19. Κολέγια


Οφσόρ πανεπιστήμια

Από τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών στα Κολέγια
Ελένη Καλαφάτη, πανεπιστημιακός (ΕΜΠ)

Ο νόμος για την αναγνώριση των κολεγίων
Μπέσσυ Φιλιπακοπούλου, πανεπιστημιακός (ΕΜΠ)

Περιφερειακά πανεπιστήμια και κολέγια
Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, πανεπιστημιακός (Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Για την υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου
Πέτρος Δράτσας, φοιτητής στο τμήμα πολιτικών μηχανικών ΕΜΠ

Κολλέγια, αλήθειες και ψέματα
Σισσυ Βελισσαρίου, πανεπιστημιακός (Πανεπιστήμιο Αθηνών), υπεύθυνη του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ

Advertisements

Μέσα στο καλοκαίρι, όπως συνηθίζεται για όλα τα «ύποπτα» ζητήματα, η ΝΔ έφερε και ψήφισε στη Βουλή τον νέο νόμο για τη λειτουργία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών. Η κυβέρνηση διατείνεται ότι αποτελεί έναν τρόπο να μπει τάξη στο χάος των ιδιωτικών κολεγίων, ένα χάος που και τα δύο κυβερνητικά κόμματα εξέθρεψαν για πάνω από δέκα χρόνια (και που τότε δεν αποκαλούνταν χάος, αλλά υπεύθυνη και σύγχρονη εκπαιδευτική πρόταση). Μόνο που βέβαια πρόκειται για μία δήθεν «τάξη», που δεν σέβεται ούτε το σύνταγμα ούτε τους πρόσφατους αγώνες της ελληνικής νεολαίας, αλλά αντίθετα επιχειρεί να ακυρώσει από το παράθυρο το άρθρο 16 (που κατοχυρώνει τον αποκλειστικά δημόσιο χαρακτήρα των πανεπιστημίων και αποτέλεσε το πεδίο της πρώτης μεγάλης ήττας της κυβέρνησης Καραμανλή).

Με το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τα ιδιωτικά κολέγια (σε συνδυασμό με τις πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων των κολεγίων) δημιουργούνται νέα δεδομένα για την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα.

  • Δρομολογείται η αναγνώριση των σπουδών που γίνονται στα ιδιωτικά κολέγια ως πανεπιστημιακού επιπέδου.
  • Ακυρώνεται η δυνατότητα κάθε εγχώριας κρατικής ή ακαδημαϊκής δομής να ασκήσει έλεγχο στην ποιότητα των παρεχόμενων σπουδών.
  • Ασκούνται πιέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια να υποβαθμίσουν τις σπουδές τους σε τριετείς.
  • Απομακρύνεται η Ελλάδα από το στόχο της δωρεάν παιδείας, καθώς πλέον χιλιάδες νέοι θα μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους μόνο καταβάλλοντας δίδακτρα.

Η κυριότερη, όμως, παρενέργεια το νέου νόμου έχει μόλις αρχίσει να φαίνεται στον ορίζοντα. Δεν απέχουμε πολύ από την εποχή που στο πρότυπο του χρηματοπιστωτικού τομέα θα αποκτήσουμε και οφσόρ πανεπιστήμια, ειδικευμένα να παρέχουν τίτλους χωρίς ακαδημαϊκό αντίκρισμα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κέντρου ελευθέρων σπουδών «Hellenic-American University», το οποίο δίνει πανεπιστημιακούς τίτλους μέσω αμερικανικού πανεπιστημίου-μαϊμού. Όπως αποκάλυψαν με ερωτήσεις τους οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Τ. Κουράκης, Π. Κοροβέσης και Γρ. Ψαριανός, το εν λόγω «εκπαιδευτήριο» πουλάει σε νέες και νέους που αναζητούν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αμερικανικούς πανεπιστημιακούς τίτλους από «Πανεπιστήμιο» του Ν. Χαμσάιρ που υπάρχει μόνο στα χαρτιά -δεν έχει καθηγητές και φοιτητές- και του οποίου μάλιστα η άδεια λειτουργίας ακόμη εκκρεμεί στις ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό του μεγέθους της μηχανής που επιχειρείται να στηθεί (με την κάλυψη μάλιστα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης) είναι ότι ως έδρα του αμερικανικού πανεπιστημίου-μαϊμού έχει δηλωθεί το μεσιτικό γραφείο ενός εκ των ιδιοκτητών του.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, το υπουργείο Παιδείας σιωπά και αρνείται να λάβει οποιοδήποτε μέτρο, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο και σε άλλους «ενδιαφερόμενους». Ήδη υπάρχουν άλλα τρία ιδιωτικά κολέγια, επίσης αμερικανικού προσανατολισμού, που έχουν ακολουθήσει την ίδια μέθοδο για να προσδώσουν «ακαδημαϊκό κύρος» στα πτυχία τους, ενώ κύκλοι των ιδιοκτητών κολεγίων επισημαίνουν στην Αυγή ότι «αν ανοίξει αυτός ο δρόμος, θα βρεθούν πολλοί που θα τον ακολουθήσουν, καθώς θα τους συμφέρει περισσότερο από τη σύμπραξη με κάποιο πανεπιστήμιο της ΕΕ».

