17. ΕΕ και αριστερά β΄


Η Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνοπτικό ιστορικό
Βασίλης Πεσμαζόγλου και Γιώργος Σταθάκης, οικονομολόγοι

Η θέση του ΣΥΝ για την πορεία της ΕΕ

Το Μάαστριχτ και η Λισαβόνα σε κρίση
Χριστόφορος Παπαδόπουλος, μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ και της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

Πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης: η μόνη αριστερή πρόταση
Μιχάλης Παπαγιαννάκης, μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Advertisements

των Βασίλη Πεσμαζόγλου και Γιώργου Σταθάκη

Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών είναι αποτέλεσμα μακράς πρωτόγνωρης ιστορικής διαδικασίας, που αρχίζει με τις μεταπολεμικές διεργασίες και συζητήσεις που κατέληξαν, το 1957, στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Στο αρχικό στάδιο, η ΕΟΚ των 6 ιδρυτικών κρατών είχε στόχο την επίτευξη τελωνειακής ένωσης:  δηλαδή πλήρη απελευθέρωση του εμπορίου ανάμεσα στα μέλη της και θέσπιση κοινής δασμολογικής πολιτικής για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. (Δηλαδή, ενώ το γαλλογερμανικό εμπόριο θα γινόταν χωρίς κανένα δασμό, οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ θα επιβαρύνονταν από τον έναν ενιαίο κοινό δασμό).

Παράλληλα, στην πρώτη δεκαετία λειτουργίας της, η ΕΟΚ θέσπισε κοινές πολιτικές, εξ ων σπουδαιότερη υπήρξε η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), που αποσκοπούσε στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής και τη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος μέσω επιδοτήσεων και εγγυημένων τιμών. Τα παραπάνω αποτελούσαν ένα είδος «ιστορικού συμβιβασμού» μεταξύ των συμφερόντων της γερμανικής βιομηχανίας και της γαλλικής γεωργίας.

Η πρώτη φάση ενοποίησης ολοκληρώθηκε στη διάρκεια της «χρυσής δεκαετίας» του 1960, που χαρακτηρίστηκε από οικονομική ανάπτυξη, κρατικό παρεμβατισμό, πλήρη απασχόληση και σχετική κοινωνική ισορροπία.

Ακολούθησε η δύσκολη δεκαετία του 1970, με τις διαδοχικές πετρελαϊκές κρίσεις και στασιμότητα στην ενοποιητική διαδικασία -παρά την ένταξη τριών νέων μελών, εξ ων η Βρετανία.

Νέα ώθηση θα δοθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980: με το Πρόγραμμα της Εσωτερικής Αγοράς και την παράλληλη δημιουργία των «Διαρθρωτικών Ταμείων», που χρηματοδοτούνται από έναν ενισχυμένο κοινοτικό προϋπολογισμό, επιχειρούνται:

Α. Η «εμβάθυνση» της ήδη υπάρχουσας τελωνειακής ένωσης, με την κατάργηση πληθώρας εθνικών «κρυπτοπροστατευτικών» μέτρων και τη δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών προδιαγραφών.

Β. Η γενναία μεταβίβαση πόρων, με στόχο την κοινωνική και περιφερειακή «συνοχή».

Ενώ το πρώτο αποτελεί εγχείρημα απελευθέρωσης της αγοράς, το δεύτερο εμπνέεται από παρεμβατική αναπτυξιακή φιλοσοφία εξισορρόπησης περιφερειακών κυρίως ανισοτήτων (στην Ελλάδα κατέληξε στα γνωστά ΚΠΣ).

Η δεκαετία του 1990 σημαδεύεται από σημαντικές εξελίξεις, με προεξέχουσα τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Πέραν της θέσπισης του ονόματος ΕΕ και της πρόβλεψης κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας (που καρκινοβατεί), εγκαινιάζει τη διαδικασία της ΟΝΕ.

Ακολουθώντας πιστά το χρονοδιάγραμμα και τα κριτήρια ένταξης, θα δημιουργηθεί, από το 2001, η «Ευρωζώνη» των 12 και στη συνέχεια περισσοτέρων κρατών με κοινό νόμισμα το ευρώ. Οι χώρες αυτές υποχρεώνονται να ευθυγραμμίζονται με το Σύμφωνο Σταθερότητας, που δεν επιτρέπει το δημόσιο έλλειμμα να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ.

Συγχρόνως, την ίδια περίοδο, με την  κατάρρευση της ΕΣΣΔ, οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μπαίνουν σε τροχιά ένταξης στην ΕΕ, που θα ολοκληρωθεί στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την πρόσφατη διεύρυνση. Αυτή συνεπάγεται πύκνωση των συναλλαγών Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης αλλά και ανακατανομή των πόρων Συνοχής προς τις κατά πολύ φτωχότερες αυτές χώρες.

