16. ΕΕ και αριστερά α΄


Ευρωπαϊκή Ένωση και αριστερά

Θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη
Θέμη Τσολάκου, υποψήφια διδάκτορας συνταγματικού δικαίου

Η κοινωνική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Δημήτρης Γούλας υποψηφιος διδάκτορας εργατικού δικαίου

Ευρωπαϊκή Κοινότητα και περιβάλλον
Δανάη Μπαδογιάννη, μεταπτυχιακή φοιτήτρια κοινοτικού περιβαλλοντικού δικαίου

Advertisements

Η ανανεωτική Αριστερά, εδώ και κάμποσα χρόνια, έχει αποφασίσει ότι την αφορά το ζήτημα της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης της Ευρώπης. Και τη διχάζει, την κινητοποιεί, την εμπλέκει σε συζητήσεις, αναζητήσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, καθώς από τη μια πλευρά βρίσκεται το γοητευτικό όραμα της δημιουργίας μιας υπερεθνικής πολιτικής κοινότητας, στο εσωτερικό της οποίας θα συνεχισθεί και θα επεκταθεί η διεξαγωγή των κοινωνικών αγώνων για τη δημοκρατία και τον σοσιαλισμό, ενώ από την άλλη ο προβληματισμός για τους όρους υπό τους οποίους ο κυρίαρχος συσχετισμός προωθεί την υπόθεση της ενωμένης Ευρώπης.

Χάρη στη θεωρητική της σκευή και κληρονομιά, η μη δογματική Αριστερά μπορεί και αντιλαμβάνεται ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν αποτελεί «εργαλείο στα χέρια των καπιταλιστών», αλλά πεδίο που επικαθορίζεται από την εξέλιξη της ταξικής πάλης και, επομένως, είναι δυνατό να συγκροτηθούν εντός του διαφορετικοί ιδεολογικοί και πολιτικοί συσχετισμοί, υπέρ των υπάλληλων τάξεων, εφόσον αμφισβητηθεί αποτελεσματικά η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Το ζητούμενο, συνεπώς, σε κάθε διάσταση απόψεων που προκύπτει στο εσωτερικό του πολιτικού μας χώρου σχετικά με τη στρατηγική στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν αφορά τόσο την ορθότητα ή μη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού, όσο την τακτική και στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί στα συγκεκριμένα πολιτικά προβλήματα που τίθενται, είτε αφορούν τις Συνθήκες της Ένωσης, τις πολιτικές της κλπ.

Οι πολιτικές επιλογές του Συνασπισμού τα τελευταία δεκαέξι χρόνια μαρτυρούν ότι η σχετική συζήτηση είναι ανοιχτή, καθώς τα στελέχη και τα μέλη του κόμματος ούτε υιοθετούν μια ενιαία άποψη ούτε παραμένουν αμετακίνητα στις θέσεις τους, όπως μαρτυρά το γεγονός, λ.χ., ότι η πλειοψηφική θέση από τη συγκυρία του Μάαστριχτ μέχρι τη Συνθήκη της Λισαβόνας έχει αλλάξει. Εφόσον, λοιπόν, το θέμα παραμένει ανοικτό και συνεχίζει να εγείρει πολιτικά πάθη, η συντακτική ομάδα του Μαχητού Τεκμηρίου κρίναμε σκόπιμο να δοθεί, και από αυτές τις σελίδες, μια αφορμή προκειμένου να ανοίξει εκ νέου ένας ζωντανός διάλογος στις οργανώσεις του κόμματος, να κατατεθούν διαφορετικές ενδεχομένως προσεγγίσεις επί της ευρωπαϊκής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, να ανιχνευθούν και να συζητηθούν ανοιχτά, νηφάλια και συντροφικά συγκλίσεις και αποκλίσεις.

Επειδή όμως διάλογος χωρίς επιχειρήματα, θέσεις και στοιχεία δεν γίνεται, ελπίζουμε ότι τα άρθρα που δημοσιεύονται σήμερα (της Θ. Τσολάκου για την πολιτική και θεσμική συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Δ. Γούλα για την εργασιακή και κοινωνική πολιτική, της Δ. Μπαδογιάννη για την προστασία του περιβάλλοντος) καθώς και στο επόμενο φύλλο (των Γ. Σταθάκη και Β. Πεσμαζόγλου για την οικονομική πολιτική και των Μ. Παπαγιαννάκη και Χρ. Παπαδόπουλου ως συνολικές προσεγγίσεις της ευρωπαϊκής μας στρατηγικής) μπορούν να συμβάλουν σε μια τέτοια συζήτηση, δείχνοντας, αν μη τι άλλο, ότι η Ευρώπη (δεν μπορεί παρά να) μας αφορά ακόμη σήμερα. Ή ειδικά σήμερα.