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πόσος καιρός θα περάσει μέχρι κάποιος «επιχειρηματίας» αποφασίσει να κάνει φραντσάιζινγκ ενός ανύπαρκτου πανεπιστημίου κάποιου νησιού του ειρηνικού, όπου η άδεια λειτουργίας θα παίρνεται με ακόμη πιο συνοπτικές και φτηνές διαδικασίες απ’ ό,τι στις ΗΠΑ;

της Ελένης Καλαφάτη

Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που αυτοαποκαλούνται και διαφημίζονται ως «κολέγια», «ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης» κλπ., μέχρι την ψήφιση του τελευταίου νόμου, τον Ιούλιο του 2008, δεν ήσαν εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αντίθετα, ο νόμος τους απαγόρευε ρητά να χρησιμοποιούν στον τίτλο ή στις διαφημίσεις τους οποιονδήποτε όρο (όπως «Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία») που θα υπαινισσόταν εκπαιδευτικό θεσμό.

Λειτουργώντας υπό το ιδιότυπο νομικό καθεστώς των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών -προϊόν ενός μεταξικού νομοθετήματος του 1935- αποτελούσαν επιχειρήσεις, αμιγώς κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που προσέφεραν κάποια αδιαβάθμητη επαγγελματική κατάρτιση. Δεν είχαν και δεν έχουν το δικαίωμα χορήγησης οιουδήποτε τίτλου σπουδών, εκτός από απλές βεβαιώσεις για το χρόνο που ο «μαθητευόμενος» παρακολούθησε τα όποια μαθήματα και την επίδοσή του.

Τα ΕΕΣ (καταγραμμένα πλέον ως ΚΕΣ, παρότι ο νόμος τους απαγορεύει ρητά να ονομάζονται «Κέντρα») μπορούν να ιδρυθούν από τον οποιονδήποτε με μια απλή έναρξη επιτηδεύματος στις οικονομικές υπηρεσίες (Νομαρχίες και Εφορίες), και να παρέχουν «υπηρεσίες» εκπαίδευσης και κατάρτισης, χωρίς να ελέγχονται ουσιαστικά για την ποιότητα αυτών υπηρεσιών τους από κανέναν. Το τέως Υπουργείο Εμπορίου (νυν Ανάπτυξης) είχε δικαιοδοσία μόνο σε ό,τι αφορά το ύψος των διδάκτρων, τα οποία, σημειωτέον, από το 2004 διαμορφώνονται ελεύθερα.

Το 1991 με τον νόμο 1966 η εποπτεία των ΕΕΣ ανατίθεται σε ειδική επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας στην οποία προεδρεύει ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ, χωρίς να θίγονται οι άλλες διατάξεις και απαγορεύσεις του διατάγματος του 1935. Αντίθετα, για τα ΕΕΣ που με οποιονδήποτε τρόπο προβάλλονται ως εκπαιδευτικά ιδρύματα και υπόσχονται πτυχία προβλέπεται η οριστική διακοπή της λειτουργίας τους, ενώ οι ιδιοκτήτες τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού κώδικα για απάτη και τους επιβάλλονται πρόστιμα από 500.000 -2.000.000 δρχ. Διαμορφώνεται έτσι ένα σχετικά επαρκές θεσμικό πλαίσιο για τον έλεγχο αυτών των άτυπων μονάδων. Ωστόσο η πολιτική βούληση λείπει. Η προβλεπόμενη επιτροπή έμεινε ανενεργή και παρόλο που υπήρξαν αυστηρές συστάσεις από τον Συνήγορο του Καταναλωτή, το 2007 και 2008, για μια σειρά προκλητικές και συστηματικές παραβιάσειςς της νομοθεσίας από τα ΚΕΣ ουδέποτε επιβλήθηκαν κυρώσεις.

Το γεγονός βέβαια αυτό συστηματικά αποσιωπάται από τον υπουργό και τους κυβερνητικούς βουλευτές που το καλοκαίρι του 2008 φέρνουν στη βουλή το νομοσχέδιο για τα κολέγια καλυπτόμενοι πίσω από μια δήθεν φιλολαϊκή φλυαρία περί ξεκαθαρίσματος «της γκρίζας ζώνης της μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης», « που ουσιαστικά εμπορεύεται τις ελπίδες, τις αγωνίες, τα όνειρα των νέων παιδιών της πατρίδας μας και των οικογενειών τους».

Τα ΚΕΣ αναπτύσσονται , ιδίως από τα τέλη της δεκαετίας 1970, στο κερδοφόρο πεδίο της πλεονάζουσας ζήτησης για μεταλυκειακές σπουδές. Αρκετά από αυτά στην πορεία περιβλήθηκαν την μορφή του ΙΕΚ και εντάχθηκαν στο τυπικό σύστημα τεχνικής εκπαίδευσης / κατάρτισης, ενώ μια άλλη ομάδα προσανατολίστηκε σε πολλές και ετερόκλητες συνεργασίες με ξένα, κυρίως βρετανικά πανεπιστήμια.

