18. Ψυχική υγεία


Ψυχική υγεία

Ψυχική ασθένεια και ποινικό δίκαιο: μέτρα ασφαλείας ή μέτρα θεραπείας;
Κώστας Κοσμάτος, διδάκτορας νομικής

Αναγκαστική (ψυχιατρική) νοσηλεία: υγεία ή ελευθερία;
Ευτύχης Φυτράκης, ειδικός επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη.

Μια ψευδεπίγραφη μεταρρύθμιση
Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, ψυχίατρος, διευθυντής του 9ου ψυχιατρικού τμήματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής

Η σπασμένη συμμετρία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης

Στέλιος Στυλιανίδης, αν. καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής, επιστημονικός δ/ντης ΕΠΑΨΥ Παναγιώτης Χονδρός, ψυχολόγος, πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΠΑΨΥ

Η οπτική των χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας
Γιώργος Γιαννουλόπουλος, μέλος του Σωματείου «Αλκυονίδες», απασχολούμενος στην εργασιακή δομή «Το Καφενείο» στο ΨΝΑ-Δαφνί

Εργαζόμενοι στις δομές ψυχικής υγείας
Αγγελική Συλλιγαρδάκη, Ψυχολόγος, πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων στο Ελληνικό Κέντρο για την Ψυχική Υγεία και Θεραπεία του Παιδιού και της Οικογένειας «Το Περιβολάκι»

Η φροντίδα της ψυχικής υγείας των μεταναστών
Νίκος Γκιωνάκης, ψυχολόγος, επιστημονικά υπεύθυνος του κέντρου ημέρας «Βαβέλ» για την ψυχική υγεία των μεταναστών

Μια συζήτηση για την ψυχική ασθένεια εκκινά αναπόδραστα από ζητήματα δικαιωμάτων, λόγω των πολλαπλών εξαναγκασμών που οι δικαιικές επιταγές και οι ψυχιατρικές πρακτικές προδιαγράφουν για το ψυχικά πάσχον υποκείμενο. Ο ψυχικά ασθενής βρίσκεται με μεγάλη συχνότητα αντιμέτωπος με την επιβολή ιατρικών πράξεων, περιοριστικών μέτρων και πρακτικών ιδρυματικής βίας, που κάθε άλλο παρά εταίρο στη θεραπευτική διαδικασία τον καθιστούν: απομονώσεις, φυσικές καθηλώσεις, υποχρεωτική φαρμακοθεραπεία, ακούσιες νοσηλείες, μεταγωγές με χειροπέδες σε περιπολικά αντί για ασθενοφόρα και παρατεταμένοι εγκλεισμοί σε θεραπευτικά καταστήματα χωρίς δικονομικές εγγυήσεις, δημιουργούν εύλογη σύγχυση μεταξύ των θεραπευτικών σκοπών και των φυλακτικών επιλογών.

Στο πεδίο αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας συστηματικά εγγράφηκαν λογικές περί επικινδυνότητας και ανάγκης προστασίας της δημοσίας ασφάλειας, έναντι των οποίων τα ατομικά δικαιώματα του ψυχικά νοσούντος ατόμου βρέθηκαν να υποχωρούν και οι ποιότητες της ιδιότητας του πολίτη να φθίνουν. Στη σπειροειδή διαδικασία μεταξύ εγκλεισμού και κοινωνικού αποκλεισμού, ο ψυχικά πάσχων κατέληξε να ακυρώνεται ως νομικό και ιατρικό υποκείμενο και να τρέπεται σε μέσο για την προστασία της δημόσιας τάξης και την άσκηση κοινωνικού ελέγχου. Η ποιοτική απόκλιση από το πρότυπο της κοινωνικά προσαρμοσμένης συμπεριφοράς, σε μια κοινωνία που απομονώνει το διαφορετικό, αναπόφευκτα οδήγησε στο στιγματισμό της ψυχικής ασθένειας ως κοινωνικής παρέκκλισης και την κατάταξη των φορέων της στις ομάδες υψηλής επικινδυνότητας. Τη στιγμή όμως που οι ψυχικές διαταραχές τείνουν ολοένα αυξανόμενες και ευθέως συνδέονται με τις ίδιες τις δομές της κοινωνίας και τις εντός της παθογένειες (στρες, μακροχρόνια ανεργία, ανασφάλεια, κοινωνική αποξένωση), η συζήτηση για μια νέα ολιστική προσέγγιση και διαχείριση της ψυχικής ασθένειας επανέρχεται με επιτακτικό πλέον τρόπο.