Της Θέμης Τσολάκου

Τα κριτήρια της νομικής και πολιτικής επιστήμης για την προσέγγιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο εθνικό αστικό κράτος είναι, παραδοσιακά, η διάκριση μεταξύ των λειτουργιών και η αναγωγή στη βούληση του κυρίαρχου λαού κατά την ανάδειξη και λειτουργία των κρατικών οργάνων. Βέβαια, οι δράσεις και οι λειτουργίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ιδιαίτερου μορφώματος του διεθνούς δικαίου, πολύ απέχουν από τις παραστάσεις των δημοκρατικών κοινωνιών στα εθνικά κράτη. Ωστόσο, επειδή η Ένωση συγκροτείται στη βάση των κυριαρχικών αρμοδιοτήτων και των βουλήσεων δημοκρατικών κρατών, μπορούμε να σκεφτούμε πώς εφαρμόζονται οι παραπάνω αρχές στην περίπτωσή της.

Αν η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών σημαίνει αφενός τη μη σύγχυση λειτουργιών και οργάνων και από την άλλη τη δυνατότητα αλληλοελέγχου και οριακής αλληλοσυμπλήρωσης των λειτουργιών, στην περίπτωση της Ένωσης είναι νοητή μόνο η δεύτερη όψη της. Πρακτικά δεν υφίσταται λειτουργικός και οργανικός διαχωρισμός κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, αλλά αντίθετα η νομοθετική και η εκτελεστική λειτουργία διαπλέκονται οργανικά, ενώ το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναλαμβάνει de facto δικαιοπλαστικό ρόλο. Η σύγχυση αυτή σε όργανα και αρμοδιότητες καταδεικνύεται καλύτερα μέσα από την οριζόντια ανάγνωση των συνθηκών της Ένωσης.

Ειδικότερα, το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ όπως είναι σήμερα οργανωμένο, διαμορφώθηκε με τη συνθήκη συγχώνευσης του 1965, όταν συγχωνεύτηκαν τα Συμβούλια και οι Επιτροπές των Κοινοτήτων. Δυνάμει της συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992 προστέθηκαν ή θεωρήθηκαν επίσημα κοινοτικά όργανα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Επιτροπή Περιφερειών και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πλάι στην παλαιότερη Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων, στο Άμστερνταμ (1997) θεσμοθετήθηκε η Επιτροπή Απασχόλησης ενώ στη Νίκαια (2003) η Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας.

Η Ένωση στηρίζεται ουσιαστικά σε δικτυακό σύστημα λειτουργίας των οργάνων και λήψης αποφάσεων, όπου ο βαθμός παρέμβασης και συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως μόνου εκλεγμένου οργάνου από τους ευρωπαϊκούς λαούς, αποτελεί διαδικαστικό όριο για τη δημοκρατική αρχή στην Ένωση. Η διαδικασία «διαβούλευσης» αποτελεί τον ιστορικά αρχαιότερο αλλά και «ασθενέστερο» τρόπο συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψης απόφασης, που βασιζόταν στην τελική απόφαση του Συμβουλίου μετά από πρόταση της Επιτροπής και απλή γνώμη του Κοινοβουλίου. Προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου αποτέλεσε η διαδικασία της «συνεργασίας», που υιοθετήθηκε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986), σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο διαμορφώνει «κοινή θέση» που επιδέχεται δεύτερη ανάγνωση του Ευρωκοινοβουλίου, με δικαίωμα του τελευταίου να απορρίψει τη θέση και να υποχρεώσει έτσι το Συμβούλιο να λάβει απόφαση με ομοφωνία κι όχι ειδική πλειοψηφία, σε περίπτωση που επιθυμεί να εμμείνει στην κοινή θέση. Ισχυρότερη μορφή σύμπραξης αποτέλεσε η «συναπόφαση» (Συνθήκη του Άμστερνταμ, 1997), που καθιέρωσε την ευχέρεια του Ευρωκοινοβουλίου να απορρίπτει οριστικά μια κοινή θέση και να μπλοκάρει τη νομοθετική διαδικασία.

Με την πρόσφατη Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία προσιδιάζει στο Σχέδιο Συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, χωρίς τις διακηρύξεις συνταγματικής υπεροχής και δίχως να ενσωματώνει καταργητικά τις προηγούμενες συνθήκες αλλά τροποποιώντας τες, επιδιώκεται η θεσμική μεταρρύθμιση στην ΕΕ. Η εν λόγω συνθήκη ενισχύει το ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου μέσω της γενίκευσης της διαδικασίας της συναπόφασης σε όλους σχεδόν τους τομείς της πολιτικής της Ένωσης και της εκλογής του Προέδρου της Επιτροπής.