Σκέψεις:

1. Το παρελθόν, παρόν και μέλλον της ΕΕ αποτελούν πολύπλοκη και πολυεπίπεδη διαδικασία, όπου συχνά δεσπόζει η συγκυρία και η ιστορική στιγμή. Τα πρώτα βήματα της νεοσύστατης ΕΟΚ, που λεγόταν μάλιστα «Κοινή Αγορά», είχαν άξονα το ελεύθερο εμπόριο στη (Δυτική) Ευρώπη και αντλούσαν από τις μεταπολεμικές συζητήσεις στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ. Τώρα πλέον, η τελωνειακή ένωση φαίνεται τόσο δεδομένη που δεν συζητείται πια, αν και αποτελεί θεμέλιο του όλου οικοδομήματος.

2. Η ΟΝΕ αποτελεί λογική συνέχεια της ολοκλήρωσης στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, καθότι εξαλείφει τη  δυνατότητα υποτίμησης των νομισμάτων.  Συγχρόνως, φέρει τη σφραγίδα της εποχής της: στήθηκε σε μια εποχή κυριαρχίας νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων περί δημοσιονομικής πειθαρχίας, πράγμα που αντανακλάται στους αυστηρούς κανόνες του αμφιλεγόμενου Συμφώνου Σταθερότητας.

Σήμερα, καθώς γράφονται αυτά, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα αυτορρύθμισης των αγορών, πυροδοτώντας εξελίξεις που πιθανόν να επηρεάσουν τη λειτουργία της ΕΕ-ΟΝΕ. Το εγχείρημα «ΕΟΚ-ΕΕ-ΟΝΕ» μπορεί να ιδωθεί σαν μεγάλο πείραμα του οποίου η μελλοντική πορεία ίσως επιφυλάσσει εκπλήξεις.

3. Προφανώς η ΕΕ έχει πολιτική διάσταση. Έχουμε να κάνουμε με εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από εθνικά κράτη σε υπερεθνικό κέντρο λήψης αποφάσεων (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ζητήματα εμπορίου ή ανταγωνισμού, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη νομισματική πολιτική, όπως επιτόκιο και συναλλαγματική ισοτιμία). Συγχρόνως, ιδεολογικά, η όλη διαδικασία, που αποτελεί εξαρχής και προγραμματικά άρνηση των ευρωπαϊκών εθνικισμών, έχει αποκτήσει πρόσφατα μια νεοφιλελεύθερη χροιά, που αποτυπώνεται, αλλά και παγιώνεται, σε πολλές διατάξεις, στο προτεινόμενο Ευρωσύνταγμα στις διάφορες εκδοχές του.

4. Η ΕΕ απαρτίζεται από πολλά παράλληλα πεδία δράσης. Η μεγάλη ελεύθερη αγορά ευνοεί το διεθνοποιημένο κεφάλαιο, ενώ η πολιτική συνοχής ευνοεί φτωχότερες περιοχές (αλλά όχι αναγκαστικά φτωχότερα στρώματα). Οι «κανόνες του παιχνιδιού», ο βαθμός και το περιεχόμενο της (εθνικής ή υπερεθνικής) παρέμβασης αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης σε μια αέναη διαπραγμάτευση όπου αποτυπώνονται οι εκάστοτε συσχετισμοί πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

5. Παρά τους περιορισμούς που απορρέουν από την ΕΕ-ΟΝΕ, οι δυνατότητες του εθνικού κράτους δεν είναι αμελητέες: λ.χ., ακόμα και τηρώντας το δημοσιονομικό όριο του αυθαίρετου 3%, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια στον προϋπολογισμό, ως προς το ύψος εσόδων και δαπανών, αλλά και ως προς την κατανομή τους (λ.χ. φοροδιαφυγή-φορολογικοί συντελεστές, αμυντικές-κοινωνικές ή περιβαλλοντικές δαπάνες).

6. Ο περιορισμός του οικονομικού ρόλου του κράτους που απορρέει από τη νεοφιλελεύθερα «σημαδεμένη» ΟΝΕ, σε συνδυασμό με πρακτικές ελαστικής αγοράς εργασίας, οδηγεί σε επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων (αντίστοιχα φαινόμενα συμβαίνουν πιο έκδηλα στις ΗΠΑ). Από την άλλη, ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα, ο κρατισμός έχει συχνά οδηγήσει σε πελατειακές πρακτικές, διαφθορά και κάθε άλλο παρά «προοδευτικές» δημόσιες σπατάλες.

7. Γενικά, η ΕΕ μπορεί να εκληφθεί ως ένα είδος περιφερειακής οικονομικής ενοποίησης σε ευρωπαϊκή κλίμακα, που διαφέρει από την παράλληλη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, τη γενικευμένη δηλαδή ραγδαία αύξηση των διεθνών συναλλαγών, κυρίως λόγω της πιο οργανωμένης θεσμικής της πλαισίωσης. Κατά πόσον το βεληνεκές της ευρύτερης παγκοσμιοποίησης θα αποδειχθεί ισχυρότερο, περιορίζοντας τελικά την περιφερειακή-ευρωπαϊκή διάσταση; Κατά πόσον η παρούσα κρίση σεισμικών διαστάσεων θα ενισχύσει τις φυγόκεντρες ή τις κεντρομόλες δυνάμεις στο εσωτερικό της ΕΕ/ΟΝΕ; Ίδωμεν.

