατανοούμε κι άλλους που θα πρέπει να ψάξουμε περισσότερο, οι «καθαρά» καπιταλιστικές αξίες παρεισφρέουν επιθετικά στο χώρο του σχολείου. Στη Γαλλία λ.χ. πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη δημόσια αντιπαράθεση, προκαλούμενη από την κυβέρνηση και τα μεγάλα ΜΜΕ, σχετικά με την «απαράδεκτα αντι-επιχειρηματική αντίληψη» των εκπαιδευτικών, των προγραμμάτων και της εκπαίδευσης συνολικά, η οποία έπρεπε πάραυτα να αλλάξει, για «να προλάβουμε το τρένο της τεχνολογίας, της ανάπτυξης και της αποδοτικότητας».

Στη χώρα μας τα πράγματα σπρώχνονται επίσης στην ίδια κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προσπάθεια, που έκανε πρόσφατα η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών, να εγκριθεί διαγωνισμός μεταξύ των μαθητών με θέμα την… αναγκαιότητα της ιδιωτικής ασφάλισης «για μια καλύτερη ζωή»! Το Υπουργείο ενέκρινε, αλλά το πράγμα κόλλησε στην αντίδραση των εκπαιδευτικών. Παρόμοια, έχουμε τις χρηματικές βραβεύσεις των αριστούχων των σχολείων όλης της χώρας από τη Eurobank ή τα διάφορα ετήσια money shows, που απευθύνονται σε παιδιά του λυκείου.

Ταυτοχρόνως,  μαζί μ’ όλους τους άλλους εκσυγχρονισμούς της εκπαίδευσης, μας προέκυψε και η μάθηση της επιχειρηματικότητας. Πριν από τρία τέσσερα χρόνια το πρόγραμμα –τμήμα του περιβόητου και χρυσοφόρου για πολλούς ΕΠΕΑΕΚ- με τίτλο «Ανάπτυξη και Προώθηση της Επιχειρηματικότητας και της Προσαρμοστικότητας των Νέων» μπήκε στα σχολεία –περίπου 100- της μέσης εκπαίδευσης, φυσικά κρίθηκε επιτυχημένο και, στη συνέχεια, επέκτεινε τη δράση του  Στην πράξη πρόκειται για την υλοποίηση και στη χώρα μας με τη συνεργασία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου,  του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών και του Juniors Achievement International, ενός προγράμματος που «τρέχει» σε πάνω από 140 χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί, όμως, ένα τέτοιο πρόγραμμα; Για να μάθουν οι μαθήτριες και οι μαθητές πώς θα γίνουν σωστοί επιχειρηματίες; Μα, μαθαίνεται η επιχειρηματικότητα; Και τι είναι επιχειρηματικότητα;

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Σύμφωνα με  το σχολικό βιβλίο της Διοίκησης Επιχειρήσεων, της περίφημης ΑΟΔΕ, που διδάσκεται στην Γ΄ τάξη των  Λυκείων, προς απίθανη ευτυχώς βαρεμάρα των μαθητών και μαθητριών , στον ορισμό της επιχειρηματικότητας περιλαμβάνεται η ικανότητα συντονισμού των συντελεστών της παραγωγής, η εισαγωγή καινοτομιών στην παραγωγή, καθώς και η ανάληψη του κινδύνου που συνεπάγεται η επενδυτική δραστηριότητα. Η επιχειρηματικότητα είναι κάτι το ωραίον. Συνδυάζει σε μια ενότητα δεξιότητες και ταλέντα υπερπολύτιμα για την καλή λειτουργία μιας οικονομίας. Μαθαίνονται, όμως, τα ταλέντα; Δεν είναι έμφυτα χαρίσματα, που μόνο ο αληθινός  επιχειρηματίας διαθέτει; Γι’ αυτά άλλωστε δεν αμείβεται πολύ πάνω από τους κοινούς θνητούς; Ας υποθέσουμε, όμως, προς στιγμή πως μπορούν τα σχολεία να διδάξουν σ’ όλους τους μαθητές και τις μαθήτριές τους να γίνουν σωστοί επιχειρηματίες. Και ποιοι θα μείνουν να δουλεύουν υπό την φωτισμένη τους καθοδήγηση, ποιοι θα αποτελέσουν τότε το προσωπικό τους, ποιοι θα δουλεύουν γι’ αυτούς; Ποιους θα εκμεταλλεύονται δεν θα ρωτήσουμε,  δεν είναι πολιτικά ορθό.

Μια ματιά στην ιστοσελίδα του Juniors Achievement International  διαλύει όλη την ομίχλη που δημιουργήθηκε από τις άστοχες  ερωτήσεις που προηγήθηκαν. Λένε οι εμπνευστές του κατά λέξη: «το JAI  διδάσκει την επόμενη γενιά των επιχειρηματιών, διευθυντικών στελεχών, policy makers και ψηφοφόρων την αξία της ελεύθερης επιχειρηματικής  δραστηριότητας». Συνδυάστε την αναφορά στους ψηφοφόρους με εκείνη την παράξενη  «προσαρμοστικότητα» των νέων, που βρίσκεται στον τίτλο της ελληνικής εκδοχής του προγράμματος και όλα είναι σαφή και ευκρινή, που θα έλεγε ο Καρτέσιος. Να αγαπήσουν την ελεύθερη αγορά, να νιώσουν τους μόχθους του καπιταλιστή, να κατανοήσουν την συνεισφορά του στο κοινό καλό μέσω της άσκησης των ταλέντων του όλοι οι προσαρμοσμένοι νέοι, όλοι οι αυριανοί ψηφοφόροι: γι’ αυτό υπάρχει το πρόγραμμα.

Μια μικρή επαφή με τη μεγάλη μάζα των ελλήνων επιχειρηματιών θα έπειθε τον καθένα για το επίπεδο των γνώσεων, τις δεξιότητες και τα ταλέντα τους. Μια ματιά στην ιστορία της «ελεύθερης αγοράς» -στις κρίσεις, τους πολέμους, τις περιβαλλοντικές καταστροφές και απειλές- θα έπειθε επίσης για τη μεγάλη αποτελεσματικότητα του υπαρκτού καπιταλισμού στην προώθηση της ανθρώπινης ευημερίας. Τα projects (!) που τρέχουν, όλο και περισσότερο σχεδιάζονται για να κρύψουν αυτό που οι απλοί σημερινοί άνθρωποι αισθάνονται αυθόρμητα. Έχουμε κάθε λόγο να τα βραχυκυκλώσουμε γελοιοποιώντας τα. Είναι πολύ εύκολο. Κανείς δεν τα πιστεύει, όταν λίγο τα σκεφτεί: να τα σκεφτεί είναι το θέμα, να μην τα αφομοιώσει αμάσητα, να μη λειτουργήσουν ως πρακτική ιδεολογία για τα παιδιά μας.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος και καθηγητής μέσης εκπαίδευσης