Η πορεία των συνθηκών καταδεικνύει αφενός την ενίσχυση της παρέμβασης του Ευρωκοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία της Ένωσης κι αφετέρου τη διατήρηση της πρωτοβουλίας αλλά και της διαμόρφωσης του περιεχομένου των αποφάσεων στην Επιτροπή και το Συμβούλιο. Με λίγα λόγια, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα απέναντι στις επιφυλάξεις για την δημοκρατία στην Ένωση ανταποκρίνεται με την ενίσχυση εγγυήσεων διαδικαστικού τύπου, κουκουλώνοντας το δημοκρατικό έλλειμμα με περισσότερες τεχνικού τύπου αρμοδιότητες του εκλεγμένου Κοινοβουλίου αλλά διευρύνοντας ουσιαστικά το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης στην Ένωση.

Ενδεικτική αυτής της τάσης είναι η καθυστέρηση εξέλιξης του κομματικού θεσμού στην Ένωση. Ο πολυκομματισμός ως αρχή που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και ολοκληρώνει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία αλλοιώνεται στο κοινοτικό οικοδόμημα, καθώς μετά το Μάαστριχτ τα κόμματα παραμένουν σχηματισμοί ιδεολογικής ή στρατηγικής αποκλειστικά ομαδοποίησης των ευρωβουλευτών, χωρίς να αναλαμβάνουν θεσμικό ρόλο στη ζωή του Ευρωκοινοβουλίου. Η προοπτική συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής, διαρκώς ανανεούμενης και πλουραλιστικής δημόσιας σφαίρας στη βάση των λαών της Ευρώπης, που θα ασκεί πίεση στο κοινοτικό οικοδόμημα και θα το νομιμοποιεί, μοιάζει ολοένα και πιο απόμακρη, όσο υποκαθίσταται από την ενισχυμένη θέση του lobbying, πλέον και με την κατάρτιση κώδικα δεοντολογίας για τους εκπροσώπους συμφερόντων που επηρεάζουν την πολιτική και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και καλύπτουν ένα φάσμα από μη κυβερνητικές οργανώσεις έως εκπροσώπους πολυεθνικών εταιριών.

Ασφάλεια και δικαιώματα

Η ασφάλεια, όπως γίνεται αντιληπτή στο κοινοτικό πλαίσιο δράσης, αποτελεί κρίσιμο κριτήριο για τη συγκρότηση του χώρου ελευθερίας και τη διαμόρφωση ενός status δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης. Ήδη από τα προοίμια του σχεδίου Συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, η διαφύλαξη της εν γένει ασφάλειας στην Ένωση αποτελούσε τη βασική επιφύλαξη και τη δικαιολογητική βάση περιορισμού στην εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για την πιο αποτελεσματική μάλιστα δράση της Ένωσης στον τομέα της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, η Συνθήκη της Λισαβόνας «διευκολύνει» τη διαδικασία απόφασης στη δικαστική και αστυνομική συνεργασία, υπάγοντάς την στον κανόνα της πλειοψηφίας κι όχι πια της ομοφωνίας, πράγμα που αποτελεί και τη βάση κατασταλτικής εφαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής στην Ευρώπη.

Κι ενώ το «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» ενσωμάτωνε το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η Συνθήκη της Λισαβόνας αναγνωρίζει μεν το νομικό κύρος του Χάρτη, χωρίς όμως να τον ενσωματώνει. Με τον τρόπο αυτό τα ανθρώπινα δικαιώματα ενεργοποιούνται μόνο μέσω του κοινού ευρωπαϊκού κεκτημένου που διαμορφώνεται στη βάση των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών και στην πράξη τίθενται υπό την αίρεση της πολιτικής ασφαλείας της Ένωσης και του πλαισίου των κοινοτικών οικονομικών ελευθεριών.

Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια

Επιβεβαίωση της προτεραιότητας εφαρμογής των κοινοτικών οικονομικών ελευθεριών αποτελεί η ίδια η σύλληψη της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ουσιαστικά σε κάθε στάδιο εξέλιξης της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, η ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη παραμένει μια δέσμη δικαιωμάτων περιορισμένη στις αναγνωρισμένες από την Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοτικές ελευθερίες. Στα πρώτα κείμενα των συνθηκών, η ευρωπαϊκή ιθαγένεια ήταν μερική και συναγόταν από τις οικονομικές αρμοδιότητες της ΕΕ και από το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα των κρατών μελών. Ο χαρακτήρας των δικαιωμάτων που συνθέτουν την ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη είναι περιορισμένος και περιοριστικός, λόγω της πλήρους εξάρτησης από την εθνική ιθαγένεια ενός κράτους μέλους, η οποία ορθώνει ένα τείχος αποκλεισμού των εξωκοινοτικών αλλοδαπών και προκαλεί δυσχέρειες στην αποτύπωση ενός ενιαίου ερμηνευτικού κριτηρίου για την ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη.