Η πορεία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας δεν αφήνει περιθώρια λανθασμένης εκτίμησης για τις μέχρι σήμερα αναπτυσσόμενες πολιτικές ψυχικής υγείας:  υποχρηματόδοτηση, εγκατάλειψη των δομών αποασυλοποίησης, αδυναμία ή αδιαφορία για την διασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινοτικών μονάδων ψυχικής υγείας, τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό και ανασφάλεια των εργαζομένων, υποβάθμιση των υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, διατήρηση του ασυλικού προτύπου, μη προώθηση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και πρόληψης, καθυστέρηση εφαρμογής της τομεοποίησης και παράλειψη ανάπτυξης δράσεων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Το περίφημο εθνικό σχέδιο «Ψυχαργώς», που καταρτίστηκε το 1997 στη βάση ενός διαρκούς και ανά δεκαετία αναθεωρητέου προγραμματισμού για την προώθηση του αποϊδρυματισμού και του εκσυγχρονισμού του συστήματος παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, έχει ήδη εισέλθει στη φάση αναζήτησης κονδυλίων μετά το πέρας της συγχρηματοδοτούμενης από το Γ’ ΚΠΣ περιόδου και το πέρασμα της χρηματοδότησης της λειτουργίας των υφιστάμενων δομών στον ίδιο τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Το μέλλον, λοιπόν, της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης παραμένει αβέβαιο, αλλά και ο απολογισμός των μέχρι σήμερα δράσεων έχει να επιδείξει αποτελέσματα υποπολλαπλάσια της αρχικής στοχοθεσίας και ανισοβαρώς κατανεμημένα στο φάσμα δραστηριοποίησης φορέων του δημοσίου και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.

Στο παρόν τεύχος αναδεικνύουμε ορισμένες από τις πτυχές των ζητημάτων που αναπτύσσονται κατά μήκος της αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας, δίνοντας έμφαση στον τιμωρητικό χαρακτήρα από τον οποίο διαπνέεται η θεραπεία (ακούσια νοσηλεία κατόπιν εισαγγελικής αίτησης και μέτρο ασφαλείας του ποινικού δικαίου για τη φύλαξη των «επικίνδυνων για τη δημόσια ασφάλεια» ακαταλόγιστων), καθώς και την αποτίμηση της πορείας της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, εντοπίζοντας τις κυριότερες ελλείψεις και ανεπάρκειες αλλά και τις προτεινόμενες πολιτικές. Από το διάλογο αυτό δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι άμεσα εμπλεκόμενοι στη θεραπευτική διαδικασία, δηλαδή οι εργαζόμενοι των ψυχιατρικών δομών. Κυρίως όμως δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι ίδιοι οι χρήστες των υπηρεσιών ψυχικής υγείας∙ και αν στερεοτυπικά «χρεώνεται» στους ψυχικά πάσχοντες η απουσία ενσυναίσθησης, η αδυναμία δηλαδή συνείδησης της παθολογικής τους κατάστασης, ίσως αντίστροφα καταφέρουμε μέσα από την δική τους οπτική να αντιληφθούμε την παθολογία του ίδιου του συστήματος ψυχικής υγείας.

του Κώστα Κοσμάτου

Το μέτρο ασφαλείας του άρθρου 69 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τη φύλαξη σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα του ακαταλόγιστου εκείνου δράστη που απαλλάχθηκε από την ποινή ή τη δίωξη για το αδίκημα που τέλεσε (λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης), εφόσον κρίνεται επικίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια. Η απόφαση για την επιβολή του μέτρου ασφαλείας είναι αθωωτική, ενώ το μέτρο διαρκεί «όσο χρόνο το επιβάλλει η δημόσια ασφάλεια» (άρθρο 70 Π.Κ.).

Διακηρυγμένος σκοπός του μέτρου ασφαλείας αποτελεί όχι ο κολασμός του δράστη (όπως στην ποινή) αλλά η προφύλαξη της κοινωνίας από την επικίνδυνη συμπεριφορά και η θεραπεία του υφιστάμενου το μέτρο. Τα μέσα για την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού (ακούσιος χαρακτήρας, χώρος και συνθήκες υλοποίησης του μέτρου) και τα αποτελέσματά τους και σε πρακτικό επίπεδο, όπως είναι η παγίωση της θέσης για την ανευθυνότητα των ψυχασθενών, η εξάρτηση της επιβολής του μέτρου από την βαρύτητα του εγκλήματος που τελέστηκε, η αναγκαστική θεραπεία του ασθενούς σε χώρο που αναγνωρισμένα δυσκολεύει το θεραπευτικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τα «ειδικά» φυλακτικά χαρακτηριστικά έκτισης του μέτρου ασφαλείας, φαίνεται πως δεν συνάδουν στον θεραπευτικό προσανατολισμό του μέτρου ασφαλείας.