Ο Βασίλης Πεσμαζόγλου είναι οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Ο Γιώργος Σταθάκης είναι οικονομολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

Ιδρυτικό Συνέδριο, 1992

Είμαστε σταθερά υπέρ της πορείας προς μια ενωμένη Ευρώπη. Δεν θέλουμε να οικοδομηθεί με βάση τη λογική των δυνάμεων της αγοράς, του χρήματος, του ατλαντισμού. Θα δώσουμε τη μάχη για μια ενωμένη Ευρώπη που θα οικοδομηθεί με όρους δημοκρατίας, κοινωνικής αλληλεγγύης, συνοχής και σύγκλισης, ειρήνης και ασφάλειας για όλους. Μια ΕΕ όχι φρούριο αλλά ανοιχτή… Μια ΕΕ με δημοκρατική ομοσπονδιακή πολιτειακή συγκρότηση.

Απόφαση ΚΠΕ για το Μάαστριχτ, 1992

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ θεσμοθετεί την ΕΕ, καθιερώνει την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, ενισχύει τις αρμοδιότητες του Ευρωκοινοβουλίου, διευρύνει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα με την ΟΝΕ, προβλέπει κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική για την ασφάλεια. Είναι βέβαια ένας συμβιβασμός ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν την Ευρώπη μια απλή ελεύθερη αγορά για τη διακίνηση κεφαλαίων και τις δυνάμεις που προωθούν μια ΕΕ με ομοσπονδιακή μορφή, με ανάπτυξη της δημοκρατίας και ενίσχυση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας…

Ο ΣΥΝ θα ψηφίσει την κύρωση της συμφωνίας του Μάαστριχτ. Στηρίζουμε τα θετικά στοιχεία του συμβιβασμού που επετεύχθη και επιδιώκουμε μαζί με την πλειοψηφία των λαών της Ευρώπης να επιτύχουμε την υπέρβασή της προς τις κατευθύνσεις που προωθεί η Αριστερά στην Ευρώπη.

2o Συνέδριο, 1996

Ο δρόµος για την Ευρωπαϊκή Ενωση δεν µπορεί να στηριχθεί στη µονόπλευρη φιλοσοφία της νοµισµατικής και δηµοσιονοµικής σταθεροποίησης που εµπεριέχεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Ο ΣΥΝ τάσσεται υπέρ της άµεσης και ριζοσπαστικής µεταρρύθµισης της Συνθήκης, ώστε η πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ενωση να αποκτήσει αναπτυξιακό, κοινωνικό και δηµοκρατικό, οικολογικό δυναµισµό και να επαναδεσµευθούν στην υπόθεση της οικοδόµησης της Ενωµένης Ευρώπης µεγάλα τµήµατα της κοινωνίας… µε στόχο να αποκτήσει Σύνταγµα που θα ορίζει τις αρµοδιότητες των εκτελεστικών οργάνων, θα κατοχυρώνει τα θεµελιώδη κοινωνικά δικαιώµατα και ταυτόχρονα θα ενισχύει το ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου.

Διαρκές Συνέδριο, 1998

Η αναγκαία κοινωνική και δηµοκρατική στροφή στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης δεν έγινε στο Άµστερνταµ. Οι συµβιβασµοί που αποτυπώθηκαν στη διαδικασία δεν θίγουν ουσιαστικά τον πυρήνα της µονόπλευρης αποκλειστικά νοµισµατικής φιλοσοφίας της Συνθήκης του Μάαστριχτ, όπως επαναδιατυπώνεται στο Σύµφωνο Σταθερότητας που υιοθετήθηκε. Σε επιµέρους τοµείς έγιναν δειλά και ανεπαρκή βήµατα για τη βελτίωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, που υπολείπονται σηµαντικά από τις σηµερινές ανάγκες των πολιτών της Ευρώπης.

Προγραμματικό Συνέδριο, 2003

Η ευρωπαϊκή Αριστερά οφείλει να αγωνιστεί προκειµένου να βάλει τη δική της σφραγίδα στο ευρωπαϊκό Σύνταγµα που βρίσκεται υπό διαµόρφωση. Πυρήνας της δικής της θέσης οφείλει να είναι η πλήρης διασφάλιση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και των µορφών ουσιαστικής άσκησής της. Το κεντρικό ερώτηµα είναι πώς οι ευρωπαίοι πολίτες θα µετέχουν στη διαµόρφωση της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής βούλησης… Πιο συγκεκριµένα, απαιτείται η συνταγµατική κατοχύρωση των δηµοκρατικών δικαιωµάτων του ευρωπαίου πολίτη µε τη διαµόρφωση ενός ευρωπαϊκού χώρου δικαίου που θα εδράζεται στο σεβασµό τους.