Η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, που ενσωμάτωνε το Χάρτη, δεν μπόρεσε να στηρίξει μια υπό διαμόρφωση κοινωνική διάσταση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Μια προσεκτική ανάγνωση του περί ελευθεριών τίτλου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που δεν αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των τροποποιημένων συνθηκών, δείχνει ότι, ενώ όλα τα υπόλοιπα δικαιώματα του τίτλου αυτού αναγνωρίζονται σε κάθε πρόσωπο, ειδικά η σχετική διάταξη για την ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη ορίζει ότι «κάθε πολίτης της Ένωσης είναι ελεύθερος να αναζητά απασχόληση, να εργάζεται, να εγκαθίσταται ή να παρέχει υπηρεσίες σε κάθε κράτος μέλος».

Πρόκειται, βέβαια, για τις κλασικές κοινοτικές ελευθερίες, οι οποίες παραμένουν το κεντρικό σημείο αναφοράς της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης. Άλλωστε ούτε στη Συνθήκη της Λισαβόνας προστέθηκε ρύθμιση προς την κατεύθυνση αυτή, με αποτέλεσμα η ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη να παραμένει κοινοτικής εμπνεύσεως. Η αξία του θεσμού θα φαινόταν εάν πετύχαινε να εγκαθιδρύσει έναν δεσμό αλληλεγγύης των πολιτών μεταξύ τους και με την Ένωση, στη βάση ενός κοινά διαμορφωμένου δημόσιου χώρου έκφρασης μέσα από διαδικασίες συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, κοινωνικού και πολιτικού πλουραλισμού και με στόχο τη νομιμοποίηση της εξουσίας της, κι όχι την περαιτέρω κατοχύρωση θεμελιωδών οικονομικών ελευθεριών.

Η Θέμη Τσολάκου είναι υποψ. διδάκτορας συνταγματικού δικαίου

Του Δημήτρη Γούλα

Από την αρχική Συνθήκη της ΕΟΚ μέχρι σήμερα, η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον κοινωνικό τομέα, κυρίως στο πεδίο του εργατικού δικαίου, χαρακτηρίζεται από τον μονίμως παρακολουθηματικό χαρακτήρα της σε σχέση με την εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς. Κατά το αρχικό στάδιο, οι ιδρυτές της Κοινότητας αποσκοπούσαν βασικά στην οικοδόμηση της κοινής αγοράς και ευελπιστούσαν πως η κοινωνική πρόοδος και το υψηλό επίπεδο απασχόλησης και αμοιβών θα απέρρεαν αυτόματα από τη λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Η κοινοτική παρέμβαση στο πεδίο του εργατικού δικαίου ήταν σαφώς περιορισμένη και αφορούσε κυρίως ρυθμίσεις συμπληρωματικές των θεμελιωδών ελευθεριών της Συνθήκης. Η διάψευση των προσδοκιών και οι κοινωνικές πιέσεις που συσσώρευσε οδήγησαν στη θέσπιση ενός κύματος κοινοτικών οδηγιών θεμελιωδών για τον κανονιστικό κορμό της κοινοτικής εργατικής νομοθεσίας (για την ισότητα των αμοιβών, την ισότητα των φύλων, τις ομαδικές απολύσεις, τη μεταβίβαση επιχείρησης, την αφερεγγυότητα του εργοδότη, την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων) και προετοίμασε το έδαφος για τις θεσμικές τροποποιήσεις που επέφερε η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και τις (διακηρυκτικού χαρακτήρα) διατάξεις του Κοινοτικού Χάρτη θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων (1989). Ωστόσο, παρά τη σχετική κινητικότητα που παρατηρήθηκε στη δεύτερη αυτή φάση, η κοινωνική διάσταση της Κοινότητας παρέμεινε ατροφική.