Πολύ περισσότερο δεν φαίνεται να έχει σχέση η διάρκεια του μέτρου με την θεραπευτική μεταχείριση του ψυχικά ασθενή: κατά το άρθρο 70 Π.Κ., αποκλειστικό κριτήριο για την συνέχιση ή μη του μέτρου αποτελεί η επικινδυνότητα του εγκλείστου και όχι η κατάσταση της υγείας του. Ερευνητικά δεδομένα, εξάλλου, αποδεικνύουν ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου εξαρτάται κυρίαρχα από το είδος του εγκλήματος που τελέστηκε: όσο πιο βαρύ είναι το αδίκημα, τόσο οι πιθανότητες ευδοκίμησης της αίτησης για λήξη του μέτρου μειώνονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι το στοιχείο του είδους του εγκλήματος που τελέστηκε κυριαρχεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη συνηγορεί υπέρ της λήξης του μέτρου ή επιβεβαιώνει την ανεπάρκεια του ψυχιατρικού ιδρύματος να παράσχει αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση στον έγκλειστο.

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι το μέτρο ασφαλείας του εγκλεισμού σε ψυχιατρικό ίδρυμα αποτελεί ουσιαστικά μια «καλυμμένη ποινή», με την διαφοροποίηση ότι ο έγκλειστος ακαταλόγιστος ψυχασθενής δεν απολαμβάνει των «ευεργετημάτων» του ποινικού κρατουμένου (π.χ. μετατροπή ή αναστολή της ποινής, το ορισμένο του χρόνου έκτισης, απόλυση με όρο, άδειες). Το σχήμα αυτό όχι μόνο ματαιώνει κάθε θεραπευτική προσέγγιση του ψυχικά ασθενή, αφού το κρίσιμο στοιχείο για τον εγκλεισμό του αποτελεί ο βαθμός της επικινδυνότητας και όχι η πορεία της υγείας του, αλλά θέτει σε δοκιμασία τη φιλελεύθερη λειτουργία του ποινικού δικαίου, που αφορά στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η στέρηση της ελευθερίας για θεραπευτικούς λόγους αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και λαμβάνει χώρα με αυξημένες προϋποθέσεις, με πρώτιστη αυτή την ύπαρξη της ασθένειας και για χάρη του θεραπευτικού αποτελέσματος. Η αναγκαστική νοσηλεία με το πρόσχημα μόνο της «επικίνδυνης συμπεριφοράς» δεν θα πρέπει να είναι ανεκτή σε ένα κράτος δικαίου.

Το ερώτημα που εύλογα γεννιέται ως προς τη μεταβολή του νομοθετικού πλαισίου και την εφαρμογή του έχουν σχέση όχι μόνο με το «ποιός και πώς θα το αλλάξει», αλλά και με το με το «ποιός και πώς θα το εφαρμόσει». Η απάντηση που μπορεί να δοθεί έχει σχέση με τον ρόλο του κοινωνικού αιτήματος και της διεκδίκησης ως αφετηρίας στην παραγωγή και εφαρμογή των νόμων. Η τροποποίηση της νομοθετικής ρύθμισης των άρθρων 69 και 70 Π.Κ. και η εφαρμογή της προϋποθέτουν τη μεταβολή της κυρίαρχης άποψης για τον «επικίνδυνο» ψυχικά ασθενή -η οποία ενισχύεται ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ- όπου ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής του είναι ο εγκλεισμός του σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Η μεταβολή της θέσης σε κοινωνικό επίπεδο για τον ψυχικά ασθενή από τον «κίνδυνο που διασαλεύει τον κοινωνικό ιστό» σε «ασθενή φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων» αποτελεί μάλλον την ασφαλέστερη δικλείδα για την ορθή αντιμετώπιση του ζητήματος.

Ο Κώστας Κοσμάτος είναι διδάκτορας νομικής, δικηγόρος

του Ευτύχη Φυτράκη

Δεν είναι λίγες οι φορές που η Ελλάδα περηφανεύεται για τη σύγχρονη, φιλελεύθερη και προοδευτική νομοθεσία της, σε σημαντικούς τομείς της δημόσιας ζωής. Ωστόσο στην απτή πραγματικότητα, συχνά, εντοπίζεται η ακριβώς αντίθετη εικόνα, όπου η απόσταση από το νόμο μετριέται με διαστημικά μέτρα και σταθμά. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της νομοθεσίας για την ακούσια (ψυχιατρική) νοσηλεία, όπου η ανεπάρκεια του συστήματος ψυχικής υγείας έχει μετατρέψει την αναγκαστική νοσηλεία από εξαίρεση σε κανόνα.