Η μεγάλη έκρηξη στην ίδρυση ΕΕΣ αυτής της κατεύθυνσης σημειώθηκε τη διετία 1989-91, στην ευνοϊκή συγκυρία που διαμορφώθηκε με τις εξαγγελίες της Κυβέρνησης Μητσοτάκη για δημιουργία ιδιωτικών ΑΕΙ και με την έκδοση της Οδηγίας 89/48 της ΕΕ, η οποία αναφερόμενη στην ελεύθερη μετακίνηση των εργαζομένων εντός της κοινότητας, καθιέρωνε ένα γενικό σύστημα για την αναγνώριση των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τουλάχιστον τριών ετών, που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση, υπό διάφορες όμως προϋποθέσεις.

Την ίδια περίπου εποχή, οι «μεγάλες δυνάμεις» της εκπαίδευσης – με πρωτοπόρα τα Βρετανικά Πανεπιστήμια – επιδιώκουν να αυξήσουν το μερίδιο τους σε έναν οικονομικό κλάδο με τεράστιο τζίρο, «εξάγοντας» ακαδημαϊκές υπηρεσίες και ιδρύοντας «παραρτήματα» σε άλλες χώρες.

Ετσι η προσφορά συναντάει τη ζήτηση: το 1995 καταγράφονται στην Ελλάδα 76 ΕΕΣ που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεργάζονται με ξένα πανεπιστήμια καθώς και 10 παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων. Το 2005, σε σχετική μελέτη παρουσιάζονται 44 «εκπαιδευτήρια», στην συντριπτική τους πλειοψηφία «παραρτήματα» πανεπιστήμιων, κυρίως του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Oι κύριες κατηγορίες συνεργασιών είναι σύναψη δικαιόχρησης (franchising) για λειτουργία ορισμένων τμημάτων, συμφωνία πιστοποίησης από κάποιο πανεπιστήμιο (validation), και τέλος αναγνώριση και μεταφορά διδακτικών μονάδων για τους αποφοίτους τους που συνεχίζουν τις σπουδές τους κυρίως σε μικρά ή νέα βρετανικά πανεπιστήμια. Οι «συνολικές πωλήσεις των παρουσιαζόμενων επιχειρήσεων εκπαίδευσης» εκτιμάται ότι το 2003 ανέρχονται σε 34,85 εκ. ΕΥΡΩ, και έχουν την περίοδο 1999-2003 μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 8%.

Το μεγάλο εμπόδιο στην κερδοφόρα πορεία αυτών των «κολεγίων» είναι η αδυναμία αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων τους, που φαίνεται ότι το 2008 φτάνουν τις 25.000. Το ΠΔ 165/2000, με το οποίο ενσωματώνεται η Οδηγία 48/89 της ΕΕ, ορίζει ρητά ότι θα πρέπει το σύνολο των σπουδών να έχει γίνει σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αποκλείοντας έτσι τους απόφοιτους των ΚΕΣ.

Ωστόσο τις προσδοκίες των ιδιοκτητών των ΚΕΣ δεν θα αργήσει να εκπληρώσει η Οδηγία ΕΕ 36/2005. Για αυτό φρόντισε ο τότε ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Κ. Χατζηδάκης, καταθέτοντας τον Ιανουάριο 2004 τροπολογία η οποία υπερψηφίστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και ορίζει ότι : «Οι τίτλοι που εκδίδονται από εκπαιδευτικά ιδρύματα με τη μέθοδο της δικαιόχρησης (franchising), της αναγνώρισης ή της πιστοποίησης θεωρούνται ως τίτλοι εκπαίδευσης των ιδρυμάτων που δίνουν τη δικαιόχρηση ή την πιστοποίηση».

Το πρόβλημα έτσι μετατοπίσθηκε στο εάν τα ΚΕΣ είναι εκπαιδευτικά ιδρύματα, οπότε και οι σπουδαστές τους εντάσσονται στις προβλέψεις της οδηγίας ή όχι, όπως ρητά αναφερόταν στην ελληνική νομοθεσία.

Και στην επίλυση αυτού του ζητήματος και μόνον, προς όφελος αυτών των κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, στοχεύει ο νόμος του Στυλιανίδη για τα κολέγια.

Στα 24 άρθρα του νόμου τίποτε δεν προβλέπεται για τον έλεγχο των «δυόμισι χιλιάδων επιχειρήσεων Κ.Ε.Σ. διαφόρων ειδικοτήτων και άλλων δυόμισι χιλιάδων επιχειρήσεων οι οποίες ασχολούνται με την πληροφορική, με την παροχή E.C.D.L. κ.λπ.», που συνιστούν το «άναρχο τοπίο» της μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Αντίθετα αναγνωρίζοντας ως εκπαιδευτικούς φορείς τα κολέγια αφού τα εντάσσει στη αρμοδιότητά του ΥΠΕΠΘ και δίνοντάς τους την αποκλειστική δυνατότητα σύμπραξης με ξένα πανεπιστήμια μεσω συμφωνίας πιστοποίησης ή συνεργασίας δικαιόχρησης. λύνει στην πραγματικότητα το ζήτημα της αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Ακόμη και αν δεν ενσωματωθεί η Οδηγία 36/2005 στο εθνικό δίκαιο, οι διατάξεις της για το σχετικό θέμα είναι τόσο λεπτομερείς και σαφείς (άρθρο 50), που τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων θα αναγνωριστούν έστω και μετά από προσφυγές – αν χρειαστεί.