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οικονομική διάσταση της Κοινότητας διευρύνθηκε θεαματικά, με την προώθηση της οικονομικής, τελωνειακής και νομισματικής ένωσης των κρατών μελών, ενώ η κοινωνική της διάσταση εξυπηρετήθηκε κυρίως από το Κοινωνικό Πρωτόκολλο, το οποίο (για τα 11 από τα 12 κράτη μέλη, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου που αντέδρασε) αφενός διεύρυνε θεσμικά τις κοινοτικές αρμοδιότητες στα κοινωνικά θέματα και αφετέρου αναγνώρισε τον κοινωνικό διάλογο και τις συμφωνίες των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως νέα διαδικασία θέσπισης κοινοτικών κανόνων δικαίου. Ωστόσο, τομείς του σκληρού πυρήνα των εργασιακών σχέσεων, όπως το ύψος των μισθών, οι συνδικαλιστικές ελευθερίες και το δικαίωμα απεργίας, αποκλείστηκαν ρητά από τις κοινοτικές αρμοδιότητες. Κατόπιν, το Κοινωνικό Πρωτόκολλο ενσωματώθηκε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, ενώ προστέθηκε ένα νέο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Απασχόληση». Σύμφωνα με αυτό, στο πεδίο της απασχόλησης η αρμοδιότητα παραμένει στα κράτη μέλη, ενώ η Κοινότητα αναλαμβάνει το συντονισμό των κρατών μελών ως προς την υιοθέτηση κοινών πολιτικών προώθησης της απασχόλησης, με διαδικασία στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει το Συμβούλιο και η Επιτροπή, και κάνοντας χρήση κυρίως ρυθμιστικών εργαλείων χαλαρής δεσμευτικότητας.

Θεμελιώδεις στόχοι της κοινοτικής πολιτικής απασχόλησης είναι η ενίσχυση της απασχόλησης, σε επίπεδο προσφοράς όσο και ζήτησης εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό συνδέεται στενά με τις οικονομικές πολιτικές της Κοινότητας και λειτουργεί καταρχήν απορρυθμιστικά για το παραδοσιακό σύστημα εργατοδικαιικής προστασίας. Κύρια πεδία ενεργοποίησής της είναι η βελτίωση της δυνατότητας απασχόλησης (απασχολησιμότητα) μέσω της επαρκούς κατάρτισης και διαρκούς επιμόρφωσης τόσο των εργαζόμενων όσο και των ανέργων –έτσι ώστε να παρακολουθούν τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς εργασίας σε εξειδικευμένο προσωπικό–, η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, με τη λήψη μέτρων φορολογικής και κοινωνικοασφαλιστικής διευκόλυνσης της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, η εξάλειψη των διακρίσεων, η προώθηση της κινητικότητας και της προσαρμοστικότητας κλπ.

Καθώς η μεταγενέστερη Συνθήκη της Νίκαιας αγνόησε τα ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, η επόμενη ευκαιρία για την ενίσχυση του κοινωνικού προσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάστηκε με το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης της Ευρώπης, το οποίο, παρά τα κάποια μάλλον θετικά σημεία του (πρωτίστως την ενσωμάτωση του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων), ορθά επικρίθηκε για τη ρητή πρόταξη της οικονομίας της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού ως θεμελιωδών στόχων της Ένωσης, χωρίς αντίστοιχη αναφορά στην ισχυρή κοινή ευρωπαϊκή παράδοση του κοινωνικού κράτους. Αλλά και μετά την απόρριψη του Ευρωσυντάγματος, ο κόσμος της εργασίας δεν μπορεί να ευελπιστεί άμεσα σε σημαντική μεταβολή των θεσμικών προτεραιοτήτων, καθώς αντίστοιχες διακηρύξεις και σταθμίσεις υιοθετεί και η (ήδη υπό έγκριση από τα κράτη μέλη) Τροποποιητική Συνθήκη της Λισαβόνας. Ήδη άλλωστε, τόσο η πρόσφατη οδηγία για την απελευθέρωση των υπηρεσιών, όσο και η προϊούσα ελαστικοποίηση των κοινοτικών ρυθμίσεων για το χρόνο εργασίας (65ωρο) μαρτυρούν πως το μεγαλύτερο βάρος στις πολιτικές αποφάσεις βρίσκεται στο απέναντι ζύγι.