Η ακούσια νοσηλεία επιφέρει μια διπλή κάμψη στα δικαιώματα του ανθρώπου: στέρηση της ελευθερίας κίνησης και υποβολή σε ιατρικές πράξεις χωρίς συναίνεση. Όμως, η στέρηση τη ελευθερίας ενός ατόμου αποτελεί βάναυση προσβολή ατομικού δικαιώματος και συγχωρείται μόνο για όποιον τέλεσε κάποιο έγκλημα αφού μάλιστα προηγηθεί καταδικαστική απόφαση. Από την άλλη πλευρά, κανείς ελεύθερος άνθρωπος δεν μπορεί να νοσηλευτεί «με το ζόρι», αφού βασική προϋπόθεση για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων, πλην εξαιρέσεων (π.χ. παιδιά), αποτελεί η προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς.

Από το 19ο αιώνα δημιουργήθηκε ένα σύστημα αναγκαστικού εγκλεισμού για την «περισυλλογήν και περίθαλψιν» των «φρενοπαθών» στο οποίο ο (ψυχικά ασθενής) άνθρωπος ήταν, κυριολεκτικά, στο έλεος των καταχρήσεων. Η εικόνα του ασύλου της Λέρου αποτέλεσε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, μιας σταθερής πολιτικής αλλά και μιας πολύ ισχυρής εξουσιαστικής νοοτροπίας. Ο ισχύων νόμος 2071/1992, αντίθετα, έθεσε σε ορθολογικές βάσεις το πλαίσιο της ακούσιας νοσηλείας, προβλέποντας ουσιαστικές προϋποθέσεις και διαδικαστικές εγγυήσεις, κατάλ­λη­λες -κατ’ αρχήν- για την αποτροπή καταχρήσεων. Αυτοί οι νεωτερισμοί, ωστόσο, προκάλεσαν αντιδράσεις από το ψυχιατρικό και δικαστικό σύστημα, τα οποία συνέχισαν (αυτάρεσκα) να λειτουργούν ερήμην του (νέου) νόμου! (1)

Σήμερα γνωρίζουμε ότι με μια απλή αίτηση των συγγενών ή των γειτόνων, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, εκδίδεται μια εισαγγελική παραγγελία νοσηλείας και η περιπέτεια αρχίζει (2). Με το τυποποιημένο έντυπο της Εισαγγελίας, η Αστυνομία αναλαμβάνει να «συλλάβει» τον τρελό με τα δικά της μέσα: γκλοπς, χειροπέδες, περιπολικά ..! Θα ακολουθήσουν δύο-τρεις λέξεις, όπως «ψυχωτικού τύπου εκδηλώσεις» ή «ψυχωσική συνδρομή», ως παρωδία ψυχιατρικής γνωμάτευσης, για να «πιστοποιηθεί» η ανάγκη ακούσιας νοσηλείας. Στη δίκη που μπορεί να γίνει, ο ασθενής θα είναι κατά κανόνα απών αλλά ούτε και κανείς δικηγόρος ή ψυχίατρος θα τον υπερασπιστεί. Η δικαστική απόφαση που εκδίδεται φαίνεται, κατά κανόνα, απλώς να επικυρώνει τη γνωμάτευση. Έτσι όμως η σημαντικότερη εγγύηση του πολίτη απέναντι στην εξουσιαστική βία, δηλ. η δικαιοσύνη, καταλήγει μια απλή τυπική σφραγίδα.

Κατά την ψυχιατρική νοσηλεία του ασθενούς πρέπει να γίνεται σεβαστή η αξιοπρέπειά του και να διασφαλίζεται η ελευθερία του, αξίες που συνθέτουν τους δύο βασικούς πυλώνες της ανθρωποκεντρικής συνταγματικής μας τάξης. Κι όμως, οι καταχρηστικές καθηλώσεις και απομονώσεις στα ελληνικά ψυχιατρεία διαπιστώνονται και από διεθνείς οργανισμούς (3) ενώ τα τελευταία χρόνια δυο φορές ήλθε στο φως της δημοσιότητας η τραγική είδηση ότι κάποιος έγκλειστος ψυχασθενής κάηκε ζωντανός, όντας δεμ­ένος και εγκαταλελειμμένος.