4ο Συνέδριο, 2004

Η συγκρότηση του Κόµµατος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αποτελεί το ελπιδοφόρο πρώτο βήµα για τη συγκρότηση του πολιτικού υποκειµένου που θα υπερασπίσει αποφασιστικά τις κατακτήσεις των εργαζοµένων της Ευρώπης και θα στηρίξει τα άµεσα και µακροπρόθεσµα συµφέροντά τους. Σήµερα ο αγώνας αυτός περνάει και µέσα από την αναθεώρηση του συµφώνου σταθερότητας, την απόρριψη της Ευρωπαϊκής Συνταγµατικής Συνθήκης που θεσµοποιεί το νεοφιλελευθερισµό και τη διεξαγωγή δηµοψηφίσµατος στη χώρα µας. Την αντίθεση στον ευρωστρατό. Τη διεκδίκηση ενός γνήσιου Συντάγµατος των λαών της Ευρώπης που θα κατοχυρώνει και θα διευρύνει τα δηµοκρατικά δικαιώµατα και τις κοινωνικές κατακτήσεις τους.

5ο Συνέδριο, 2008

Η επαναφορά του Ευρωσυντάγματος με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης αποδεικνύει ότι οι αστικές δυνάμεις δεν παραιτούνται από το σχέδιο συνταγματοποίησης του νεοφιλελευθερισμού. Ο αστικός πολιτικός κόσμος θέλει την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης ως… ένα κρατικό-διακρατικό μόρφωμα που θα υπερασπίζεται εσαεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης διεξάγεται με όρους ηγεμονίας των αντιπάλων μας δεν ισοδυναμεί με αντιευρωπαϊκή στάση. Αντίθετα, θεωρούμε ότι η ενοποίηση της Ευρώπης οφείλει και μπορεί να γίνει μέσα από την πολιτική στρατηγική της Αριστεράς, ανταγωνιστικά με τη στρατηγική του κεφαλαίου. Είναι σε αυτή τη βάση που ο ΣΥΝ και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς λένε όχι στη «Μεταρρυθμιστική Συνθήκη» και διεκδικούν δημοψηφίσματα σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

Δήλωση σχετικά με την υπογραφή της νέας ευρωπαϊκής Συνθήκης της Λισαβόνας (13/12/2007)

Οι  ηγέτες της ΕΕ δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημα για περισσότερο κοινωνική, δημοκρατική και ενωμένη Ευρώπη. Υιοθέτησαν μια εκδοχή της απορριφθείσας Συνταγματικής Συνθήκης που δέσμευε την ΕΕ στο νεοφιλελευθερισμό, απέρριπτε την κοινωνική Ευρώπη, καλλιεργούσε τη στρατιωτικοποίηση και την εξάρτηση από τις ΗΠΑ και συντηρούσε το έλλειμμα δημοκρατίας στη λειτουργία της ΕΕ, με οπισθοχώρηση στα όποια βήματα πολιτικής ενοποίησης και αποδυνάμωση της Χάρτας Δικαιωμάτων. Η υιοθέτηση της νέας Συνθήκης έγινε χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, χωρίς Συντακτική Συνέλευση, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του Ευρωκοινοβουλίου  και των εθνικών Κοινοβουλίων και χωρίς πρόθεση διεξαγωγής δημοψηφισμάτων για την επικύρωσή της. Ο Συνασπισμός και το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς λένε όχι στη Συνθήκη της Λισαβόνας και ζητάνε δημοψηφίσματα για την επικύρωσή της.

του Χριστόφορου Παπαδόπουλου

Η τρέχουσα οικονομική κρίση μας επιτρέπει να διατυπώσουμε άλλη μια φορά, σε πολύ μεγαλύτερα ακροατήρια αυτή τη φορά, ισχυρισμούς και επεξεργασίες για το χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σε άλλες εποχές ακουγόντουσαν εξαιρετικά μειοψηφικές και παράδοξες. Στο πρόσφατο παρελθόν, στις αρχές της δεκαετίας που διάγουμε, ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ, σε αντιπαράθεση με όλο το πολιτικό σύστημα, διατύπωσαν με έναν συγκρουσιακό λόγο την άποψη ότι ο «μεγάλος συνασπισμός» χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών οικοδομεί την Ευρώπη του νεοφιλελευθερισμού, με άλλα λόγια μια Ευρώπη εχθρική στα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων, με θεσμούς και διαδικασίες που κάνουν την ταξική πάλη δύσβατη και την κίνηση των μαζών περιθωριακή στο πολιτικό γίγνεσθαι, την ίδια στιγμή που «συνταγματοποιεί» τις αξίες και τις πρόνοιες του νεοφιλελευθερισμού.

Η αλήθεια είναι ότι η ανάλυσή μας για το χαρακτήρα της ΕΕ, η αντιπαράθεσή μας με τον νεοφιλελευθερισμό, κινδύνευε να είναι εσαεί «αιρετική», εάν την ίδια περίοδο –και με τη δική μας συνδρομή– δεν αναπτύσσονταν κινήματα αμφισβήτησης του νεοφιλελευθερισμού και της υπαρκτής Ευρωπαϊκής Ένωσης του Κεφαλαίου.