Οι ραγδαίες αλλαγές στην οργάνωση του κεφαλαίου επιτάσσουν την προσαρμογή των προστατευτικών κανόνων του εργατικού δικαίου και την αναθεώρηση θεμελιωδών εννοιών του (όπως διεύρυνση της έννοιας του εξαρτημένου εργαζόμενου και του εργοδότη). Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική δεν επιτυγχάνει να απαντά με ολοκληρωμένες πολιτικές παρεμβάσεις και συνδυασμένα νομικά εργαλεία στην αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων και δομών. Αντίθετα, η μονοδιάστατη ανάπτυξη της αγοραίας διάστασης της Ένωσης φαίνεται να χρωματίζεται καθοριστικά από το πολιτικο-οικονομικό δόγμα, στον αξιολογικό ορίζοντα του οποίου η ρύθμιση ισοδυναμεί αναγκαστικά με κόστος και η προστασία με ανεργία.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι παραδοσιακές προστατευτικές εργασιακές ρυθμίσεις δεν βρίσκουν προνομιακό πεδίο ανάπτυξης. Η στρατηγική της Λισαβόνας και η πρόσφατη Πράσινη Βίβλος για την απασχόληση έχουν ως διακηρυγμένο στόχο την αύξηση της απασχόλησης με το συνδυασμό ευελιξίας και ασφάλειας (flexicurity). Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτού του είδους οι ρυθμιστικές πρωτοβουλίες της ΕΕ εκπορεύονται σχεδόν στο σύνολό τους όχι από ειδικές διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, αλλά από πολιτικές αποφάσεις των κοινοτικών οργάνων –πρωτίστως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου Υπουργών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής— στο πλαίσιο των γενικών κατευθύνσεων που χαράσσει η Συνθήκη.

Κύριο χαρακτηριστικό της νέας τάσης αποτελεί η μετάβαση από την προστασία στην ασφάλεια και από τη μόνιμη θέση εργασίας, πλήρους απασχόλησης και επαρκούς βιοποριστικής αξίας, στην «απασχολησιμότητα» του μισθωτού, η οποία εξυπηρετείται ως επί το πλείστον με προσωρινές, ανασφαλείς και υποαμειβόμενες θέσεις εργασίας (α-τυπικής κυρίως, π.χ. stage, «μπλοκάκι»). Το νέο μοντέλο λοιπόν επιδιώκει όχι τόσο την προστασία της υπόστασης και των όρων της συγκεκριμένης θέσης εργασίας αλλά την υποκειμενική και αντικειμενική διευκόλυνση του μισθωτού στην ανεύρεση νέας δουλειάς. Τούτο επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της διαρκούς επιμόρφωσής του, με το σκεπτικό πως το εξειδικευμένο προσωπικό αποδεικνύεται πιο ανθεκτικό στη φυγόκεντρο της παγκοσμιοποίησης, μετακυλίοντας όμως έτσι ουσιαστικά το κόστος των απολύσεων στο κοινωνικό σύνολο –πολύ συχνά στον ίδιο τον απολυμένο.

Σε θεσμικό επίπεδο, η κρατούσα τάση εντοπίζεται στην όλο και συχνότερη αξιοποίηση μέτρων που συνδυάζουν χαλαρή δεσμευτικότητα και ευελιξία πολιτικών επιλογών, ωστόσο παραμένει ο φόβος πως οι πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να περιορίσουν ακόμη περισσότερο το επίπεδο κοινωνικής προστασίας προς τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, επιτυγχάνοντας ουσιαστικά σύγκλιση των κρατών μελών ως προς την ευελιξία και απόκλιση ως προς την προστασία, υπό την πίεση του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού και των σειρήνων του κοινωνικού dubbing.

Είναι αλήθεια πως οι μέχρι σήμερα ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου κοινωνικής προστασίας έχουν λειτουργήσει προστατευτικά σε κρίσιμους τομείς του εργατικού δικαίου (ιδίως σε κράτη με ασθενική κοινωνική προστασία, όπως η Ελλάδα). Ωστόσο η αδυναμία ευρύτερης αξιοποίησης της προστατευτικής φοράς του εργατικού δικαίου σε κοινοτικό επίπεδο προς εξυπηρέτηση της εργασίας των ανθρώπων έχει πολιτικές αιτίες. Ως εκ τούτου η μεταστροφή των θεσμικών επιδιώξεων της ΕΕ προϋποθέτει ουσιαστική μετατόπιση του πολιτικού και ιδεολογικού κέντρου βάρους της.