Σύμφωνα εξάλλου και με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που με σειρά αποφάσεων απαιτεί την τήρηση των διαδικασιών του εσωτερικού δικαίου, η πλειοψηφία των ακούσιων εγκλεισμών θα δικαιολογούσε σήμερα την καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Συνολικά, φαίνεται ότι τόσο η δικαιοσύνη όσο και η επίσημη ψυχιατρική αποδείχθηκαν ανίκανες να εγγυηθούν τα δικαιώματα του ανθρώπου-ψυχικά ασθενή! Ο ακούσια νοσηλευόμενος, δηλ. ο ψυχασθενής κρατούμενος, δεν έχει δικαιώματα ούτε ως ασθενής ούτε ως κρατούμενος και το χειρότερο είναι μόνος και ανυπεράσπιστος (4).

Δεκαέξι χρόνια από τη μεταρρύθμιση του νόμου για τον ακούσιο ψυχιατρικό εγκλεισμό και με προχωρημένο το πρόγραμμα αποασυλοποίησης είναι καιρός να μιλήσουμε ξανά, ίσως από μηδενική βάση για το θέμα. Η διαπίστωση της ανομίας δεν είναι πια αρκετή, αντίθετα οι συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαιτούν δράση. Η αριστερά δεν μπορεί παρά να έχει εδώ ένα λόγο αλληλεγγύης στους αδύναμους, προβάλλοντας υγεία και ελευθερία όχι ως νομικό δίλλημα αλλά ως διπλό κοινωνικό αίτημα.

(1) Βλ. Ν. Παρασκευόπουλος – Κ. Κοσμάτος, Ο αναγκαστικός εγκλεισμός του ψυχικά ασθενή σε ψυχιατρείο, 1997.

(2) Βλ. σχετ.  Συνήγορο του Πολίτη, Ειδική έκθεση (2007) και Πόρισμα (2004): http://www.synigoros.gr

(3) C.P.T., Έκθεση για την Ελλάδα (2006), § 145-146.

(4) T.Σαζ, Νόμος, ελευθερία, ψυχιατρική, 2007

Ο Ευτύχης Φυτράκης είναι διδάκτορας νομικής, ειδικός επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη.

Του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

Για 25 περίπου χρόνια η ψυχιατρική «μεταρρύθμιση» της χώρας, βασισμένη αποκλειστικά στην απορρόφηση των σχετικών κοινοτικών χρηματοδοτήσεων, έχει οδηγήσει στη δημιουργία και την παγίωση, πλέον, μιας κατάστασης που επιδιώκει (χωρίς να το καταφέρνει πάντα) να παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα των πραγμάτων, αφήνοντας την ουσία αμετάβλητη.

Ποιος θα έπρεπε να είναι ο στόχος μιας πραγματικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης;

Ας πούμε, συνοπτικά, η δημιουργία ενός συστήματος υπηρεσιών όπου ο ψυχικά ασθενής θα έπαυε να «εισέρχεται ως ‘πρόσωπο’ και να μετατρέπεται σε ‘πράγμα’», αλλά θα αναγνωριζόταν και θα τύγχανε περίθαλψης ως ‘πρόσωπο’. Ένα σύστημα που θα βασίζονταν σε τέτοιους πόρους (ποιοτικούς και ποσοτικούς), εκπαίδευση και κουλτούρα, ώστε, πρώτο αυτό, να μπορεί ν’ αναγνωρίζει ότι η τρέλα είναι μια ανθρώπινη κατάσταση, το ίδιο όπως και ο λόγος, καθώς η απαίτηση από την κοινωνία ν’ ανοίξει «χώρο» (υλικό και συμβολικό) για την τρέλα και για την αποδοχή του κάθε είδους «διαφορετικού», είναι συνυφασμένη με την προαγωγή εκείνων των προσεγγίσεων (θεωρητικών και πρακτικών) που «επιτρέπουν» ν’ ακουστεί η φωνή της, ο δικός της εναλλακτικός λόγος, μέσα από την έμπρακτη αμφισβήτηση των πρακτικών που την ακυρώνουν και την εκμηδενίζουν.

Γιατί η «ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση» είναι εικονική και ψευδεπίγραφη; Ας μιλήσουν οι αριθμοί. Περίπου 3000 ψυχικά ασθενείς (από τους περίπου 5000 εγκλείστους στη δεκαετία του ’90) έχουν μεταφερθεί τα τελευταία χρόνια από τα δημόσια ψυχιατρεία σε 400 στεγαστικές μονάδες στην κοινότητα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσουν τρία μικρά ψυχιατρεία, δυο ακόμα να είναι κοντά στο κλείσιμο, ενώ ο αριθμός των κλινών στα τρία μεγαλύτερα έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό.