Τα κινήματα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι αντιπολεμικοί συντονισμοί, το Ελληνικό και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, από κοινού με εργατικές αντιστάσεις και αγροτικές κινητοποιήσεις, πολιτικοποίησαν τους αγώνες τους με αιχμή της αντιπαράθεση στην Ευρώπη του νεοφιλελευθερισμού, του πολέμου και του ρατσισμού, διεκδικώντας ταυτόχρονα μια άλλη Ευρώπη της ειρήνης, της αλληλεγγύης, του φεμινισμού και της οικολογίας. Κινητοποιήσεις και αντιστάσεις που υιοθετώντας την ατζέντα της Αριστεράς δημιούργησαν τα πρώτα ρήγματα στην ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, καθιστώντας τον πολιτικό λόγο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς κατανοητό και κοινωνικά αντιπροσωπευτικό.

Η κρίση αποκαλύπτει

Όλα δείχνουν ότι ο Β΄ κύκλος της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που ξεκίνησε το 1970, φθάνει στο τέλος του και μια νέα περίοδος ξεκινά, που η έκβασή της θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από την ικανότητα της Αριστεράς να προτείνει ένα διαφορετικό πολιτικό σχέδιο για την (ευρωπαϊκή) κοινωνία και την οικονομία και τη δυνατότητα του κοινωνικού υποκειμένου να στηρίξει με τους αγώνες του τη διαδικασία του μετασχηματισμού. Όλη αυτή την περίοδο ο καπιταλισμός, για να συνεχίσει να δημιουργεί κέρδος, έπρεπε να παίζει επενδυτικά παιχνίδια και να καταφεύγει στην κερδοσκοπία. Για περισσότερο από τριάντα χρόνια, οι επιχειρήσεις, τα κράτη και τα νοικοκυριά χρεώνονταν σε μαζική κλίμακα. Σήμερα, διανύουμε το τελευταίο κομμάτι της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας η δυνητική πτώση γίνεται πραγματική κι οι φούσκες εκρήγνυνται η μια μετά την άλλη: οι χρεοκοπίες πολλαπλασιάζονται, η συγκέντρωση του κεφαλαίου προοδεύει, η ανεργία αυξάνει κι η οικονομία γνωρίζει μια κατάσταση πραγματικής ύφεσης. Η κρίση που ζούμε αντιστοιχεί επίσης στο τέλος ενός πολιτικού κύκλου, εκείνου της αμερικανικής ηγεμονίας, που επίσης ξεκίνησε στη δεκαετία του 1970. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν ένας σημαντικός πρωταγωνιστής, αλλά δεν θα μπορέσουν να ξαναποκτήσουν την κυρίαρχη θέση τους απέναντι στον τωρινό πολλαπλασιασμό των κέντρων δύναμης, με τη Δυτική Ευρώπη, την Κίνα, τη Βραζιλία, την Ινδία και τη Ρωσία να τις ανταγωνίζονται ευθέως σε έναν πολυπολικό κόσμο όπου ο οικονομικός ανταγωνισμός δεν αποκλείει «τις κανονιοφόρους», αντιθέτως.

Στις μέρες μας το οικοδόμημα του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη και στον κόσμο δεν αμφισβητείται μόνο, αλλά κλονίζεται. Η κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ απλώθηκε και στην Ευρώπη. Οι ίδιοι που πριν λίγους μήνες ζητούσαν λιγότερο κράτος, απαιτούν σήμερα κρατική παρέμβαση, επιχορηγήσεις, ρυθμίσεις. Οι ίδιοι που ζητούσαν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, μείωση των κρατικών δαπανών, δημοσιονομική πειθαρχία, σήμερα καλούν τους υπουργούς οικονομικών να δώσουν τεράστια ποσά για τη σωτηρία τραπεζών. Οι δημόσιοι πόροι που ήταν αδύνατο να βρεθούν για συντάξεις, για σχολεία και νοσοκομεία, για την προστασία του περιβάλλοντος, ξαφνικά εμφανίζονται πολλαπλάσιοι για να εξαγοραστούν χρεόγραφα άνευ αξίας.

Τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού που διέπουν την τελευταία εικοσαετία την ενοποίηση της Ευρώπης σαρώθηκαν από την οικονομική κρίση. Η «ελεύθερη αγορά», ο «ανταγωνισμός παντού», η «επιχειρηματικότητα» αποδείχτηκαν συνώνυμα της ασυδοσίας, της περιφρόνησης των ανθρώπων, συνώνυμα του νεοφιλελεύθερου δόγματος «τα κέρδη πάνω από όλα, πάνω από τους ανθρώπους και το περιβάλλον». Από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και το Σύμφωνο Σταθερότητας μέχρι τη Συνθήκη της Λισαβόνας, οι οικονομικοί κανόνες που ορίζουν αυτές οι συνθήκες και επιβλέπουν οι αρχές των Βρυξελλών αποδεικνύονται, τη στιγμή της κρίσης, όχι μόνο άχρηστοι αλλά και επικίνδυνοι.