Ο Δημήτρης Γούλας είναι υποψήφιος διδάκτορας εργατικού δικαίου

της Δανάης Μπαδογιάννη

Η συστηματική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος έχει οδηγήσει πολλούς από τους επικριτές της να αναγνωρίσουν ότι, στο συγκεκριμένο ζήτημα, η κοινοτική παρουσία έχει μάλλον θετικό πρόσημο. Ας δούμε με ποιον τρόπο έφτασε η Κοινότητα να έχει αυτού του είδους τη δράση αλλά και αν η κοινοτική πολιτική είναι όντως τόσο έντονα προσανατολισμένη στην προστασία του περιβάλλοντος όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Καταρχάς, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι η κοινοτική περιβαλλοντική δράση άπαντα σε δυο διαφορετικά ζητήματα: στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και των πολιτικών φορέων για την αποτροπή οικολογικών καταστροφών, αλλά και στην εναρμόνιση των όρων παραγωγής και κυκλοφορίας των προϊόντων στο πλαίσιο της κοινής αγοράς. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αποτελείται από κράτη με διαφορετικό επίπεδο ευαισθητοποίησης και περιβαλλοντικής προστασίας. Αυτό συνεπάγεται διαφοροποίηση από χώρα σε χώρα του κόστους παραγωγής και κυκλοφορίας των προϊόντων ανάλογα με το βαθμό αυστηρότητας των εγχώριων περιβαλλοντικών μέτρων. Σχηματικά, μια επιχείρηση που οργανώνει τη δραστηριότητά της σε ένα κράτος μέλος ενδεχομένως έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι μιας άλλης που υπόκειται στους κανόνες ενός άλλου κράτους μέλους με αυστηρότερη περιβαλλοντική νομοθεσία. Kάτι τέτοιο απειλεί να θίξει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, που αποτελεί θεμελιώδη στόχο της Κοινότητας. Το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορούσε να την αφήσει αδιάφορη.

Αυτή η οπτική της περιβαλλοντικής πολιτικής ήταν που αρχικά την απασχόλησε. Η ιδρυτική Συνθήκη του 1957 δεν περιείχε καμία διάταξη σχετική με το περιβάλλον. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η κοινοτική περιβαλλοντική δράση έβρισκε νομικό έρεισμα σε άρθρα που αφορούν την ενοποίηση των αγορών. Το περιβαλλοντικό αντιμετωπιζόταν μόνο ως παρεμπίπτον ζήτημα σε μια ρύθμιση που αφορούσε την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής κοινής αγοράς (π.χ. ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση επικίνδυνων παρασκευασμάτων).

Με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η κοινοτική δράση αποκτά και δεύτερο θεμέλιο, που επιτρέπει τη λήψη μέτρων άσχετων με τη λειτουργία της αγοράς, καθώς με μια σειρά διατάξεων το περιβάλλον αναγνωρίζεται ως αγαθό άξιο αυτοτελούς προστασίας από την Κοινότητα. Πέρα όμως από τις διατάξεις αυτές, εξακολουθούν να παράγονται περιβαλλοντικές κανονιστικές ρυθμίσεις στηριζόμενες στη βάση της κοινής αγοράς.

Το αν για μια κοινοτική ρύθμιση θα επιλεγούν οι διατάξεις που αφορούν την κοινή αγορά ή αυτές που προστατεύουν αυτοτελώς το περιβάλλον έχει μεγάλη σημασία, γιατί διαφοροποιείται ο βαθμός ευχέρειας που έχουν τα κράτη μέλη στη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη. Με βάση την αρχή της επικουρικότητας, η Κοινότητα δεν είναι καταρχήν αρμόδια για ζητήματα προστασίας περιβάλλοντος. Η επέμβασή της νομιμοποιείται όταν η προστασία διασφαλίζεται καλύτερα με τη δική της δράση και όχι με αυτή των κρατών μελών. Αντίθετα, όσον αφορά τη λειτουργία της κοινής αγοράς, αποτελεί κατεξοχήν τομέα κοινοτικής αρμοδιότητας. Τα κράτη μέλη, συνεπώς, δύνανται να λαμβάνουν μέτρα ενισχυμένης προστασίας του περιβάλλοντος και να διαφοροποιούνται από την κοινοτική ρύθμιση όταν αυτή θεμελιώνεται στις σχετικές με το περιβάλλον διατάξεις, κάτι που είναι αισθητά δυσκολότερο όταν βασίζεται στους κανόνες λειτουργίας της αγοράς.

Κλασικό παράδειγμα αποτελούν τα προϊόντα με γενετικά μεταλλαγμένους οργανισμούς. Βάσει της κοινοτικής ρύθμισης που θεμελιώνεται στη λειτουργία της αγοράς, όταν ένα τέτοιο προϊόν έχει άδεια κυκλοφορίας σε ένα κράτος μέλος οφείλουν όλα τα κράτη μέλη να επιτρέψουν την κυκλοφορία του στο έδαφός τους, χωρίς να μπορούν να επικαλεστούν μέτρα ενισχυμένης προστασίας ενάντια στα μεταλλαγμένα. Μια τέτοια διαφοροποίηση για λόγους που αφορούν το περιβάλλον απαιτεί την πλήρωση επιπλέον όρων, και το εύρος της ευχέρειας που αφήνεται στις εθνικές αρχές είναι εξαιρετικά περιορισμένο.