Αλλά ως προς το ζητούμενο, τη δημιουργία, δηλαδή, κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ριζικά εναλλακτικών στον εγκλεισμό (αλλά, θα λέγαμε, και στο μονόλογο των ειδικών), δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτα. Η συνομιλία με τον ψυχικά πάσχοντα εξακολουθεί να γίνεται, πρωτίστως, με την αναγκαστική νοσηλεία (μέσω του εισαγγελέα και της αστυνομίας, με τις χειροπέδες και τα τμήματα μεταγωγών), πίσω από κλειδωμένες, ακόμα, πόρτες, με τους μηχανισμούς της ιδρυματικής βίας (δέσιμο και απομόνωση) σε πλήρη άνθηση όπως πάντα. Φαίνεται απίστευτο ότι, μετά 25 χρόνια, οι αναγκαστικές νοσηλείες αποτελούν το 60% περίπου του συνόλου των εισαγωγών στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (σε άλλες χώρες της Δ. Ευρώπης είναι γενικώς κάτω από 10%), ενώ το 40-50% των εισαγωγών είναι επανεισαγωγές.

Έτσι, η «μεταρρύθμιση» δεν ήταν παρά μεταφορά κλινών από τα ψυχιατρεία στις στεγαστικές μονάδες, χωρίς κανένα συστημικό μετασχηματισμό:

– με στεγαστικές μονάδες υποχρηματοδοτημένες, που πολλές από αυτές λειτουργούν, στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, με τον παλιό ασυλικό τρόπο,

– με νοσοκομεία που βουλιάζουν στα ελλείμματα και στα χρέη, με δραματικές ελλείψεις σε προσωπικό [μόνο για το ΨΝΑ (Δαφνί), η επίσημη ιστοσελίδα του αναφέρει 409 κενές οργανικές θέσεις νοσηλευτών, επί συνόλου 897 κενών οργανικών  θέσεων. Ακόμα κι αν υπολογιστούν οι συμβασιούχοι αορίστου χρόνου και οι έχοντες προσωποπαγή θέση, ο αριθμός των κενών θέσεων νοσηλευτικού προσωπικού. εξακολουθεί να είναι πάνω από 200].

Καθώς το σύστημα παραμένει ανίκανο να προσφέρει σφαιρική φροντίδα, πρόληψη και στήριξη στην κοινότητα, οι απολύτως απαραίτητες κοινωνικές παροχές (για τους ψυχικά πάσχοντες και τις οικογένειές τους) καταρρέουν και οι θέσεις εργασίας είναι όνειρο θερινής νυκτός. Το αίτημα για παροχή υπηρεσιών  ψυχικής υγείας ανάγεται στις περισσότερες κλίνες για εγκλεισμούς (αίτημα που γίνεται ορατό με το αίσχος των ράντζων), ενώ ήδη διαφαίνεται, ως άμεση προοπτική, μια δραματική αύξηση του αριθμού των εμφανών ή αφανών αστέγων, με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας.

Από τα τείχη του εγκλεισμού στους χώρους του κοινωνικού αποκλεισμού (με περιοδική επιστροφή στους χώρους του εγκλεισμού), χωρίς καμιά πολιτική κοινωνικής ένταξης και ενσωμάτωσης. Είναι σαφές ότι, και στο πρόβλημα της λεγόμενης «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», δεν υπάρχει τεχνική λύση, αλλά πολιτική και κοινωνική /κινηματική λύση.

Ο Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου είναι ψυχίατρος, διευθυντής του 9ου ψυχιατρικού τμήματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής.

των Στέλιου Στυλαινίδη και Παναγιώτη Χονδρού

Το πείραμα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας φαίνεται να έχει οδηγήσει στην δημιουργία μιας μαύρης τρύπας. Μία μαύρη τρύπα στην οποία κάθε θετική προσπάθεια που ξεκίνησε με το σκάνδαλο της Λέρου, φαίνεται να εκμηδενίζεται και να δημιουργεί μία εικόνα ασάφειας, ακινησίας, επερχόμενης καταστροφής. Δίνεται η εντύπωση, εσκεμμένα, ότι το εθνικό σχέδιο για την ψυχική υγεία στερείτο αρχών και σχεδιασμού και ότι κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζεται σήμερα είναι, υπό το πρίσμα της νεοφιλελεύθερης λογικής, μόνο διοικητικής και οικονομικής φύσεως. Αυτή η λογική, σε βαθιά κρίση σήμερα, ενδιαφέρεται μόνο για το πόσο κοστίζει κάτι και όχι για το τι και πώς γίνεται.