Και βέβαια ο Υπουργός γνώριζε πολύ καλά ότι, άσχετα από τις λεπτομέρειες του νόμου, το κοινοτικό δίκαιο περιορίζει την ελεγκτική λειτουργία του υπουργείου περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο των προδιαγραφών των «συμπράξεων», αφού τα αναλυτικά προγράμματα θα ελέγχονται από το συνεργαζόμενο πανεπιστήμιο, ενώ για τα υπόλοιπα (διδακτικό προσωπικό, εργαστήρια, λοιπές υποδομές κ.ά.) μπορεί να ελεγχθεί μόνον η «αντιστοίχιση» των όρων λειτουργίας με το συνεργαζόμενο πανεπιστήμιο εξωτερικού.

Στην ουσία το νομοσχέδιο για τα κολέγια εντάσσει την Ελλάδα και τυπικά στον οικονομικό χώρο της παγκοσμιοποιημένης παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, αποκλείοντας την όποια δυνατότητα προστατευτισμού, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις χώρες της ΕΕ.

Η Ελένη Καλαφάτη διδάσκει στο ΕΜΠ

της Μπέσσυς Φιλιπακοπούλου

Ο νόμος, ο οποίος -διόλου τυχαία-  ψηφίστηκε μέσα στο καλοκαίρι, εντάσσει ένα τμήμα των ΕΕΣ, από το καθεστώς της εμπορικής επιχείρησης σύμφωνα με το οποίο λειτουργούσαν [χωρίς να αλλοιώνει τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα τους], στο χώρο της μη τυπικής εκπαίδευσης και αυτόματα ανατρέπει όλα τα δεδομένα στην παιδεία και το σύνταγμα. Τα  κολέγια θεωρούνται ως πιστοποιημένοι φορείς μεταλυκειακής εκπαίδευσης και ισοτιμούνται με εκπαιδευτικά ιδρύματα, κατά τις προβλέψεις της οδηγίας  2005/36/ΕΚ. Ισχύουν, κατά συνέπεια, οι  βεβαιώσεις και πιστοποιητικά σπουδών που χορηγούνται στους αποφοίτους τους από τα μητρικά ιδρύματα.

Με  το νόμο αυτόν η Κυβέρνηση έσπευσε να υπάγει τα κολέγια στην οδηγία για την ελεύθερη μετακίνηση, παρακάμπτοντας έτσι και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η κυβέρνηση προχώρησε με μόνο κριτήριο την παραβίαση του άρθρου 16 του συντάγματος. Όπως μέχρι τώρα επεδίωκαν και οι ιδιοκτήτες των κολεγίων με τη συνηγορία της Κυβέρνησης, το επίπεδο των ΕΕΣ θα είναι κατά το ΔΕΚ αδιάφορο όπως και οι σχετικές ρυθμίσεις της ελληνικής νομοθεσίας, αρκεί οι απόφοιτοι του να πιστοποιούνται από ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα χώρας της ΕΕ.

Οι διατάξεις του νόμου δεν μπορούν να επηρεάσουν το λειτουργικό και εκπαιδευτικό επίπεδο των κολεγίων

Επειδή τα κολέγια λειτουργούν ως παραρτήματα των ξένων ιδρυμάτων, το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να παρέμβει. Η Επιτροπή των ΕΚ απέρριψε σχετική τροπολογία των τότε Ελλήνων Ευρωβουλευτών Τρακατέλη – Χατζηδάκη [η οποία υποβλήθηκε για τα μάτια μετά την αντίδραση που ξεσήκωσε η τροπολογία του δεύτερου, όπως ήδη αναφέρθηκε], κατά τη διαδικασία υιοθέτησης της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, με το σκεπτικό  ότι «έχοντας υπόψη την αυτονομία των κρατών μελών σε θέματα διδασκαλίας και εκπαίδευσης, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους υποδοχής να καθορίσει τις προϋποθέσεις της εκπαίδευσης που αφορούν το κράτος μέλος καταγωγής όπου εδρεύει το «εποπτεύον» Πανεπιστήμιο». Το γεγονός αυτό -σε συνδυασμό με το ότι ήδη έχουν πιστοποιηθεί τα Κολλέγια από το Βρετανικό Συμβούλιο Πιστοποίησης- δεν αφήνει κανένα περιθώριο στο να ισχυρισθεί ο οποιοσδήποτε ότι μέσω του συγκεκριμένου νόμου θα επιβληθούν συνθήκες καλύτερης οργάνωσης και εκπαιδευτικής αναβάθμισης των κολεγίων. Η Αγγλία έχει πιστοποιήσει ήδη και η Ελλάδα δεν μπορεί. Έτσι με το νόμο δόθηκε η δυνατότητα να παρακαμφθεί η υπάρχουσα νομοθεσία και «Κολέγια» που έχουν το ένα εικοστό της κτηριακής υποδομής οποιουδήποτε Ελληνικού Ανωτάτου Ιδρύματος, και, βεβαίως, ουδεμία σύγκριση στα ποιοτικά εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά, νομίμως πια να προπαγανδίζουν ότι έχουν τμήματα φοίτησης που αντιστοιχούν στα δημόσια ΑΕΙ.