Η δαπάνη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων για να διασωθούν μεγάλοι τραπεζικοί οργανισμοί, που θα συνεχίσουν μετά όπως πριν, είναι προσβολή για τα εκατομμύρια των ανέργων, των χαμηλοσυνταξιούχων, των ανασφάλιστων εργαζόμενων. Είναι ταυτόχρονα και ατελέσφορη.

Η στήριξη των Τραπεζών –με πόρους που λείπουν από τις κοινωνικές δαπάνες και την προστασία του περιβάλλοντος– χωρίς υπαγωγή τους σε δημόσιο έλεγχο και χωρίς τη στήριξη της λαϊκής κατανάλωσης και αύξηση των δημόσιων δαπανών για κοινωνικές παροχές και την προστασία του περιβάλλοντος, μεταφέρει απλώς τα βάρη της κρίσης στις λαϊκές τάξεις.

Οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δημιούργησαν οι συνθήκες από το Μάαστριχτ μέχρι τη Λισαβόνα αποδείχτηκαν απολύτως ανεπαρκείς για τη διαχείριση κρίσεων. Ιδίως στη διάρκεια της ανόδου των τιμών των καυσίμων, αλλά προπάντων ενόψει και στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο εξαφανίστηκαν. Η πολιτική διαχείρισης της κρίσης έγινε υπόθεση των εθνικών κρατών, που επιδιώκουν το καθένα να διαφυλάξει τα συμφέροντά του.

Η παραίτηση των κρατών μελών της Ένωσης από τα εργαλεία ρύθμισης της οικονομίας –τη νομισματική πολιτική, τις δημόσιες επιχειρήσεις, ιδίως τις δημόσιες τράπεζες– η ανεξέλεγκτη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κατά ρυθμιστικών κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία έκαναν την οικονομία της Ένωσης, και πιο πολύ ακόμα της Ευρωζώνης, ιδιαίτερα ευάλωτη σε περιόδους διεθνών οικονομικών κρίσεων, όπως η σημερινή. Σήμερα, στη δίνη της οικονομικής κρίσης, όλοι αυτοί οι κανόνες της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης αμφισβητούνται έμπρακτα.

Η κρίση ως δυνατότητα κατάθεσης εναλλακτικού προγράμματος

Η κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού υποδείγματος, την ίδια στιγμή που είναι απειλή για εκατομμύρια ανθρώπους, όπως και για τον ίδιο τον πλανήτη, είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία για την Αριστερά να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Είναι η ευκαιρία να κατακτήσει η Αριστερά τον ηγεμονικό της ρόλο, προτείνοντας ένα σχέδιο μετασχηματισμών που θα φέρνουν το όραμα του σοσιαλισμού πιο κοντά. Ένα πλέγμα μετασχηματισμών που θα ξεκινά από τα απλά, τα μερικά και απόλυτα αναγκαία, από το εισόδημα και τις συντάξεις, τις δημόσιες επιχειρήσεις και τα κοινωνικά αγαθά, και θα ξεδιπλώνεται στα μεγάλα: στις δημόσιες επενδύσεις, στο περιβάλλον και την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου, το μετασχηματισμό του σύμφωνου σταθερότητας και τον έλεγχο της ΕΚΤ.

Όλα εκείνα δηλαδή που αλλάζουν συνειδήσεις, που στρατεύουν σε αγώνες και διεκδικήσεις και δημιουργούν την αυτοπεποίθηση ότι η σοσιαλιστική Ευρώπη είναι ένας εφικτός και αναγκαίος στόχος.
Αντίθετα, όταν ο λόγος της Αριστεράς επιχειρεί  να προσαρμοσθεί στην κίνηση του κεφαλαίου και να χαράξει τακτική αποδεχόμενος το πολιτικό σχέδιο της άρχουσας τάξης, όταν αποδέχεται μια θεωρία σταδίων –βγαλμένη από σοβιετικά εγχειρίδια μαρξισμού-λενινισμού– του τύπου «σήμερα αποδεχόμαστε την “πολιτική ενοποίηση της ΕΕ” όπως την ορίζει το αστικό μπλοκ εξουσίας, μεταθέτοντας στο μέλλον την όποια διαδικασία μετασχηματισμού της», τότε γίνεται συμπληρωματική δύναμη στο αστικό πολιτικό  σύστημα  και κινδυνεύει να εξαφανισθεί σε κάθε καμπή της ιστορίας και ιδιαίτερα στις στιγμές που οξύνεται η ταξική πάλη τόσο στο κοινωνικό όσο και στο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο, όπως στις μέρες μας.

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ και της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

του Μιχάλη Παπαγιαννάκη

Η συζήτηση σχετικά με την ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει ιστορία στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, έχει παρελθόν και ασφαλώς έχει και… μέλλον, σε όλα τα επίπεδα, σε εκείνο της γενικής θεωρίας και σε εκείνο της πρακτικής διαμόρφωσης της προγραμματικής και  πολιτικής παρέμβασης του κόμματος.