Τα προβλήματα όμως σχετίζονται και με την ηθική και την ιδεολογία στην οποία βασίζεται η λήψη αποφάσεων για το σχεδιασμό, την ανάπτυξη των υπηρεσιών και την κλινική πρακτική, την ποιότητα ζωής και φροντίδας, σχετίζονται με την στάση των ψυχιάτρων, με τις πολιτικές αποφάσεις που στηρίζουν το όλο εγχείρημα. Όσο παραβλέπουμε κάποια από αυτές τις συνιστώσες θα εγκλωβιζόμαστε σε ανούσια διλήμματα: διατήρηση ή κατάργηση των ασύλων, ακριβή πολιτική ψυχικής υγείας στην κοινότητα που να καλύπτει τις ανάγκες ή πυροσβεστικές δράσεις φιλανθρωπίας για τους ψυχικά πάσχοντες, λήψη αποφάσεων από τους λίγους ή διεύρυνση συμμαχιών με χρήστες των υπηρεσιών, οικογένειες, Μ.Κ.Ο., τοπική αυτοδιοίκηση και κάθε εμπλεκόμενο, αυτόνομο και ισχυρό κίνημα χρηστών υπηρεσιών και συγγενών ή επίφαση συμμετοχικότητας, σεβασμός στις αρχές της κοινωνικής ψυχιατρικής και αίσθημα προσφοράς από τους επαγγελματίες ή μόνη ανησυχία η καριέρα και η μεγιστοποίηση του προσωπικού κέρδους από την άσκηση του επαγγέλματος, τολμηρές πολιτικές αποφάσεις για την επίλυση χρόνιων σοβαρών προβλημάτων ή πολιτική θράσους και ψεύδους προς αποφυγή κάθε ευθύνης.

Η σχέση μεταξύ ιατρών και ασθενών, σχεδιαστών πολιτικής ψυχικής υγείας και επαγγελματιών που την εφαρμόζουν, κυβερνόντων και πολιτών, περιέχει μία ευαίσθητη συμμετρία που πρέπει να σεβαστούμε για είναι εφικτή η συνύπαρξη και η δημιουργική επίλυση των προβλημάτων. Συνύπαρξη των άμεσα και έμμεσα εμπλεκομένων που αποτελούν τα δομικά στοιχεία αυτού του συστήματος. Αν θέλουμε να καταστρέψουμε το ψυχιατρικό σύστημα που εγκαταλείπει τους φτωχούς, που ενισχύει σκανδαλωδώς την κερδοφορία του ιδιωτικού τομέα, που κακοποιεί τους πάσχοντες, ομφαλοσκοπεί, τρομάζει, πρέπει να εκφέρουμε μία δομημένη εναλλακτική άποψη. Διαφορετικά πρέπει να αναλογιστούμε που αποσκοπεί και ποιους ωφελεί η συνεχόμενη απαξίωση.

Προτάσεις συγκεκριμένες για την εδραίωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης υπάρχουν και πρέπει να αφορούν: α) την άμεση ενίσχυση των δομών που δημιουργήθηκαν, β) την άμεση ανάπτυξη του δικτύου υπηρεσιών στη κοινότητα –σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης του δικτύου η χώρα θα πληρώνει δύο παράλληλα συστήματα, το παλιό (ψυχιατρικά άσυλα) και το ημιτελές νέο (δίκτυο στη κοινότητα), με συνολικό κόστος πολλαπλάσιο των προσφερόμενων υπηρεσιών, γ) την αναπροσαρμογή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα για όλα τα επαγγέλματα της ψυχικής υγείας, προσανατολισμένα στη ψυχιατρική μεταρρύθμιση και την κοινοτική ψυχιατρική, δ) την ανακήρυξη άγονων ειδικοτήτων (παιδοψυχίατροι) και επαγγελμάτων ψυχικής υγείας, ε) την υποστήριξη (οικονομική-θεσμική-λειτουργική) των οργανώσεων των ψυχικά ασθενών και των οικογενειών που έχουν μέλος άτομο με ψυχική ασθένεια καθώς και των κοινωνικών συνεταιρισμών για την προώθηση της απασχόλησης των ψυχικά ασθενών, στ) την ανάπτυξη ολοκληρωμένου προγράμματος μεταφοράς των στεγαστικών δομών της ψυχικής υγείας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ενταγμένες στη λογική της κοινωνικής ενσωμάτωσης και υποστήριξή τους από το Ε.Σ.Υ., τα Ασφαλιστικά Ταμεία και τις Περιφέρειες.