Το νομικό πρόβλημα

Το άρθρο 16 του Συντάγματος θεωρεί ότι η μεταλυκειακή εκπαίδευση παρέχεται από το κράτος, το επιβάλει όμως αυτό με αποκλειστικότητα μόνο για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Επιτρέπει έτσι, κατά αντιδιαστολή, τη δυνατότητα αναγνώρισης ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στη μη Ανώτατη μεταλυκειακή εκπαίδευση. Από αυτήν την άποψη οι διατάξεις του νομοσχεδίου δεν φαίνεται να είναι αντισυνταγματικές.

Το γεγονός όμως ότι κάποια  «κολέγια» είναι ήδη συμβεβλημένα με ιδρύματα άλλων χωρών και ότι, ταυτόχρονα, με τις διατάξεις του νομοσχεδίου τους δίνεται η δυνατότητα να συνεχίσουν αυτό το καθεστώς σύμπραξης με ιδρύματα της αλλοδαπής, καθιστά αυτά τα –μέχρι σήμερα μη εκπαιδευτικά ιδρύματα– εκπαιδευτικά ιδρύματα για τα οποία πλέον ισχύουν οι προβλέψεις των Οδηγιών που αφορούν στην ελεύθερη μετακίνηση. Αυτό γιατί, όπως ήδη επισημάνθηκε, οι Οδηγίες δεν ίσχυαν για τους  αποφοίτους των ΕΕΣ (και των κολεγίων), επειδή δεν πληρούσαν την προϋπόθεση των σπουδών  σε αναγνωρισμένο από χώρα της ΕΕ εκπαιδευτικό ίδρυμα. Εφόσον θα ισχύουν πλέον οι Οδηγίες, στους  αποφοίτους των κολεγίων θα απονέμονται από το εποπτεύον «μητρικό» ίδρυμα διπλώματα αποφοίτων ΑΕΙ και τα επαγγελματικά τους δικαιώματα, υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν οι Οδηγίες, θα εξισώνονται με αυτά των αποφοίτων των Ελληνικών ΑΕΙ. Έτσι τελικά παραβιάζεται ευθέως το άρθρο 16 του Συντάγματος.

Η Μπέσσυ Φιλιπακοπούλου διδάσκει στο ΕΜΠ

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα τείνει να επικρατήσει ένας ιδιότυπος κοινωνιολογικός «νόμος». Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, τα δύο κόμματα εξουσίας δημιουργούν θεσμούς και στελεχώνουν τους θεσμούς αυτούς με κυρίαρχο, αν όχι αποκλειστικό, κριτήριο την εξυπηρέτηση των στενών εκλογικών τους συμφερόντων. Και όταν αργότερα, όπως είναι φυσικό, οι θεσμοί αυτοί αποδεικνύονται προβληματικοί, έρχονται τα ίδια αυτά κόμματα να διακηρύξουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού, εξυγίανσης, μεταρρύθμισης ή απλώς κατάργησης των θεσμών αυτών, κατακεραυνόντας όσους διαφωνούν ως προασπιστές συντεχνιακών συμφερόντων, ανεδαφικούς, ανορθολογικούς και άλλα πολλά.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος. Θα θυμόμαστε όλοι τα λόγια του Ιρλανδού μάνατζερ που το ΠΑΣΟΚ είχε διορίσει την πρώτη τετραετία Σημίτη με στόχο να εξυγιάνει την «Ολυμπιακή». Ο κύριος αυτός είχε συμπεράνει, προς έκπληξη όλων μας, ότι η «Ολυμπιακή» δεν έχει πλεονάζον προσωπικό, όπως οι σειρήνες του εκσυγχρονισμού είχαν βαλθεί να μας πείσουν, αλλά κακά κατανεμημένο προσωπικό. Με άλλα λόγια, υπήρχαν πολλές καθαρίστριες και σχετικά λίγοι μηχανικοί αεροσκαφών. Δεν γνωρίζω αν ο μάνατζερ ήξερε τη λύση σε αυτόν το γρίφο. Ήξερε, δηλαδή, ότι τα σόγια των καθαριστριών σήμαιναν πιθανά πολλές περισσότερους ψήφους για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ απ’ ότι τα σόγια των μηχανικών αεροσκαφών. Θα άκουγε όμως σίγουρα, όπως ακούγαμε όλοι μας, αυτούς που είχαν δημιουργήσει το πρόβλημα, να κόπτονται για την εξυγίανση της εταιρείας.