Δεν θα σταθώ στα θεωρητικά και γενικά πολιτικά ζητήματα που εδώ και καιρό θέτουν ξανά πάνω στο τραπέζι σύντροφοι, σύμμαχοι και φίλοι, οδηγώντας καμιά φορά σε  πλήρη αναθεώρηση όσα έως τώρα θεωρούσαμε και θεωρούμε κεκτημένα και βάση για παραπέρα επεξεργασία και ανάπτυξη της πολιτικής μας. Πρόκειται για σοβαρή συζήτηση που ασφαλώς πρέπει να συνεχιστεί χωρίς προκαταλήψεις και φοβίες. Στο κάτω κάτω, δεν υπάρχει κανένα ιδιαίτερο όφελος από το να πορευόμαστε μαζί αποκρύπτοντας βαθιές διαφωνίες στρατηγικού και ιστορικού χαρακτήρα, όπως διαφαίνονται σε ορισμένες τοποθετήσεις που αμφισβητούν την ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση (και μάλιστα ομοσπονδιακή…), την ανάγκη της ευρωπαϊκής αυτονομίας στη διεθνή και την αμυντική πολιτική, αλλά και γενικότερες βάσεις του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, από τον Διαφωτισμό, τις βασικές αρχές της πολιτικής δημοκρατίας, έως τα δικαιώματα στη διαφορά, την αειφόρο ανάπτυξη, τις βαθιές αλλαγές παραγωγικού και κοινωνικού «μοντέλου» που αναφύονται μέσα από την απειλητικότατη κλιματική αλλαγή κλπ κλπ. Σοβαρή συζήτηση, ακόμα και υπαρξιακή για κάθε ευρωπαίο και κάθε αριστερό πολίτη. Στην προοπτική της συνέχισής της, θέλω όμως να επισημάνω, με συντομία και χωρίς φιλοδοξία βαθύτερης ανάλυσης (που όμως θα χρειαζόταν…), μια σειρά από «παράδοξα» ή «απρόσμενα» που αναδείχθηκαν πρόσφατα και που πιθανόν μπορούν να κλονίσουν πολλά από τα θέσφατα της έως τώρα θεωρητικής συζήτησης και να προβληματίσουν τους φορείς της.

Και καταρχάς η ίδια η «κρίση» που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ειπώθηκε πολύ σωστά και από πολλούς υπεύθυνους παράγοντες της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας ότι πρόκειται για μια παγκοσμιοποιημένη πρόκληση που απαιτεί εξίσου παγκοσμιοποιημένη απάντηση. Ωραία, αλλά από πού θα εκπορεύεται αυτή η απάντηση; Από μόνες τις ΗΠΑ και τη δραματική τους στροφή από τα νεοφιλελεύθερα φληναφήματα των ηγεσιών τους; Προφανώς δεν άρκεσε η προσπάθεια. Χρειάστηκε να έλθει, ευτυχώς με ταχύτητα και τόλμη (κάτι απρόσμενο, με δεδομένο το έλλειμμα ηγεσίας στην ΕΕ), το βαρύ πυροβολικό της ΟΝΕ, του ευρώ και του Γιουρογκρούπ για να εμφανιστεί μια πρώτη αλλαγή κλίματος. Όχι μόνο γιατί κινητοποίησε πολύ περισσότερους πόρους (τουλάχιστον διπλούς…) σε σχέση με τις ΗΠΑ, αλλά κυρίως γιατί έφερε στο προσκήνιο άποψη και σχέδιο: «κρατικοποίηση» τραπεζών, περιορισμός των διοικήσεών τους και των χρυσών τους αγοριών, εγγυήσεις της ρευστότητας αλλά και γενικότερη πρόταση για αναδιαμόρφωση του διεθνούς νομισματικού συστήματος όπως μας το είχε κληροδοτήσει η μεταπολεμική προσπάθεια οικοδόμησης της διεθνούς οικονομίας και το είχε κλονίσει η πετρελαϊκή κρίση του 1971-73 και διαστρεβλώσει η μονομερής αμερικανική πολιτική. Η Ευρώπη, και για την ακρίβεια το τμήμα της που έχει σε ένα βαθμό μπει στην πορεία της ουσιαστικής ενοποίησης, δυστυχώς μόνο στη βάση του ευρώ ενώ καθυστερούν άλλα στοιχεία, όπως η κοινή οικονομική, φορολογική πολιτική και η κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα, πρωτοστάτησε, ώθησε, πέτυχε κάποιες πρώτες αποφάσεις και λύσεις. Και όλοι καταλαβαίνουν σιγά σιγά τί επανάσταση έφερε το ευρώ, και όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική. Εκκρεμεί η ολοκλήρωσή της και στο θεσμικό επίπεδο με πολλούς τρόπους, ασφαλώς όμως ο καθένας μπορεί να φανταστεί πώς θα ήταν η κατάσταση χωρίς τα έως τώρα επιτεύγματα της ενοποίησης, τόσο για το σύνολο της ΕΕ όσο και για την κάθε χώρα χωριστά.