Για πολύ καιρό, στο χώρο του ψυχιατρικού συστήματος, όπως και σε πλείστους άλλους χώρους του δημόσιου βίου, όλα – νόμοι, υπεύθυνοι, αρχές, σχέδια, έλεγχος – λειτουργούν κατ’ επίφαση, «as if». Και εδώ είναι που πρέπει να ξεκινήσει η μεταρρύθμιση, για να υπάρξει μία απάντηση κοινωνικού κινήματος στη σημερινή απορρύθμιση που χαρακτηρίζεται από την φλυαρία των ειδικών της επίσημης ψυχιατρικής και την εκκωφαντική σιωπή της εγκατάλειψης των ψυχικά πασχόντων.

Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι αν. καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής, επιστημονικός δ/ντης ΕΠΑΨΥ και μέλος του ΔΣ της Παγκόσμιας Εταιρίας Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης

Ο Παναγιώτης Χονδρός είναι ψυχολόγος, πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΠΑΨΥ

Του Γιώργου Γιαννουλόπουλου

Τι έχει μείνει από την ψυχιατρική μεταρρύθμιση; Από αυτήν που βασίζαμε όλες μας τις ελπίδες για να ξεφύγουμε από την καταφρόνια και τον οίκτο του κόσμου, για να ζήσουμε σαν όντα με αξιοπρέπεια και δικαιώματα; Μια μεταρρύθμιση για την οποία σπαταλήθηκαν δισεκατομμύρια από τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

  • Οι λεγόμενοι «ψυχασθενείς» εξακολουθούν να μην έχουν δυνατότητα άσκησης πίεσης και να βασίζονται στις καλές προθέσεις. Τα προβλήματα παραμένουν πολλά:
  • Τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να παραβιάζονται στο όνομα της «θεραπείας». Ακόμη και οι εισαγωγές με εισαγγελική εντολή εξακολουθούν να γίνονται με περιπολικά και όχι με ασθενοφόρα.
  • Το κράτος επιμένει, παρά τις αντιδράσεις, να δημιουργήσει τα «δωμάτια θεραπευτικής απομόνωσης», με κάμερες και ανάλογες προδιαγραφές σαν να πρόκειται να φυλάξει εγκληματίες και όχι να θεραπεύσει άρρωστους ανθρώπους, οι οποίοι χρειάζονται βοήθεια και συμπαράσταση.
  • Τα κέντρα ψυχικής υγείας, που θα έπρεπε ήδη να λειτουργούν σε ολόκληρη τη χώρα σαν ανάχωμα προς την πορεία στα ψυχιατρεία, αντιμετωπίζουν σοβαρότατο πρόβλημα χρηματοδότησης και έλλειψης προσωπικού.
  • Οι εξω-νοσοκομειακές και στεγαστικές δομές από μεταβατικό στάδιο της πορείας προς την κοινωνική ενσωμάτωση μετατρέπονται σε μικρά άσυλα.
  • Σχεδόν κανείς δεν μιλάει για τις παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων, αν και το προσδόκιμο της ζωής των ψυχικά ασθενών που κάνουν χρήση αυτών των φαρμάκων είναι κατά πολύ μικρότερο του γενικού πληθυσμού.
  • Το επίδομα κοινωνικής ενσωμάτωσης, το οποίο παίρναμε για να καλύψουμε μέρος των εξόδων διαβίωσης στην κοινότητα, έχει κοπεί εδώ και πολύ καιρό.
  • Οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί (ΚΟΙΣΠΕ) φυτοζωούν, όχι μόνο από έλλειψη ουσιαστικής χρηματοδότησης, αλλά και λόγω του τρόπου που διοικούνται.
  • Οι ιδιώτες επιχειρηματίες αλωνίζουν στον χώρο, παίρνοντας διαρκώς και μεγαλύτερο μερίδιο από την παροχή υπηρεσιών και φροντίδας, φυσικά με μεγαλύτερο κόστος για τα ταμεία και το κράτος.
  • Ένα υπερβολικά μεγάλο ποσοστό των εισαγωγών στα ψυχιατρεία είναι επανεισαγωγές, καθώς δεν υπάρχει στήριξη των ανθρώπων και των οικογενειών τους στην κοινότητα με αποτέλεσμα να υποτροπιάζουν.

Τελικά τις καίριες αλλαγές που έγιναν στην αρχή του προγράμματος, πριν από χρόνια, προσπαθούμε έκτοτε να τις διατηρήσουμε. Κατά τα λοιπά, οι προσδοκίες για την ψυχική υγεία ήταν ένα όνειρο που διαψεύσθηκε.

Ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος είναι μέλος του σωματείου «Αλκυονίδες», απασχολούμενος στην εργασιακή δομή «Το Καφενείο» στο ΨΝΑ – Δαφνί

Επόμενη σελίδα: »