Η παραπάνω τάση νεοδημοκρατών και πασόκων αποτελεί, όμως, κοινωνιολογικό νόμο γιατί το πεδίο εφαρμογής της είναι πολύ πιο πλατύ από την περίπτωση του εθνικού μας αερομεταφορέα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ στη διάρκεια της διακυβέρνησής τους διέσπειραν σε ολόκληρη την επικράτεια τμήματα ΑΕΙ & ΤΕΙ, τις περισσότερες φορές τιποτολογίας, με αποκλειστικό κριτήριο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εκλογικής τους πελατείας στις διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Μάταια, τόσο η αριστερά όσο και ευδιάκριτες φωνές του πανεπιστημιακού χώρου προειδοποιούσαν για το λανθασμένο χαρακτήρα ενός τέτοιου κατακερματισμού. Λανθασμένος, γιατί είναι ανεπίτρεπτο, για παράδειγμα, ο κοινωνιολόγος και ο φιλόλογος του Ρέθυμνου, να μην γνωρίζουν λόγω απόστασης τον τρόπο έρευνας του γιατρού και του μαθηματικού του Ηρακλείου, όπως και αυτοί οι τελευταίοι να μην γνωρίζουν πως σκέφτεται ο πολιτικός μηχανικός των Χανίων. Περισσότερο από λανθασμένο, γιατί φτιάχνοντας μικρές πανεπιστημιακές μονάδες σε όλες σχεδόν τις πρωτεύουσες νομών της Ελλάδας τις καθιστούσαν ευάλωτες στις πιέσεις του κέντρου, σε μια χώρα τόσο συγκεντρωτική όπως η δική μας. Διαφορετική θα ήταν η μοίρα των πανεπιστημιακών σχολών της Κρήτης αν βρισκόντουσαν όλες σε μια πόλη με αποτέλεσμα η συγκέντρωση των δραστηριοτήτων να καθιστά την πόλη αυτή ανταγωνιστική προς την παμφάγα Αθήνα. Είναι γνωστό, όμως, ότι δεν ψηφίζουν σε μια μόνο πόλη της Κρήτης…

Είναι αλήθεια ότι στην περίπτωση των περιφερειακών ΑΕΙ & ΤΕΙ δεν ακούσαμε τους συνήθεις λόγους περί εξυγίανσης και την άμεση ανάγκη λήψης κυβερνητικών μέτρων. Έχοντας εντρυφήσει επί μακρόν στα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού, τα δύο κόμματα εξουσίας αφήνουν την αγορά να κάνει τη δουλειά διευκολύνοντας την στο μέτρο του «διακριτικά» δυνατού. Έτσι, ο υπουργός Παιδείας, κ. Στυλιανίδης απαντώντας πρόσφατα σε ερώτηση δημοσιογράφου για το φαινόμενο εκείνων των περιφερειακών ΤΕΙ τα οποία ερήμωσαν λόγω της βάσης του 10, διευκρίνισε ότι είναι φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι της ίδρυσης τους δεν προηγήθηκαν έρευνες αγοράς. Τώρα, ποια έρευνα αγοράς επιτάσσει την πρόσφατη ενεργοποίηση του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στην Κόρινθο, με αποτέλεσμα η πολύπαθη αυτή χώρα να διαθέτει πλέον τρία τμήματα Πολιτικής Επιστήμης σε απόσταση ογδόντα χιλιομέτρων, θα ήταν καλό να μη ρωτήσουμε τον κ Υπουργό. Όπως καλό θα ήταν να αποφύγουμε την ερώτηση για το ποια έρευνα αγοράς τον οδηγεί στην μελλοντική ίδρυση τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στην Κομοτηνή, πρωτεύουσα της ιδιαίτερης εκλογικής του περιφέρειας. Ας κρατήσουμε από τα λόγια του κ. Υπουργού τον αποφασιστικό ρόλο που καλείται να παίξει η αγορά στο κλείσιμο περιφερειακών πανεπιστημιακών τμημάτων.

Το πρόβλημα των περιφερειακών ΑΕΙ & ΤΕΙ καλείται να λύσει η αγορά με την ανάπτυξη στα μεγάλα αστικά κέντρα των κολεγίων, των οποίων την ύπαρξη επικύρωσε νομοθετικά το καλοκαίρι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ποιος Αθηναίος ή Θεσσαλονικιός γονιός θα πληρώσει δίδακτρα για τα φροντιστήρια του παιδιού του και θα δεχτεί να καταβάλει το λιγότερο 1000 ευρώ το χρόνο για να σπουδάσει φιλολογία στην Καλαμάτα, όταν αποφεύγοντας τα έξοδα των φροντιστηρίων και καταβάλλοντας 7000 ευρώ τον χρόνο το παιδί αυτό θα σπουδάσει στο σπίτι του, διαλέγοντας επιπλέον την ειδικότητα που προτιμάει.

Πολλά περιφερειακά ΤΕΙ στερήθηκαν τα τελευταία χρόνια φοιτητών λόγω της βάσης του 10, ακόμα περισσότερα θα στερηθούν στο μέλλον λόγω της κολεγίων ενώ την ίδια μοίρα θα έχουν και πολλά περιφερειακά ΑΕΙ, ανεξάρτητα από την επιστημονική ποιότητα τους. Την ανορθολογικότητα της ίδρυσης πανεπιστημιακών ιδρυμάτων σε κάθε πόλη της Ελλάδας για ψηφοθηρικούς λόγους, καλείται να «διορθώσει» η αγορά των κολεγίων. Το αν τα κολέγια αυτά θα διαθέτουν την επιστημονική αρτιότητα για να διαδεχθούν τα δημόσια πανεπιστήμια, το αν η χώρα μας έχει ανάγκη μόνον από ψυχολόγους και μάνατζερς που τα κολέγια για λόγους εμπορικότητας θα παράγουν και όχι από ιστορικούς και φιλοσόφους είναι ερωτήματα που ασφαλώς διαφεύγουν των «σοφών» των δύο μεγάλων κομμάτων.