Επέμεινα στα του ευρώ γιατί θεωρείται από πολλούς στην Αριστερά ο πιο εύκολος στόχος κριτικής και καταγγελίας, με ανεξέλεγκτα γενικά υπονοούμενα και άνετες και ανέξοδες «προτάσεις» του τύπου «έξω από το Μάαστριχτ, την ΟΝΕ, το ευρώ κλπ» ώστε να έχουμε λυτά τα χέρια μας για να ασκήσουμε πολιτική. Το πόσο λυτά θα ήσαν τα χέρια τους, ποιους πόρους θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν, σε ποιο και σε πόσο υποτιμημένο «εθνικό» νόμισμα, και άλλα δευτερεύοντα ζητήματα, ας τα αφήσουμε για μελέτη και εργασία στο σπίτι…

Με ανάλογη προσέγγιση, καλό πάντως θα ήταν να θυμηθούμε το πόσο όλοι ένοιωσαν έστω και ενστικτωδώς την έλλειψη κοινής άμυνας και στρατού της ΕΕ, όταν με τα γιουγκοσλαβικά φάνηκε καθαρά ότι η αμερικανική παρέμβαση σκόπευε, και το έλεγε και καθαρά,  την περιθωριοποίηση και ταπείνωση της Ευρώπης. Και πόσο, μολαταύτα, πολλοί ανακουφίστηκαν όταν η ευρωπαϊκή παρέμβαση έδωσε διέξοδο και τρόπο συμφωνίας ώστε να μην εξελιχτεί η Γεωργία, στη διαμάχη της με τη Ρωσία και με στήριξη αμερικανών «συμβούλων», σε αφορμή για θερμότατες και ανεξέλεγκτες συγκρούσεις. Άλλη μέθοδος προσέγγισης των θεμάτων, άλλος τρόπος διαφύλαξης της ειρήνης, μέσω διαλόγου και ισορροπιών, κάτι που η αυτοκρατορία έχει μεγάλη δυσκολία να καταλάβει!

Ανάλογες σκέψεις εμπνέουν σίγουρα και οι παλαιότερες υποθέσεις των παγκόσμιων επιδημιών (τρελές αγελάδες, διοξίνες, ορμόνες, μεταλλαγμένα…), όπου η ΕΕ, όταν μίλησε με μια φωνή και ένα σχέδιο, είχε αξιοσημείωτα και καινοτόμα αποτελέσματα για τη διεθνή πολιτική και οικονομία. Με αποκορύφωμα φυσικά την επιβολή στο διεθνές δίκαιο του Πρωτοκόλλου του Κυότο και της επιστημονικής ανάλυσης που οδηγεί σήμερα στη διαμόρφωση όλων των πολιτικών ενάντια στην κλιματική αλλαγή.

Και έρχονται και άλλα: χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και παγκόσμια ρύθμιση, διεθνής φορολογία (Τόμπιν, «πράσινη»…), ίδρυση Παγκόσμιου Οργανισμού Περιβάλλοντος (θεσμικά ισότιμου με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου), μεταναστευτικά ρεύματα και αναπτυξιακή βοήθεια στις χώρες προελεύσεώς τους, νέες επιδημίες και επαναφορά ξεχασμένων ασθενειών που αναβιώνουν, δικαιώματα των παιδιών, καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος κλπ κλπ.

Για  πολλά από αυτά τα ζητήματα υπάρχουν ήδη διεθνείς οργανισμοί στο λεγόμενο σύστημα ΟΗΕ ή και εκτός αυτού. Συχνά κάνουν καλή τεχνική δουλειά (π.χ. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και άλλοι…). Όμως σχεδόν ποτέ δεν έχουν ως συστατικό της δράσης τους την πολιτική επιλογή, ευθύνη και λογοδοσία. Αυτά τα απολύτως απαραίτητα για να διακυβερνηθεί πολιτικά, δημοκρατικά και αποτελεσματικά η παγκοσμιοποίηση, απαιτούν νομιμοποίηση πολιτική, που για την ώρα μόνο συμφωνίες κρατών, όπως αυτές που έχτισαν την ΕΕ, μπορούν να δώσουν, αναμένοντας καλύτερους τρόπους όπου οι ίδιοι οι πολίτες θα μπορούν να το κάνουν θεσμικά, αξιόπιστα και πειστικά.

Ας σταματήσουμε εδώ, και μόνο αυτά τα παραδείγματα των πρόσφατων εξελίξεων δείχνουν πόσο έρχονται τα πάνω κάτω στον κόσμο μας και πιθανότατα  πόσο και πώς θα συνεχίσουν. Και εξηγούν, εν μέρει τουλάχιστον, τα δογματικά συνθήματα που αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω όταν σχετικές συζητήσεις εκτρέπονταν σε γενικολογίες: «Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης είναι η πιο αριστερή πρόταση που γνωρίζω όταν συζητάμε την πορεία του κόσμου». Και «ακόμα κι αν 27 στις 27 κυβερνήσεις της ΕΕ ήσαν δεξιές και αποφάσιζαν να προωθήσουν τη Συνθήκη που αρχίζει δειλά δειλά να πολιτικοποιεί την Ένωση και τα προβλήματα, δικά της και του κόσμου», η εξέλιξη θα έπρεπε να χαιρετιστεί χωρίς επιφυλάξεις από την Αριστερά…

Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