Αυτού του τύπου το θεμέλιο, που συνδυάζει την οικονομική με την περιβαλλοντική ρύθμιση, καταδεικνύει κάτι που ισχύει γενικά και διαπερνά όλο το φάσμα του κοινοτικού δικαίου: την (όχι και τόσο αρμονική) συνύπαρξη διαφορετικών και τελικώς αντιτιθέμενων επιδιώξεων της Κοινότητας. Μεταξύ των διαφορετικών αυτών στόχων –της κοινής και ελεύθερης αγοράς και της προστασίας του περιβάλλοντος– δεν υπάρχει, τυπικά τουλάχιστον, σχέση ιεραρχίας. Με βάση την αρχή της ενσωμάτωσης, που κατέστη θεμελιώδης με την αναθεώρηση της Συνθήκης στο Άμστερνταμ, επιβάλλεται πριν από κάθε κοινοτική δράση, στο πλαίσιο οποιουδήποτε τομέα της κοινοτικής πολιτικής, να λαμβάνεται υπόψη η παράμετρος του περιβάλλοντος. Από την άλλη, αφενός τα κοινοτικά όργανα, όταν ενεργούν στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής πολιτικής, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές συνέπειες της δράσης τους, αφετέρου τα κράτη μέλη υποχρεούνται, όταν θεσπίζουν μέτρα ενισχυμένης προστασίας του περιβάλλοντος, να μην παραβαίνουν τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που τους επιτάσσει η Συνθήκη.

Η σχετική κοινοτική δράση απαντά στην ανάγκη σύζευξης της περιβαλλοντικής πολιτικής με τις απαιτήσεις της ελεύθερης αγοράς, στο πλαίσιο αυτού που αμφιλεγόμενα έχει ονομαστεί «βιώσιμη ανάπτυξη». Στην πράξη, σημεία τριβής ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος και τις οικονομικές επιδιώξεις της Κοινότητας εμφανίζονται εξαιρετικά συχνά. Ιδεολογικές βάσεις της οικονομικής κοινοτικής πολιτικής είναι η «αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς» και η «ελευθερία του ανταγωνισμού». Από την άλλη, η προστασία του περιβάλλοντος απαιτεί δράση των δημόσιων φορέων με παρεμβατικό χαρακτήρα (χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιπαράθεσης είναι οι περιπτώσεις χορήγησης χρηματικών ενισχύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος).

Στη σύγκρουση οικονομικής και οικολογικής συνιστώσας του κοινοτικού δικαίου, αν και όχι εύκολα, φαίνεται να προκρίνονται οι οικονομικοί στόχοι. Πάλι σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι αφετηρία και γενικός κανόνας είναι η οικονομική ελευθερία, στην οποία όμως μπορούν να τεθούν περιορισμοί για λόγους περιβαλλοντικής προστασίας. Οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι ανεξέλεγκτοι αλλά υπόκεινται στα όρια που επιβάλλει το σύστημα της «ανοιχτής αγοράς» και ο ελεύθερος ανταγωνισμός.

Παρά το δομικό αυτό πρόβλημα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι και θεωρητικά η θέση του περιβάλλοντος έχει αναβαθμιστεί πολύ στην κοινοτική έννομη τάξη (κυρίως με τη Συνθήκη του Μάαστριχ και την αναθεώρησή της στο Άμστερνταμ), αλλά και πρακτικά παρατηρούμε μια αξιοσημείωτη νομοπαρασκευαστική διαδικασία σχετική με το περιβάλλον από τα κοινοτικά όργανα. Η κοινοτική περιβαλλοντική πολιτική εμπνέεται από επιμέρους μέτρα στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών, τις οποίες με τη σειρά της επηρεάζει, θετικά τις περισσότερες φορές, και αναδιαμορφώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό (παράδειγμα οι σχετικά πρόσφατες οδηγίες για τη διαχείριση των υδάτων και των αποβλήτων).

Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι τα κοινοτικά κείμενα που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος είναι εκείνα που συναντούν τις μεγαλύτερες αντιστάσεις στη μεταφορά τους στις εσωτερικές έννομες τάξεις των κρατών μελών. Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα, η οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη, που καινοτομεί, αναγνωρίζοντας ως αντικείμενο αποκατάστασης την οικολογική ζημία που υφίσταται το περιβάλλον. Η οδηγία, αν και περιέχει τόσο πολλές εξαιρέσεις που τελικά αφορά πολύ μικρό ποσοστό οικολογικών ζημιών, δέχτηκε τόσο έντονη κριτική από τα επιμέρους εθνικά όργανα, με το επιχείρημα ότι θα θιγεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, που η ουσιαστική της εφαρμογή τίθεται εν αμφιβόλω.

Η Δανάη Μπαδογιάννη είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια κοινοτικού περιβαλλοντικού δικαίου