Αντί να υπάρξει δημόσια διαβούλευση η οποία θα αποτιμάει την ανάγκη ύπαρξης κάποιων περιφερειακών πανεπιστημιακών τμημάτων με αμιγή επιστημονικά κριτήρια του αν, δηλαδή, θεραπεύουν αυτοτελή επιστημονικά αντικείμενα οπότε κρίνεται αναγκαία η διατήρηση τους, ή, αν, αντίθετα, στην ίδρυση τους πρυτάνευσαν οι κοντόθωρες λογικές και τα μικροσυμφέροντα κάποιων διδασκόντων, οπότε λύση αποτελεί η αναμόρφωση τους ή και το κλείσιμό τους. Αντί να εξετασθεί δημόσια αν το ακαδημαϊκό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται τέτοια τμήματα είναι το κατάλληλο οπότε πρέπει πάση θυσία να διατηρηθούν ή αλλοιώτικα να αποτελέσουν το προπαρασκευαστικό έτος εισόδου της ελεύθερης πρόσβασης στα πανεπιστήμια, όπως έχει ήδη προταθεί. Αντί όλων των παραπάνω και άλλων τόσων, οι επίσημοι εγκέφαλοι διαλέγουν το μαρασμό μιας σειράς περιφερειακών ΑΕΙ & ΤΕΙ για να αποκομίσουν κέρδος οι κολεγιάρχες, αγνοώντας προκλητικά τις πολυετείς προσπάθειες των ανθρώπων του περιφερειακού πανεπιστήμιου καθώς και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

του Πέτρου Δράτσα

Ενάμιση χρόνο μετά την μεγάλη ήττα που υπέστη, έπειτα από τη ματαίωση της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, η κυβέρνηση αγνοώντας προκλητικά το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας και επικαλούμενη διασταλτική ερμηνεία της ισχυρότερης θεσμικής διαφύλαξης της δημόσιας παιδείας (του Α16Σ), ανοίγει το δρόμο στην εξίσωση των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών (Κ.Ε.Σ.) και των κολεγίων με τα δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Ακολουθώντας τις νεοφιλελεύθερες επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις οποίες η ίδια έχει συμβάλει με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ, η κυβέρνηση έχει σα στρατηγικό στόχο την απαξίωση του δημόσιου πανεπιστημίου, μέσω της υποχρηματοδότησής του (νέα μείωση των δαπανών για τη παιδεία στο 2,74% του ΑΕΠ με βάση το νέο προυπολογισμό), και στη συνέχεια τη συγκρότηση και αναγνώριση ιδιωτικών δομών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η διείσδυση του κεφαλαίου μέσα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα έχει σαν αποτέλεσμα την οριστική μετάλλαξη της, αφού οι ιδιώτες θα προσαρμόζουν την εκπαιδευτική λειτουργία με βάση τα δικά τους συμφέροντα, ώστε να είναι ευθυγραμμισμένη με την αγορά, να ενισχύει την εντατικοποίηση των ρυθμών σπουδών και να προκύπτουν μέσα απο αυτή φτηνοί εργαζόμενοι με μειωμένα επαγγελματικά δικαιώματα.

Eμείς διεκδικούμε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο που θα παρέχει στους μελλοντικούς εργαζόμενους όλες τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε κάθε διακύμανση της αγοράς. Απέναντι στα νεοφιλελεύθερο πρότυπο ενός αυταρχικού κέντρου κατάρτισης υπο πλήρη πολιτικό έλεγχο, που λειτουργεί με όρους επιχείρισης, εμείς δε θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε για ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα χωρίς ταξικούς φραγμούς, αυτοδιοικούμενο, όπου μέσα σε πλαίσια ελευθερίας και δημοκρατικής λειτουργίας αναπτύσσεται η διδασκαλία, η έρευνα, η πολιτική δράση και η πολιτιστική παρέμβαση.

Μια περίοδο κατα την οποία διακυβεύεται ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης, το φοιτητικό κίνημα συμπορευόμενο με την υπόλοιπη πανεπιστημιακή κοινότητα καλείται να συνεχίσει τον αγώνα ενάντια στην εμπορευματοποίηση της γνώσης και στην υποταγή του πανεπιστημίου στην αγορά και το κεφάλαιο μέχρι τέλους, όπου στο τέλος υπάρχει μόνο η νίκη.

Ο Πέτρος Δράτσας είναι φοιτητής στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ

της Σίσσυς Βελισσαρίου

Η υπόθεση «Κολέγια» θα μπορούσε να έχει αναδειχθεί ως άλλο ένα ακόμα πολιτικό σκάνδαλο της ΝΔ αν δεν κυριαρχούσε στην επικαιρότητα το Βατοπέδιο. Αναφέρομαι στις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην αναγνώριση των ΚΕΣ), στον ίδιο τον νόμο και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.  Με το Ν. 3696/08 υποτίθεται ότι το ΥΠΕΠΘ θα έβαζε τάξη «στο γκρίζο χώρο των μεταλυκειακών σπουδών» στη χώρα μας. Ο καλοπροαίρετος πολίτης αυτής της χώρας φαντάζεται ότι ο νόμος αυτός θα θέτει αυστηρές προδιαγραφές, για παράδειγμα, στα προσόντα του εκπαιδευτικού προσωπικού, στο πρόγραμμα σπουδών και ότι θα αξιολογεί την ποιότητα των παρεχομένων γνώσεων. Βεβαίως μία απλή ανάγνωση του νόμου αποδεικνύει ότι τα παραπάνω ισχύουν στο minimum μιας μάλλον τυπικής παρά ουσιαστικής διαδικασίας ελέγχου. Έστω όμως και έτσι αυτή υπάρχει! Παρόλα αυτά, σε σχετική  ερώτηση του Δ. Παπαδημούλη στον ΜακΚρίβι (25/9/08) ο τελευταίος ξεκαθαρίζει ότι η Ελλάδα  δεν έχει κανένα δικαίωμα «να ελέγχει τους τίτλους εκπαίδευσης των διδασκόντων ή να αξιολογεί το εκπαιδευτικό ίδρυμα» (Αρθ. 50, παρ. 3, Οδηγία 2005/36/ΕΚ). Με την καταδίκη  της Ελλάδας από το Ευρωδικαστήριο για τη μη αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων ιδρυμάτων με το σύστημα δικαιόχρησης, εξομοιώνονται απολύτως τα διπλώματα των Κολλεγίων με τα πανεπιστημιακά πτυχία, άρα επιτρέπεται η ισότιμη διεκδίκηση εργασίας ακόμα και στο δημόσιο τομέα (η ουσιαστική ακύρωση του ΣΑΕΙΤΤΕ συνεπάγεται την έμμεση πρόσβαση των αποφοίτων τους στον ΑΣΕΠ). Η τελευταία πράξη του δράματος περίτρανα  αναδεικνύει το μέγιστο πολιτικό ζήτημα: την αναίρεση οποιουδήποτε παρεμβατικού ρόλου του ελληνικού κράτους στη λειτουργία των ιδιωτικών παρόχων αμφιβόλου ποιότητας εκπαιδευτικών προϊόντων.

Εφόσον όλα τα παραπάνω ήταν γνωστά και αναμενόμενα από την Κυβέρνηση, όπως άλλωστε προκύπτει από την δήλωση Στυλιανίδη ότι το αποτέλεσμα δεν τον αιφνιδίασε, τότε τίθενται μια σειρά κρίσιμων πολιτικών και ηθικών ερωτημάτων  για την Κυβέρνηση, τον Υπουργό αλλά και τον ίδιο τον κ. Καραμανλή:

  1. Γιατί, εφόσον γνώριζαν ότι η απόφαση του Ευρωδικαστηρίου θα μετέτρεπε την Ελλάδα, ως κράτος μέλος υποδοχής, σε έδαφος άσκησης ανεξέλεγκτης εμπορικής δραστηριότητας από κράτη μέλη χορήγησης διπλωμάτων (π.χ. Βρετανία), προχώρησαν στη μέγιστη υποκρισία να νομιμοποιήσουν τα Κολλέγια για να βάλουν «τέλος στο ανεξέλεγκτο χάος των ΚΕΣ»; (Καραμανλής στην ΚΕ της ΟΝΝΕΔ 4/10/08)
  2. Γιατί προχώρησαν στο μέγα συνταγματικό πραξικόπημα να εισάγουν την αναθεώρηση του Άρθρου 16 από το παράθυρο;
  3. Γιατί συνεχίζει ο κ. Στυλιανίδης και τώρα να δηλώνει ότι άλλο η εφαρμογή του νόμου για τα Κολλέγια και άλλο η εναρμόνιση του δικαίου με την οδηγία και τη δικαστική απόφαση;   

Εφόσον η Κυβέρνηση δεν μπορεί να κατηγορηθεί για άγνοια  τότε θα πρέπει να κατηγορηθεί για σκόπιμη παραπλάνηση του ελληνικού λαού με την κουτοπόνηρη λογική ότι  «βάζω τάξη», αν και δεν δικαιούμαι, άρα εμφανίζομαι να νοικοκυρεύω, πράγμα που πολύ αρέσει στους νοικοκυραίους ψηφοφόρους μου. Επίσης κατηγορείται για την παράδοση του ευαίσθητου και πολύτιμου χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης στους πλέον επιθετικούς «βαλκάνιου τύπου» επιχειρηματίες των οποίων η εντυπωσιακή αλαζονεία ήδη έχει δώσει δείγματα ασύλληπτης αυθαιρεσίας μέσω παραπλανητικών διαφημίσεων που υπόσχονται πτυχία νομικής με δικαίωμα απευθείας εγγραφής στο δικηγορικό σύλλογο της χώρας μας. Τέλος η Κυβέρνηση κατηγορείται για τη μετατροπή της Ελλάδας σε υπάλληλη χώρα όπου η εκπαίδευση από κατεξοχήν εθνική αρμοδιότητα (Αρθ. 149, Ευρωπαϊκή Συνθήκη) γίνεται αντικείμενο της οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτικής επέκτασης ισχυρών χωρών σε ένα αποικιακό έδαφος πέρα και έξω από οποιαδήποτε δική του νομική, παιδευτική και κοινωνική παρέμβαση και επιρροή. Αλλά όπως λέγανε στον Μικρό Σερίφη «δεν υπάρχει νόμος δυτικά του Ρίο Πέκος», όπου Ρίο Πέκος η αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών για τους ιθαγενείς.

Η Σίσσυ Βελισσαρίου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι υπεύθυνη του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